Από την εφημερίδα «Ρωμηός»
Γεώργιος Σουρής, 1880
The greatest satirical wit of old Athens — the Romios — skewers kings, bishops and politicians in verse written the morning it was read.
Pages from Από την εφημερίδα «Ρωμηός» that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
The horses they rode into the sea at midnight, and never thought about again.
Ἤμεθα τότε μιὰ εὔθυμη συντροφιὰ νέων εἰς τὰ Χανιά, ποῦ εἴχαμε κοινὴν τὴν ἀγάπην πρὸς τὴν ἱππασίαν. Εἰς τὴν εἴσοδον τῆς πόλεως ἕνας Τοῦρκος, ὁ Τζανερῖκος, ἔδιδεν ἄλογα μὲ νοῖκι. Ἐπαίρναμε ἀπὸ ἕνα κ’ ἐτραβούσαμε στὰ περίχωρα. Τί ὑπέφεραν ἐκεῖνα τὰ ἄλογα ἀπὸ τὴ νεανική μας τρέλα δὲν περιγράφεται. Ἐτρέχαμε σὰ δαιμονισμένοι καὶ τ’ ἀναγκάζαμε νὰ ὑπερπηδοῦν κάθε ἐμπόδιο ποῦ συναντούσαμε, εἴτε τοῖχος ἦτο, εἴτε χαντάκι. Μάλιστα ἅμα μεθούσαμε, δὲν εἴχαμε πειὰ κανένα οἶκτον δι’ αὐτὰ τὰ ζῶα. Τὰ σπιρούνια ἐχώνοντο βαθειὰ στὰ πλευρά των καὶ ἡ βίτσες αὐλάκωναν τὸ δέρμα των. Καὶ ἐμεθούσαμε τακτικὰ εἰς τὶς ἐκδρομὲς ἐκεῖνες. Σὲ κάθε χωριὸ ποῦ περνούσαμε βρίσκαμε ταβέρνες ἢ φίλους ποὺ μᾶς ἔπαιρναν στὰ σπίτια των· καὶ τὸ βράδυ ὅταν ἐφθάναμε στὴ Σούδα, εἴμεθα Ροῦσσοι μεθυσμένοι. Καὶ καμμιὰ φορά, ὅπως ἦσαν ἀφρισμένα τἄλογα, τ’ ἀναγκάζαμε νὰ προχωρήσουν στὴ θάλασσα κ’ ἐκάναμε τὰ λουτρὰ τῶν Κενταύρων, ὅπως ἐλέγαμε τὸ ἔφιππον ἐκεῖνο κολύμπημα. The sound that ruins a funeral, and cannot be called back.
Δὲν εἶχα τίποτε νὰ εἴπω διὰ τὸν Νικόλαον, ἀλλ’ οὔτε καὶ μ’ ἀφῆκαν. Ἀπὸ τὸ ἀπέναντι μέρος, ὅπου ἐστέκοντο δύο φίλοι μου, ἦλθε ἕνα φύσημα μύτης, ἕνα γέλοιο ποῦ ξέφυγε ἀπὸ τὴ μύτη, γιατὶ τὸ στόμα ἦτο φραγμένο μὲ μαντῆλι. Τὸ φύσημα ἐκεῖνο καὶ τὸ μαντῆλι ποῦ εἶδα στὸ στόμα κάτω ἀπὸ ἕνα μέτωπο χαμηλομένο, μὲ ἀποτελείωσε. Θύελλα ἀπὸ γέλοια ξέσπασε ἀπὸ τὸ στῆθός μου. Καὶ σὰν ἄρχισα, ἦτο ἀδύνατο πειὰ νὰ κρατηθῶ. Ἤθελα νὰ πῶ: «Γαίαν ἔχοις ἐλαφράν»· ἀλλὰ μόνον ἡ πρώτη συλλαβὴ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα μου κ’ ἐτελείωνε σὲ σπασμὸ γέλοιου. He dives for a fortune and surfaces with a squid on his foot.
ΦΑΣΟΥΛΗΣΒγάλε με, μωρέ, καὶ δὲν ἀντέχω πια...ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣΕὑρῆκες ἄλλο τίποτα;ΦΑΣΟΥΛΗΣΕὑρῆκα μιὰ σουπιά.Ἕνα κταπόδι μὲ τσιμπᾶ στὰ δύο μου ποδάρια.ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣΓιὰ κύτταξε καλλίτερα...ΦΑΣΟΥΛΗΣΝά! νά! καὶ δυὸ σφουγγάρια.Τί νὰ σοῦ κάνω, ἀδελφέ;... δὲν βρίσκονται παράδες...θὰ τοὺς ἐπῆραν, φαίνεται, οἱ ἄλλοι σφουγγαράδες. The manners of the fashionable, caught in one flinch.
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣΜὰ τί μεγάλοι ἄνθρωποι!...ΦΑΣΟΥΛΗΣἈλήθεια, Περικλέτο...τοῦ ὄχλου ἡ ἀγένεια εἰς κόρακας ἐρρέτω.Γι’ αὐτοὺς τοὺς νέους ντιστεγκὲ ὅσα κι’ ἂν πῇς τοὺς πρέπουν...Τοὺς χαιρετᾶς;... δὲν χαιρετοῦν καὶ κάνουν πὼς δὲν βλέπουν...δὲν χαιρετᾶς;... σὲ χαιρετοῦν, κι’ ἀρχίζουν διαχύσεις...εἶναι πολὺ περίεργος ἡ εὐγενής των φύσις.Ἐπίσκεψιν δὲν δέχονται παρὰ κατὰ τὸ βράδυ,αἱ δὲ κυρίαι ὁμιλοῦν μαζί σου στὸ σκοτάδικαὶ τῆς αἰδοῦς των, Περικλῆ, δὲν φαίνονται τὰ ρόδα...τοιουτοτρόπως ἀπαιτεῖ τῶν ντιστεγκὲ ἡ μόδα.Σοῦ ἔχουν κάτι ἔθιμα, ποὺ εἶναι ν’ ἀπορήσῃς... A man in a heatwave, arguing with the fleas in his ears.
Ὦ κόσμε σὺ ἀλλόκοτε μὲ τὰ παράξενά σου,ὦ γῆ, ποὺ πάντα στρέφεσαι περὶ τὸν ἄξονά σου,καὶ πάλιν τὸ κρανίον μου μεταβολὴν ὑπέστηκαὶ πάλιν ὅπως φαίνεται μ’ ἐπείραξεν ἡ ζέστη,καὶ εἰς στιγμὰς εὑρίσκομαι παραφορῶν ἐξάλλωνκαὶ ὁμιλῶ μονάχος μου καὶ βλέπω ἀλλ’ ἀντ’ ἄλλων.Καὶ πάλι τὸ σιχαμερὸ κυττάζω καλοκαῖρι,ἀπὸ τὴν λαύρα ψήνονται τῆς σφαῖρας τὰ καλούπιαἡ μούρη μου κατήντησε ὡς εἶδος θειαφοκέρικαὶ πίνουνε τὸ αἷμα μου τἀχόρταγα κουνούπια,καὶ μὲς στὰ δυό μου ταὐτιὰ δυὸ ψύλλαροι πηδοῦνκαὶ ὅλο πᾶνε κι’ ἔρχονται καὶ ὅλο τραγουδοῦν. A country with two faces, and a man who cannot stop watching both.
Ὦ κόσμε σὺ ἀλλόκοτε μὲ τὰ παράξενά σου,ὦ σφαῖρα σύ, ποὺ στρέφεσαι περὶ τὸν ἄξονά σου,ὦ μοῖρα σύ, ποὺ τῶν θνητῶν τὰς τύχας περιπλέκεις,ὦ σὺ Ἑλλάς, ποὺ σὲ ὑμνεῖ καὶ γῆ καὶ οὐρανός,μὲ δύο τώρα πρόσωπα ἐνώπιόν μου στέκειςκαθὼς καὶ ὁ διπρόσωπος τῆς Ρώμης Ἰανός.Γελᾶς ἀπὸ τὸ ἕνα σου κι’ ἀπὸ τὸ ἄλλο κλαῖς,τραγοῦδι ἀνοικτόκαρδο καὶ μοιρολόγι λές,κι’ ἐγὼ κυττῶ μὲ γελαστὸ καὶ δακρυσμένο μάτιτὴ μιὰ καὶ ἄλλη μούρη σου, τὴν κάθε μιὰ κοιλιά σου...ἡ πρώτη ἄδεια φαίνεται κι’ ἡ δεύτερη γεμάτη,καὶ σὺ γκαρίζεις πεταχτὴ καὶ σέρνεις τὰ μαλλιά σου. Even faith in a god can feel like a bad bet at sea.
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣΜοῦ φαίνεται, πὼς ἔρχεται τοῦ Ἰωνᾶ τὸ κῆτος.ΦΑΣΟΥΛΗΣΔὲν εἶναι τίποτα, μωρέ, παρὰ μικρὸ δελφίνι...ὁ Ποσειδὼν μονάχους μας στιγμὴν δὲν μᾶς ἀφίνει.ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣΑἰσθάνομαι ναυτίασιν...ΦΑΣΟΥΛΗΣὙπομονὴ ὀλίγηκι’ ἐντὸς μικροῦ σὲ βεβαιῶ ἡ τύχη μας ἀνοίγει.ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣΒοήθησον, ὦ Πόσειδον, νὰ εὕρωμεν λιμένα.ΦΑΣΟΥΛΗΣΜὲ ὅλην τὴν πεποίθησιν στηρίξου εἰς ἐμένα. The whole social ladder, hanging on a pair of silk underpants.
ΦΑΣΟΥΛΗΣΣιγὰ σιγά, βρὲ Περικλῆ, καὶ θὰ τὰ μάθῃς ὅλα...ὀγρήγορα εἰς μέγαρα θὰ ἔμβῃς μυροβόλα,καὶ εἰς τοὺς κύκλους τοὺς καλοὺς προσπάθησε ν’ ἀρέσῃςκαὶ σώβρακο μεταξωτὸ ἀμέσως νὰ φορέσῃς,ἂν δὲ καὶ κάλτσα, Περικλῆ, ἀπὸ μετάξι βάλῃς,παύεις νὰ εἶσαι πρόστυχος καὶ ρυπαρὸς χαμάλης,καὶ θὰ εἰσέρχεσαι παντοῦ μετὰ τῆς γυναικός σουκι’ εἰς ὅλους τὸ μεταξωτὸ θὰ δείχνῃς σώβρακό σου,οἱ δ’ εὐγενεῖς θὰ ἔρχωνται καὶ θὰ σὲ τριγυρίζουν,καὶ ὅλοι τὸ τσουράπι σου θὰ τρέχουν νὰ μυρίζουν,καὶ σὺ μὲ ὕφος σοβαρὸν τὸ πόδι σου θ’ ἁπλώνῃςκι’ ἐμένα θὰ περιφρονῇς καὶ θὰ μὲ φασκελώνῃς. How to buy a noble title, in four lines.
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣΘέλω κι’ ἐμένα ντιστεγκὲ ἀμέσως νὰ μὲ κάνῃς.ΦΑΣΟΥΛΗΣΓι’ αὐτὸ μὴ σεκλετίζεσαι καὶ μὴ μοῦ χολοσκάνῃς.Θέλεις νὰ γίνῃς Πρίγκηψ, Δούξ, Μαρκήσιος, Βαρόνος;ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣὍ,τι κι’ ἂν θέλῃς κάνε με... τὸ δέχομ’ εὐγνωμόνως.ΦΑΣΟΥΛΗΣἘγώ, Βαρόνον, Περικλῆ, πρὸς τὸ παρὸν σὲ κάνωκαὶ σὲ βαπτίζω ντιστεγκὲ καὶ μὲ τὸ παραπάνω,σοῦ δίδω δὲ περγαμηνὰς εἰς θήκην ἐκλεκτὴνκι’ ὡς εὐγενείας σύμβολον παλάμην ἀνοικτήν.Καὶ τώρα εἰς ἀνώτερα... A gambler explains why banning gambling will never work.
ΑΣΤΥΝΟΜΟΣΒουβάσου κι’ ακολούθει μας...ΦΑΣΟΥΛΗΣΤί διάβολος σᾶς πιάνει;Τὸν κόσμο δὲν ἀφίνετε τὸ γοῦστο του νὰ κάνῃ;Ἀφοῦ τῆς πείνας ἔλειψαν καὶ τοῦ λιμοῦ οἱ φόβοικι’ ἂς τρέξῃ κι’ ὁ Πρωθυπουργὸς μὲ τὸ πουγγὶ γεμάτοεἰς τὸν Βαγγέλη τὸν Ζερβὸ καὶ εἰς τὸν Ἀσημάτο.ΑΣΤΥΝΟΜΟΣΔὲν ντρέπεσαι, παλῃάνθρωπε;ΦΑΣΟΥΛΗΣΚαμιὰ ντροπὴ δὲν κάνω...ἐγώ, μωρέ, φιλοσοφῶ στὴν τράπουλα ἐπάνω,καὶ ἥσυχον, παρακαλῶ, καθένας νὰ μ’ ἀφήσῃ... Γεώργιος Σουρής, 1880
The greatest satirical wit of old Athens — the Romios — skewers kings, bishops and politicians in verse written the morning it was read.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.