Λυρικά
Γεράσιμος Μαρκοράς, 1890
Ποιήματα του Επτανήσιου ποιητή της γενιάς μετά τον Σολωμό, που γράφει για την ξενιτιά, τους τάφους και τις μικρές παρηγοριές του τραγουδιού. Άμεση, μουσική ποίηση με μια απροσδόκητα σύγχρονη ματιά στη θλίψη.
Σελίδες από το «Λυρικά» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Τι λες σε έναν ξένο που η θάλασσα τού πήρε γυναίκα και παιδιά;
Ὀμπρός σου, ὦ ξένε, τρέμονταςζυγόνω ἀγάλι ‘γάλικαὶ προσκυνάω τὴ θλίψη σου·θλίψη βαθειά, μεγάλησὰν τὸ στοιχεῖο, ποῦ σ’ ἅρπαξεγυναῖκα καὶ παιδιά.Στὴ γῆ τὸ μάτι ἀδάκρυτονὰ προσηλόνῃς πᾶψε·τὴ συφορὰ ποῦ σ’ εὕρηκεπές, ξαναπὲς καὶ κλᾶψε·αὐτή ‘ναι, μαῦρε, ἡ μόνη σουἀθλία παρηγοριά. Πώς φέρνεις λουλούδια στη γιορτή της γυναίκας σου, όταν μόνο χώμα μένει στον τάφο;
Καὶ πῶς λουλούδια σήμερα στὸ μνῆμα νὰ σοῦ φέρω,ἐνῷ, γυναῖκα μου άκριβή,δύο φούχταις κόκκαλα καὶ γῆ΄ς αὐτὸ θαμμέναις ξέρω;Ἐδῶ, ποῦ χίλια ὁλόγυρα σημάδια τῆς ζωῆς σουβλέπω δακρύζοντας, ἐδῶμ’ ἣσυχη θλίψη ἐπιθυμῶνὰ κάμω τὴ γιορτή σου. Ένας ετοιμοθάνατος ζητά να δει για λίγο τα βουνά του.
Στὴν ξενιτειὰ πεθαίνω,πατρίδα μου ακριβή·θ’ ἀφήσω τὸ κορμὶσὲ χῶμα ξένο.Τοῦ κάκου αὐγὴ καὶ βράδυποθοῦσα νὰ σὲ ἰδῶ.Χριστέ! μὲ τὶ καϊμὸθὰ πάω στὸν Ἅδη!Δεῖξε μου κἃν τὴν ἔρμη,τὴ δοξασμένη γῆ,μὲ ἀπάτη σπλαχνική,βαρειά μου θέρμη! Ένας ποιητής κοιτά την ομορφιά του κόσμου και δεν νιώθει τίποτα, ώσπου τού μιλούν τα πουλιά.
Ἕνας θλιμμένος ποιητὴς ἐκύταζε μία μέραμὲ βλέμμα κρύο τὴ θάλασσα, τὴ γῆ καὶ τὸν αἰθέρα·τ’ ἄνθια, τὸ φῶς, τὰ κύματα χαμογελοῦσαν, δίχωςν’ ανοίξῃ μέσα του ἡ ψυχή, καὶ νὰ πετάξῃ ὁ στίχος·γιατὶ μία τόση ἀναισθησιὰ καὶ ξένη λάβρα τόση;Στὰ φυλλοκάρδια ὁ Θάνατος τὸν εἶχε φαρμακώσῃ.Λόγο δὲν ἔβγανε· μὲ μιᾶς περίσσια κατεβαίνουνπουλάκια ὡραῖα τριγύρω του καὶ ἀδελφικὰ τοῦ κρένουν:Στὴ συφορὰ ποῦ σ’ εὕρηκε, στὸν πόνο τῆς ψυχῆς σου,πετούμενο τοῦ Παρνασοῦ, τ’ ἄλλα πουλιὰ μιμήσου·ἀγκαλὰ πέφτει καὶ ‘ς ἐμᾶς πικρὸ θανάτου βόλι,κιλαϊδισμὸς ἀτέλειωτος εἶναι ἡ ζωή μας ὅλη. Ένας γιος πλέκει σε στεφάνι τα λουλούδια που αγαπούσε ο πατέρας του.
Τὰ σκόρπια λουλουδάκια, ὃσα μία μέρα,πρὶν τ’ ἂλλου κόσμου ἰδῇς τὸ θεῖο λιμάνι,εἶχαν γιὰ σὲ τόση εὐωδία, πατέρα,τὰ πλέκω τώρα, ἰδού, ‘ς ἓνα στεφάνι.Ἂχ! στοῦ τάφου σου μόνον τὸν ἀέραμὴν ἲσως τοῦτο θὰ σκορπάῃ λιβάνι,δίχως ἐλπίδα νἂχω ἐκεῖθε πέραγλυκὰ τοῦ Πίνδου ἀρώματα νὰ βγάνῃ; Κάποιος προτιμά να μείνει ξένος παρά να γυρίσει στην πατρίδα.
Πόσαις φοραίς, ἂν ἕνα πλοῖο μας εἶδαποῦ κατ’ αὐτοῦ μὲ βία τὸ κῦμα ἐχτύπα:φέρτε με, ἀδέλφια, εἰς τὴν ὡραία πατρίδα!Θλιμμένος εἶπα.Ὄχι τώρα – φευγᾶτε! Ἂς μὴ ταράξῃκἀνεὶς τὰ κοκκαλά μου! Ὅσο νὰ πλύνωμὲ δάκρυα τὴν ἀθλία, δειλή σας πράξη,ἐδῶ θὰ μείνω. Όσα υπόσχεται μια μάνα στο παιδί της καθώς κοιμάται.
Νάνι νάνι τὸ παιδί,ποῦ στὸν ὕπνο του θὰ ἰδῇὅσα ἡ τύχη θὰ τοῦ δώσῃσᾶ μία μέρα μεγαλώσῃ.Νά! μὲ μάτια σφαλιστά,βλέπει ξάστερα ὀμπροστά,ἀπὸ μία κορφὴ καὶ κάτουὅλο κτήματα δικά του.Χύνοντ’ ὅπου κατοικεῖτὰ φλωριὰ μὲ τὸ σακκί,καὶ στὸ νοῦ του μ’ εὐκολίαχύνετ’ ἄπειρη σοφία. Ένα πουλί σε κλουβί τραγουδά καλύτερα από μας, κι ο ποιητής αναρωτιέται γιατί.
Μικρὸ κανάρι,πόσο θὰ εὐφραίνεσαιμὲ τέτοια χάρηνὰ κιλαϊδῇς,ἐνῷ γιὰ σέναμάγια δὲν ἔχουνετὰ ζηλεμέναβραβεῖα τῆς γῆς!Μήπως ἡ μόνηκρυφὴ ἀγάλλιασητ’ ἀνθρώπου σώνῃγι’ ἀνταμοιβή;Ζητῶντας ἄλλη,χαρὰ δὲ χαίρεταιτόσο μεγάλη,τόσο ἁγνή. Μια υπεράσπιση της ποίησης που ξεκουράζει το κουρασμένο μυαλό.
Σοφέ, ποῦ πᾷς μερόνυχτα ζητῶντας τὴν ἀλήθεια,δὲν ἂφηκες κἀμμία φορὰναὒρουν ἀνάσαση γλυκειὰτὰ κουρασμένα στήθια;Ποτέ, σὲ κόπου δείλιασμα, δὲν ἒτυχε τραγοῦδι,μὲ οὐράνια δύναμη θερμή,νὰ σοῦ σηκώσῃ τὴν ψυχὴσὰν αὐγινὸ λουλοῦδι;Στοῦ ποιητῆ τὰ πλάσματα μὴ ρίχνῃς βλέμμα κρύο·φίλο νὰ ἒχεις καὶ ἀδελφό·ναί· τῆς ἡμέρας τὸ Θεὸλατρεύετε κ’ οἱ δύο. Γεράσιμος Μαρκοράς, 1890
Ποιήματα του Επτανήσιου ποιητή της γενιάς μετά τον Σολωμό, που γράφει για την ξενιτιά, τους τάφους και τις μικρές παρηγοριές του τραγουδιού. Άμεση, μουσική ποίηση με μια απροσδόκητα σύγχρονη ματιά στη θλίψη.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.