BookFeed English

Καλλίτσα

Αργύρης Εφταλιώτης (1849–1923), 1923

Κλασικά

Ένας Άγγλος περιηγητής ψάχνει στο Αποδούλο την οικογένεια μιας Κρητικοπούλας, κι ο τόπος τού ξετυλίγει ιστορίες για την πολιορκία, το θανατικό και τα παιδιά που άρπαξαν. Αφηγείται με τον ρυθμό μιας ιστορίας δίπλα στο τζάκι. Η αφήγηση προχωρά ήρεμα, σαν ιστορία δίπλα στο τζάκι, με λιτό λόγο και μνήμη βαριά από πένθος, πόλεμο και θαυμασμό.

Ατμόσφαιρα: θλίψη, θαυμασμός και γαλήνη. Μιλά για τη μνήμη, την οικογένεια και τον πόλεμο.

Σε ποιον ταιριάζει

Μπορεί να σου αρέσει αν σε τραβούν οι κρητικές ιστορίες, οι οικογενειακές μνήμες και η προφορική αφήγηση που ξετυλίγεται αργά. Έχει σκοτεινά θέματα, όπως το θανατικό, η πολιορκία και η αρπαγή παιδιών, και παλιότερη δημοτική γλώσσα.

Γιατί να το διαβάσεις

Μέσα από την αναζήτηση ενός Άγγλου περιηγητή, γνωρίζεις τις ιστορίες ενός κρητικού χωριού και τον τρόπο που τις κρατά ζωντανές η μνήμη του τόπου.

Σελίδες από το βιβλίο

Μια απόφαση σε καιρό θανατικού και μια στιγμή που δεν γυρίζει πίσω.

— Είχαμε τότες θανατικό στο χωριό μας, λέει ο Προεστός. Τέσσερα από τα παιδιά μας τα είχε παρμένα Χάρος. Μας έμνησκαν τρία, η Καλλίτσα, ο Γιάννης, κι ο Κωστάκης, το βυζαστάρικό μας. Για να γλυτώσουμε τα δύο τα μεγαλύτερα από το θανατικό, τα βάζουμε σε παράμερο καλύβι λίγο έξω από το χωριό, κοντά σε μια γυναίκα που είχε και δικά της άλλα τρία παιδιά. Εμείς με το μικρό τον Κωστάκη μείναμε σπίτι. Τότες ήταν που ξέσπασε το κακό. Τις ακούγαμε από μακριά τις φωνές τους, και δίχως μήτε πόρτες να κλειδώνουν έφευγαν όλοι προς το βουνό. Εμείς όμως είχαμε και τ’ άλλα δυο τα μικρά να κοιτάξουμε, κι είπα της Φωτεινής να προσμείνει λιγάκι, να πάω να μιλήσω της γριάς στο καλύβι και να της πω να μη φοβάται.

Μια μάνα ονειρεύεται ξανά την ίδια διάσωση, μα το άλογο πάντα της ξεφεύγει.

— Εκείνο μας το πήρε ο θεός σαν τα πρώτα, και δε μας πέφτει λόγος στο θέλημα του Θεού, λέει τώρα η Προεστίνα. Μα, η Καλλίτσα μου, η Καλλίτσα! Να, έτσι πάντα κατιτίς μου το κρυφολέει πως δεν την έχουμε χαμένη την Καλλίτσα για πάντα. Ως και στον ύπνο μου κάθε λίγο τη βλέπω. Τη βλέπω μες στο κοφίνι, τρέχω σαν τρελή να τη γλυτώσω, και μου ξεφεύγει πάντα τ’ άλογο το καταραμένο! Πόσες φορές του το ’πα του Προεστού μας να κινήσουμε μαθές ως το Μισίρι, να τη γυρέψουμε. Μα που ο τρόπος, και σαν πας, λέει, που να πρωτογυρέψεις! Και σε ποια χαρέμια θα σ’ αφήσουνε να μπεις! Κι αν τη βρεις, ποιος Πασάς θα σου τήνε δώσει, που τα γαλανά της τα μάτια μονάχα…

Ένας στρατιώτης βγαίνει απ’ τον δρόμο του για να κόψει χορτάρι κι αλλάζει τη ζωή μιας οικογένειας.

Κι έτσι σαν πέρασε η φουρτούνα και κατεβήκαμε στο ρημαγμένο μας το χωριό, μου την έφεραν πάλι πίσω τη Φωτεινή με το στεροπαίδι της. Τ’ ανοίξαμε πάλε το σπιτικό μας. Αχ και τι σπιτικό! Δεκατισμένο από το θανατικό, που μας έφαγε τρία, κι από των άπιστων τη ρημαξιά, που μας άρπαξε άλλα δυο, την Καλλίτσα και το Γιανάκη. Δίκιο είχα γω σαν το ’λεγα, τότες που φεύγαμε, της γριάς του καλυβιού πως δε θα περάσουν από κει απάνω οι Τούρκοι. Και μήτε πέρασαν από κει. Σαν τ’ αστροπελέκι που κόβει ίσιο δρόμο και ξολοθρεύει, έτσι διάβηκαν κι έφυγαν. Κι ωστόσο ένας τους—ο Εξαποδός πρέπει να τόνε σκούντηξε—βγήκε από το δρόμο του να μαζέψει για το ζο του χορτάρι. Και μαζεύοντας παίρνει το μάτι του το καλύβι! Ζυγώνει σιγανά σιγανά μην τύχει κι ήταν άντρες εκεί κοντά. Χτυπάει και ρωτάει ποιος κατοικούσε εκεί μέσα κι αν είχε άντρες.

Περισσότερα αποσπάσματα από το «Καλλίτσα»

Αργύρης Εφταλιώτης.Έζησε χρόνια στο Λονδίνο και μετέφρασε την Οδύσσεια στη δημοτική. Στις κρητικές ιστορίες του κρατά τον ρυθμό των παραμυθάδων του νησιού.

Βιβλία με παρόμοια αίσθηση

Όλα τα βιβλία σαν το «Καλλίτσα»

Περισσότερα βιβλία — Αργύρης Εφταλιώτης

Μαζώχτρα

Αργύρης Εφταλιώτης, 1900

Μια κοπέλα από την Κρήτη αγαπά τον άντρα που δεν πρέπει. Το χωριό κάνει όπλο το κουτσομπολιό κι εκείνη ψάχνει τρόπο να επιβιώσει.

Η Αγγέλικα

Αργύρης Εφταλιώτης, 1900

Μια δασκάλισσα φτάνει σ’ ένα μικρό νησιώτικο χωριό και το αναστατώνει. Κωμωδία για τη ματαιοδοξία, τις συνήθειες και το τίμημα του καλλωπισμού, γραμμένη στη ντοπιολαλιά του νησιού. Στα ελληνικά, χωρίς εκσυγχρονισμό. Ο Εφταλιώτης ήταν έμπορος στο Λονδίνο και στη Βομβάη πριν επιστρέψει στη Λέσβο, όπου βοήθησε να γίνει η δημοτική γλώσσα της λογοτεχνίας. Το 1904 εξέδωσε συλλογή δημοτικών τραγουδιών· τα ίδια τραγούδια που τραγουδούν εδώ οι κοπέλες.

Πού θα το βρεις

Βρες το βιβλίο · Στο Public

Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.

Ερωτήσεις αναγνωστών

Μου ταιριάζει το «Καλλίτσα»;
Μπορεί να σου αρέσει αν σε τραβούν οι κρητικές ιστορίες, οι οικογενειακές μνήμες και η προφορική αφήγηση που ξετυλίγεται αργά. Έχει σκοτεινά θέματα, όπως το θανατικό, η πολιορκία και η αρπαγή παιδιών, και παλιότερη δημοτική γλώσσα.
Πώς είναι το «Καλλίτσα»;
Η αφήγηση προχωρά ήρεμα, σαν ιστορία δίπλα στο τζάκι, με λιτό λόγο και μνήμη βαριά από πένθος, πόλεμο και θαυμασμό. Ατμόσφαιρα: θλίψη, θαυμασμός και γαλήνη. Μιλά για τη μνήμη, την οικογένεια και τον πόλεμο.
Τι να διαβάσω μετά το «Καλλίτσα»;
Αν σου άρεσε το «Καλλίτσα», δοκίμασε «Λουκής Λάρας» (Δημήτριος Βικέλας), «Η Πατρίδα» (Ανδρέας Καρκαβίτσας) και «Απομνημονεύματα» (Ιωάννης Βλαχογιάννης).

Μια γεύση από τη ροή

  1. Στα καμένα, οι άνθρωποι γυρίζουν ανάμεσα στα ερείπια των σπιτιών τους.

    Τοιούτος ο άνθρωπος. Προσκολλάται τοσούτω μάλλον εις ό,τι αγαπά, καθόσον κινδυνεύει να το απολέση. Όταν δε η απώλεια σφραγισθή και η ελπίς απέλθη, τότε προ πάντων η χηρευμένη καρδία αισθάνεται οπόσην περιέκλειεν αγάπην. Ούτω πλανώμεθα εις τα κοιμητήρια και καθήμεθα επί των πλακών, αι οποίαι σκεπάζουν τα λείψανα των απελθόντων αγαπητών μας. Ούτω μετά πυρκαϊάν αποτεφρώσασαν ολόκληρον συνοικίαν, βλέπεις ανθρώπους πλανωμένους εντός των καπνιζόντων εισέτι ερειπίων, και αναζητούντας τα ίχνη των εστιών των, και βλέποντας επί ώρας τον χώρον, όπου υψούτο η διαμονή των και τους λίθους, οίτινες απετέλουν του κοιτώνος των τους τοίχους.

    Λουκής Λάρας · Δημήτριος Βικέλας

  2. Μες στα τείχη, η ψείρα και το σκουλήκι μαλώνουν για τους πληγωμένους.

    Απόξω μαθαίναμεν ότι διαλύθηκαν· τους κυρίεψε ο Μπραΐμης κι’ ο Κιτάγιας. Αυτό μαθαίναμεν από τους Τούρκους· ότι μας κλείσαν στενά. Αφού μπήκε ο Κριτζώτης κι’ ο Μαμούρης, μας ζώσαν ολόγυρα το κάστρο με χαρακώματα κι’ ασκέρια πολλά μέσα ’σ αυτά. Το κάστρο πολεμοφόδια δεν είχε, ούτε άλλον ζαϊρέ όξω από κριθάρι μόνον. Χάθηκε ο ζαϊρές εξ αιτίας της ακαταστασίας των ανόητων. Κι’ αλοιφή και ξανθά δεν είχαμε τελείως. Κι’ όσοι πληγώνονταν πέθαιναν οι περισσότεροι, ότι βρωμούσαν· και μάλλωνε η ψείρα με το σκουλήκι. Τη βρώμα να υπόφερνε ο πληγωμένος, την ψείρα και πόνους ή την πείνα; Κι’ από αυτά πέθαιναν οι περισσότεροι. Εγώ τους έδινα ολίγον ζαϊρέ και κρασί να πλένουν τους γεράδες. Κι’ απολπίστηκαν όλοι.

    Απομνημονεύματα · Ιωάννης Βλαχογιάννης

  3. Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

    Συνέχισε στη ροή

Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.

Άνοιξε το BookFeed

Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.