Σελίδες από το «Καλλίτσα» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.
Μια απόφαση σε καιρό θανατικού και μια στιγμή που δεν γυρίζει πίσω.
— Είχαμε τότες θανατικό στο χωριό μας, λέει ο Προεστός. Τέσσερα από τα παιδιά μας τα είχε παρμένα Χάρος. Μας έμνησκαν τρία, η Καλλίτσα, ο Γιάννης, κι ο Κωστάκης, το βυζαστάρικό μας. Για να γλυτώσουμε τα δύο τα μεγαλύτερα από το θανατικό, τα βάζουμε σε παράμερο καλύβι λίγο έξω από το χωριό, κοντά σε μια γυναίκα που είχε και δικά της άλλα τρία παιδιά. Εμείς με το μικρό τον Κωστάκη μείναμε σπίτι. Τότες ήταν που ξέσπασε το κακό. Τις ακούγαμε από μακριά τις φωνές τους, και δίχως μήτε πόρτες να κλειδώνουν έφευγαν όλοι προς το βουνό. Εμείς όμως είχαμε και τ’ άλλα δυο τα μικρά να κοιτάξουμε, κι είπα της Φωτεινής να προσμείνει λιγάκι, να πάω να μιλήσω της γριάς στο καλύβι και να της πω να μη φοβάται.
— Καλλίτσα, Αργύρης Εφταλιώτης (1923)
Μια μάνα ονειρεύεται ξανά την ίδια διάσωση, μα το άλογο πάντα της ξεφεύγει.
— Εκείνο μας το πήρε ο θεός σαν τα πρώτα, και δε μας πέφτει λόγος στο θέλημα του Θεού, λέει τώρα η Προεστίνα. Μα, η Καλλίτσα μου, η Καλλίτσα! Να, έτσι πάντα κατιτίς μου το κρυφολέει πως δεν την έχουμε χαμένη την Καλλίτσα για πάντα. Ως και στον ύπνο μου κάθε λίγο τη βλέπω. Τη βλέπω μες στο κοφίνι, τρέχω σαν τρελή να τη γλυτώσω, και μου ξεφεύγει πάντα τ’ άλογο το καταραμένο! Πόσες φορές του το ’πα του Προεστού μας να κινήσουμε μαθές ως το Μισίρι, να τη γυρέψουμε. Μα που ο τρόπος, και σαν πας, λέει, που να πρωτογυρέψεις! Και σε ποια χαρέμια θα σ’ αφήσουνε να μπεις! Κι αν τη βρεις, ποιος Πασάς θα σου τήνε δώσει, που τα γαλανά της τα μάτια μονάχα…
— Καλλίτσα, Αργύρης Εφταλιώτης (1923)
Ένας στρατιώτης βγαίνει απ’ τον δρόμο του για να κόψει χορτάρι κι αλλάζει τη ζωή μιας οικογένειας.
Κι έτσι σαν πέρασε η φουρτούνα και κατεβήκαμε στο ρημαγμένο μας το χωριό, μου την έφεραν πάλι πίσω τη Φωτεινή με το στεροπαίδι της. Τ’ ανοίξαμε πάλε το σπιτικό μας. Αχ και τι σπιτικό! Δεκατισμένο από το θανατικό, που μας έφαγε τρία, κι από των άπιστων τη ρημαξιά, που μας άρπαξε άλλα δυο, την Καλλίτσα και το Γιανάκη. Δίκιο είχα γω σαν το ’λεγα, τότες που φεύγαμε, της γριάς του καλυβιού πως δε θα περάσουν από κει απάνω οι Τούρκοι. Και μήτε πέρασαν από κει. Σαν τ’ αστροπελέκι που κόβει ίσιο δρόμο και ξολοθρεύει, έτσι διάβηκαν κι έφυγαν. Κι ωστόσο ένας τους—ο Εξαποδός πρέπει να τόνε σκούντηξε—βγήκε από το δρόμο του να μαζέψει για το ζο του χορτάρι. Και μαζεύοντας παίρνει το μάτι του το καλύβι! Ζυγώνει σιγανά σιγανά μην τύχει κι ήταν άντρες εκεί κοντά. Χτυπάει και ρωτάει ποιος κατοικούσε εκεί μέσα κι αν είχε άντρες.
— Καλλίτσα, Αργύρης Εφταλιώτης (1923)
Το δύσκολο δεν είναι να βρεις τους ανθρώπους, αλλά να τους μιλήσεις.
Ανάγκη δεν ήταν κι απ’ αυτό το σημάδι να καταλάβει ο Μυλόρδος πως βρισκότανε στης Κυρα-Μπάρτλεης το σπιτικό, και πως αντίκρυ του είχε τον πατέρα και τη μάνα της πανώριας εκείνης κόρης, που τώρα κι οχτώ χρόνους ταξιδεύοντας ο φίλος του ο Μπάρτλεης στο Κάιρο, τη μάτιασε στο Παζάρι κι από έναν Αράπη την αγόρασε μικρή μικρή, και την ανάθρεψε μ’ ένα και μονάχο σκοπό, να την κάμει συντρόφισσα της αρχοντικιάς του ζωής. Αυτά, όμως όλα, πώς να τα ξεστομίσει με τρόπο που να μην αποτρελαθούν από τη χαρά τους οι μυριοβασανισμένοι οι γονιοί της, αυτό ως την ώρα ο Μυλόρδος δεν το καλοσυλλογίστηκε τόσο λίγο ίσως το ’λπιζε να τους βρει.
— Καλλίτσα, Αργύρης Εφταλιώτης (1923)
Πώς μοιάζει η περιέργεια χωρίς φρένα;
Σκοπός του αυτό το ταξίδι να μαζέψει υλικό για βιβλία δεν ήταν, αυτό το είχε καμωμένο σε ταξίδια πρωτυτερινά. Σκοπός του ήτανε να, πάει στ’ Αποδούλο, χωριουδάκι του Αμαριού, και να ξετρυπώσει μια φαμελιά που σε κείνα τα μέρη έπρεπε ακόμα να σώζεται. Έπρεπε να βρεθεί της Κυρίας Μπάρτλεης η μάνα κι ο πατέρας ή τουλάχιστο κάποιος της συγγενής. Σα δύσκολο πράμα να γυρεύεις, λέει, τη ρίζα και τη φύτρα μιανής Μπάρτλεης στ’ Αποδούλο της Κρήτης! Μα στον ακούραστο μας το Μυλόρδο, που ήταν καλός από δυο τρία μισοφαγωμένα ψηφιά, σε παλαιικό μαρμαροκόμματο απάνω ιστορίες αλάκερες να σκαρώνει, που κι από τα λόγια των Αμαριωτών αρχαιότητες μάζευε, σε κείνονα μήτε της Κυρά Μπάρτλεης το συγγενολόγι δε φαινότανε δύσκολο πράμα.
— Καλλίτσα, Αργύρης Εφταλιώτης (1923)
Γιατί ένας άντρας δεν άφηνε τη γυναίκα του να τον χαϊδέψει πριν από τη μάχη;
Ως τον Αρμυρό τους ακολουθήσαμε. Κάμποσες μέρες γυρίζαμε τα βουνά και τους ξεπαστρεύαμε όσους βγήκαν από το δρόμο τους να γλυτώσουν. Ως χίλιοι τους πρέπει να πήγανε τότες. Καλά και κάνεις το σταυρό σου, κερά μου. Για το τιμημένο το σώμα και το αίμα του Χριστού πολεμούσαμε τότες, κι ο παπάς με τη σημαία μπροστά μπροστά. Σίδερο η καρδιά μας, σίδερο και τα κορμιά μας. Χάδεμα δε δεχούμαστε από τις γυναίκες μας τις μέρες εκείνες. Σαν έχει το νου του σε φιλιά και σ’ αγάπες ο Σφακιανός, βόλι πικρό τον προσμένει στον πόλεμο. Μήτ’ ένας μας δε σκοτώθηκε στον πόλεμο εκείνο.
— Καλλίτσα, Αργύρης Εφταλιώτης (1923)
Ένας τελευταίος περίπατος στο ηλιοβασίλεμα, με δύο κουβέντες που δεν συναντιούνται.
Μετά μερικές μέρες, εκεί που κοίταζαν και καμάρωναν κι έκοβαν κι έραβαν από μακριά οι καταχαρούμενοι οι Αποδουλιώτες περπατούσανε στο βασίλεμα του ήλιου κατά τα ξώχωρα του Αποδούλου δίπλα στο Ψηλορείτη, και σεργιάνιζαν τις ομορφιές ολοτρόγυρα, η περήφανη η Φωτεινή με την πεντάμορφη κόρη της, και κάπου σιμά τους κι ο Μπάρτλεης με το Μυλόρδο. Οι δυο οι γυναίκες κουβεντιάζανε για τα παλιά τους, κι οι δυο οι άντρες για αρχαιότητες.
— Καλλίτσα, Αργύρης Εφταλιώτης (1923)
Οι ώρες πριν από τη μάχη: κανείς δεν κοιμάται και όλοι μετρούν τις δυνάμεις τους.
Καλοστρώνουνται οι φίλοι, μέσα στον κάμπο του Ασκυφού, και μας απαντέχουνε να κατεβούμε να τους προσκυνήσουμε. Εμείς πάλε είπαμε, παρά προσκύνημα κάλλιο την τέχνη μας την παλιά. Όλη νύχτα την περάσαμε τρέχοντας και ζητώντας βοήθεια από τα χωριά. Ως και στο Μάλαξα στείλαμε και φωνάξαμε τους μερικούς Ασκυφιώτες, που φύλαγαν εκείνο το κάστρο, να ’ρθουν κι αυτοί. Κι έτσι σαν ξημέρωσε και μαζευτήκαμε όλοι στον ξερόκαμπο, πρέπει να είμαστε καμιά πεντακοσαριά.
— Καλλίτσα, Αργύρης Εφταλιώτης (1923)
Η καταδίωξη δεν ωραιοποιείται, ούτε τα ζώα που αφήνουν πίσω τους.
Σιγά σιγά οι πεντακόσοι μας γίνουνται χίλιοι με τους χωριανούς που ολοένα μαζεύουνταν. Τρέχει τότες μια παρέα κατά τα βορινά του κάμπου και τους περεχάει κι από κει. Ξάφνισμα, και τρομάρα αμέσως οι Τούρκοι που βρίσκουνταν κατακεί. Κοντοστέκουνται μια στιγμή, κι ύστερα λάσπη! Τους τηρούν οι άλλοι κοντά μας, δρόμο κι αυτοί. Τους περνούμε τότες το κατόπι, και δώσ’ του βόλι στα πισινά τους καθώς τραβούσαν κατά το μονοπάτι που πάει στ’ Αποκόρωνα. Καθώς κατρακυλούσαν τα μέρη που ο λόγγος αρχινάει και στενεύει, παίρνουνε μερικοί μας δίπλα τα βουναράκια, και τρέχοντας σα λαγωνικά τους προκάνουμε ό,τι αρχίζανε και ξεμύτιζαν παρακάτω στη χαράδρα. Ένας ένας πέφτανε σαν τις μύγες. Κάμανε μια στιγμή να δείξουνε στήθος· μα γλήγορα το κατάλαβαν πως είναι χαμένοι, κι όπου φύγει φύγει πια τότες. Αφήνουν άλογα, μουλάρια, κανόνια, και παίρνουνε τα βουνά. Από το μέρος εκείνο του λόγγου ως το Κράπι στρωμένος ο τόπος νεκρούς.
Ένας Άγγλος περιηγητής ψάχνει στο Αποδούλο την οικογένεια μιας Κρητικοπούλας, κι ο τόπος τού ξετυλίγει ιστορίες για την πολιορκία, το θανατικό και τα παιδιά που άρπαξαν. Αφηγείται με τον ρυθμό μιας ιστορίας δίπλα στο τζάκι.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.