Μαζώχτρα
Αργύρης Εφταλιώτης, 1900
Μια κοπέλα από την Κρήτη αγαπά τον άντρα που δεν πρέπει. Το χωριό κάνει όπλο το κουτσομπολιό κι εκείνη ψάχνει τρόπο να επιβιώσει.
1849–1923
Στον Αργύρη Εφταλιώτη, το κουτσομπολιό, τα τοπικά έθιμα και οι λαϊκές αφηγήσεις δείχνουν πώς ζουν οι άνθρωποι στα νησιά και πώς κρίνουν ο ένας τον άλλον. Ξεκίνα με τη «Μαζώχτρα» για την ένταση μιας κλειστής κοινότητας ή με τις «Φυλλάδες του Γεροδήμου» για σύντομα, κοφτερά στιγμιότυπα της ελληνικής ζωής.
Ατμόσφαιρα: μνήμη, θαυμασμός και αγάπη.
Ξεκίνα με το «Μαζώχτρα».
Ο Εφταλιώτης γεννήθηκε στη Λέσβο και έγραφε στη δημοτική, κόντρα στην καθαρεύουσα. Μετέφρασε την Οδύσσεια στη δημοτική.
Για λίγο, ο κόσμος αρκεί. Δεν χρειάζεται να γίνει τίποτα.
Δεν άργησε να ζυγώσει τα δάση της σύδεντρης εκείνης κοιλάδας. Κοντοστέκεται, ρίχνει περίγυρα σιγανή ματιά, και διαλέγει πηχτόκλαδη και πλατύσκιωτη καστανιά. Εκεί από κάτω καθίζει, και γεύεται τ’ απλοϊκό της φαγί. Άψε σβήσε το γιόμα της. Λες κι ήτανε πουλί και τσίμπησε μερικά ψίχουλα. Ξαναδένει στο μεσάλι ό,τι απόμεινε, και τηράει πάλε γύρω με μάτια σα νυσταγμένα, ορθάνοιχτα όμως και γαλήνη γεμάτα· θάλασσα σωστή, όσο θέλεις βαθιά, μα αυτή την ώρα ατάραγη κι ακυμάτιστη. Δε βλέπει ψυχή πουθενά! Της ήρθε όρεξη να πλαγιάσει απάνω σε μερικά, κιτρινόφυλλα που θάρρειες πρόλαβαν και πέσανε, να της δώσουνε στρώμα πιο ταιριαστό. Τα πιότερα φύλλα γλυκόπαιζαν ακόμα το ’να με τ’ άλλο απάνω στους κλώνους. Πλάγιασε η Ασήμω ανάστηθα και ξένοιαστα, και κοίταζε την ολοπράσινη στέγωσή της, αναγυρισμένα τα δυο της μπράτσα ζερβόδεξα, και τα δάχτυλα μπλεγμένα απάνω στην αναμαλλιασμένη κορφή της. Αργύρης Εφταλιώτης, 1900
Μια κοπέλα από την Κρήτη αγαπά τον άντρα που δεν πρέπει. Το χωριό κάνει όπλο το κουτσομπολιό κι εκείνη ψάχνει τρόπο να επιβιώσει.
Αργύρης Εφταλιώτης, 1923
Ένας Άγγλος περιηγητής ψάχνει στο Αποδούλο την οικογένεια μιας Κρητικοπούλας, κι ο τόπος τού ξετυλίγει ιστορίες για την πολιορκία, το θανατικό και τα παιδιά που άρπαξαν. Αφηγείται με τον ρυθμό μιας ιστορίας δίπλα στο τζάκι.
Αργύρης Εφταλιώτης, 1900
Μια δασκάλισσα φτάνει σ’ ένα μικρό νησιώτικο χωριό και το αναστατώνει. Κωμωδία για τη ματαιοδοξία, τις συνήθειες και το τίμημα του καλλωπισμού, γραμμένη στη ντοπιολαλιά του νησιού. Στα ελληνικά, χωρίς εκσυγχρονισμό. Ο Εφταλιώτης ήταν έμπορος στο Λονδίνο και στη Βομβάη πριν επιστρέψει στη Λέσβο, όπου βοήθησε να γίνει η δημοτική γλώσσα της λογοτεχνίας. Το 1904 εξέδωσε συλλογή δημοτικών τραγουδιών· τα ίδια τραγούδια που τραγουδούν εδώ οι κοπέλες.
Αργύρης Εφταλιώτης, 1900
Σκόρπιες σελίδες γεμάτες νοσταλγία, σαρκασμό, τρυφερότητα και γλωσσικό πάθος, που υπερασπίζονται την ψυχή του λαού και τη ζωντανή γλώσσα του.
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.
Άνοιξε το BookFeedΔωρεάν, χωρίς εγγραφή.