BookFeed English

Η Πατρίδα

Ανδρέας Καρκαβίτσας (1865–1922), 1893

Κλασικά

Δυο παλιοί αγωνιστές συναντιούνται σαν ξένοι σ’ ένα μαγαζί της Σπηλιάς, στην Κέρκυρα, και μετρούν αλλιώς το τίμημα της Επανάστασης. Τραχύς δημοτικός λόγος, στεγνό χιούμορ, χωρίς συναισθηματισμούς. Ο τραχύς, λιτός λόγος και το στεγνό χιούμορ κρατούν χαμηλούς τόνους, ενώ η μνήμη του πολέμου και η πίκρα περνούν μέσα από τη συζήτηση.

Ατμόσφαιρα: νοσταλγία και θλίψη. Μιλά για τον πόλεμο, τη μνήμη και την ταυτότητα.

Σε ποιον ταιριάζει

Μπορεί να σου ταιριάξει αν σε ενδιαφέρουν οι παλιοί αγωνιστές, οι διαφορετικές μνήμες της Επανάστασης και η δημοτική πεζογραφία. Ο παλιότερος δημοτικός λόγος έχει τραχιά, εποχής χροιά και μπορεί να θέλει λίγη υπομονή.

Γιατί να το διαβάσεις

Διάβασέ το για μια λιτή ματιά στο άνισο τίμημα του αγώνα και στον τρόπο που δύο άνθρωποι θυμούνται διαφορετικά το κοινό τους παρελθόν.

Σελίδες από το βιβλίο

Δίπλα στον τιμημένο φίλο του, μετρά όσα έχασε.

Ο Ρουμελιώτης χολοταράχτηκε. Στην ορμητική κουβέντα του φίλου του είδε να συνεπαίρνονται όλα του τα αισθήματα, όπως κάτω από το κατρακύλημα του νερού ξεριζώνονται και τρίβονται και αφανίζονται τα δροσερά πολυτρίχια του βράχου. Και στη θέση τους ένιωσε να φυτρώσει και να τον ενοχλεί μια απορία πρωτόφαντη. Να αυτός, να κι ο φίλος του. Εκείνος αναπαύεται στους κόπους της νιότης του, τιμημένος από τον κόσμο, ευλογημένος από τους γονέους του, αγαπημένος από τους συγγενείς του. Προσμένει το θάνατο ήσυχος. Χέρια παιδιών θα του κλείσουν τα μάτια· μύριοι θα συναχτούν γύρω στο λείψανό του, να τον κλάψουν ειλικρινά και να βλογήσουν τη μνήμη του. Κι αυτός, που δεν αφιέρωσε ούτε ώρα της μακρινής ζωής του στη φροντίδα του εαυτού του, γυρίζει τώρα δίχως το τίποτε, περιφρονημένος από τον κόσμο, καταραμένος, βέβαια, από τους γονέους του, απορριμμένος από τους συγγενείς του.

Μια γυναίκα ταΐζει τη φωτιά με όσα έχουν οι άνθρωποι.

Άξαφνα ο ερεθισμένος του λογισμός ύφανε εμπρός του εικόνα ολοζώντανη. Μια ασπροφόρα, με κορμί και πρόσωπο αγγελοκάμωτο, στεκότανε κοντά σε μια μεγάλη φωτιά. Γύρω στη φωτιά λίγος, μα εκλεχτός κόσμος ερχόταν κι έριχνε μέσα πλούτη, ονόματα, γονέους, παιδιά, αδέρφια· αγάπες, πόθους, όνειρα, φιλοδοξίες, πάθη. Η φωτιά τ’ άρπαζε όλα, τα κατάπινε σαν φάρυγγας θεριού. Και η παρθένα με το πλάνο της χαμόγελο και το αυστηρό της βλέμμα, τους ζητούσε κι άλλα, «κι άλλα!» τους φώναζε πεισματάρα, απαιτητική, αχόρταγη. Και κείνοι, αφού έριχναν ό,τι κι αν είχαν μέσα, δίχως πίκρα, δίχως θυμό, έπεφταν τέλος κι οι ίδιοι και χάνονταν εκεί, όπως έσβησε και χώνεψε πριν κάθε χαρά τους και κάθε τους απόχτημα. Και κάτι του έλεγε μυστικά πως η παρθένα, η λάμια η αχόρταγη, ήταν η Πατρίδα. Ανυπόμονα έριξε τα μάτια περίγυρα να έβρει την ελπίδα, την ανταπόδοση να βρει σε κείνο τ ολοκαύτωμα· τίποτα!

Ένα πρόσωπο στην πόρτα που σου φαίνεται γνώριμο από παλιά.

Εδώ και πέντε λεφτά πριν ο ένας δε γνώριζε τον άλλον. Ο Γιωργάκης Λαμπρόπουλος καθότανε ανάμεσα στις πραμάτειες του, στα στρώματα και τα σκοινιά, τις στοίβες των κεφαλοτυριών και τους σωρούς των γυαλικών, τους ώμους στηρίζοντας στην κάσα του, το κεφάλι μισογυρισμένο, τα μάτια μισοκλεισμένα, κάτω από την πλέχτρα των σκόρδων και του κεράτου, σαν πολεμιστής ανάμεσα στις δάφνες της νίκης του, κάτω από την αγαπημένη του σημαία. Καθώς όμως πάτησε στο κατώφλι ο Πετρολέτσος ψηλός, λεβεντόκορμος, ξεσκλιάρης μα μεγαλόπρεπος, ζητώντας ένα όβολο τυρί να κολατσίσει, σαν να πλάκωσε ο ίσκιος του τον μπακάλη, σήκωσε το κεφάλι και η φωνή συγκλόνισε για μιας τ’ αποκαρωμένα νεύρα του. Σαν αστραπή πέρασε στο νου του η υποψία πως κάπου τ’ απάντησε το πρόσωπο εκείνο, κάπου την άκουσε κείνη τη φωνή, πως τ’ αγάπησε άλλοτε κείνο το κορμί.

Περισσότερα αποσπάσματα από το «Η Πατρίδα»

Ανδρέας Καρκαβίτσας.Γιατρός στο πολεμικό ναυτικό, γύρισε την Ελλάδα μαζεύοντας λαογραφικό υλικό. Με τις ηθογραφίες του έδωσε από τους πρώτους στους αγρότες και στους αγωνιστές τη δική τους δημοτική φωνή.

Βιβλία με παρόμοια αίσθηση

Όλα τα βιβλία σαν το «Η Πατρίδα»

Περισσότερα βιβλία — Ανδρέας Καρκαβίτσας

Ο ζητιάνος

Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1896

Ένας ζητιάνος-αρχιτέκτονας της απάτης και μια χωριατοπούλα που πιστεύει πως ένα καμένο νεφρό θα αλλάξει το παιδί της. Η Θεσσαλία του 1896, ωμή και ανατριχιαστικά επίκαιρη.

Ηρώων τέκνα

Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1911

Μια κωμική, ανελέητη ανατομία του εκλογικού πυρετού στο μετεπαναστατικό Μεσολόγγι, όπου τα παιδιά των ηρώων ανταλλάσσουν τη δόξα με ψήφους και θεοποιούν μια προσωπογραφία.

Πού θα το βρεις

Βρες το βιβλίο · Στο Public

Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.

Ερωτήσεις αναγνωστών

Μου ταιριάζει το «Η Πατρίδα»;
Μπορεί να σου ταιριάξει αν σε ενδιαφέρουν οι παλιοί αγωνιστές, οι διαφορετικές μνήμες της Επανάστασης και η δημοτική πεζογραφία. Ο παλιότερος δημοτικός λόγος έχει τραχιά, εποχής χροιά και μπορεί να θέλει λίγη υπομονή.
Πώς είναι το «Η Πατρίδα»;
Ο τραχύς, λιτός λόγος και το στεγνό χιούμορ κρατούν χαμηλούς τόνους, ενώ η μνήμη του πολέμου και η πίκρα περνούν μέσα από τη συζήτηση. Ατμόσφαιρα: νοσταλγία και θλίψη. Μιλά για τον πόλεμο, τη μνήμη και την ταυτότητα.
Τι να διαβάσω μετά το «Η Πατρίδα»;
Αν σου άρεσε το «Η Πατρίδα», δοκίμασε «Η βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη» (Δημήτριος Αινιάν), «Λουκής Λάρας» (Δημήτριος Βικέλας) και «Απομνημονεύματα» (Ιωάννης Βλαχογιάννης).

Μια γεύση από τη ροή

  1. Στα καμένα, οι άνθρωποι γυρίζουν ανάμεσα στα ερείπια των σπιτιών τους.

    Τοιούτος ο άνθρωπος. Προσκολλάται τοσούτω μάλλον εις ό,τι αγαπά, καθόσον κινδυνεύει να το απολέση. Όταν δε η απώλεια σφραγισθή και η ελπίς απέλθη, τότε προ πάντων η χηρευμένη καρδία αισθάνεται οπόσην περιέκλειεν αγάπην. Ούτω πλανώμεθα εις τα κοιμητήρια και καθήμεθα επί των πλακών, αι οποίαι σκεπάζουν τα λείψανα των απελθόντων αγαπητών μας. Ούτω μετά πυρκαϊάν αποτεφρώσασαν ολόκληρον συνοικίαν, βλέπεις ανθρώπους πλανωμένους εντός των καπνιζόντων εισέτι ερειπίων, και αναζητούντας τα ίχνη των εστιών των, και βλέποντας επί ώρας τον χώρον, όπου υψούτο η διαμονή των και τους λίθους, οίτινες απετέλουν του κοιτώνος των τους τοίχους.

    Λουκής Λάρας · Δημήτριος Βικέλας

  2. Μες στα τείχη, η ψείρα και το σκουλήκι μαλώνουν για τους πληγωμένους.

    Απόξω μαθαίναμεν ότι διαλύθηκαν· τους κυρίεψε ο Μπραΐμης κι’ ο Κιτάγιας. Αυτό μαθαίναμεν από τους Τούρκους· ότι μας κλείσαν στενά. Αφού μπήκε ο Κριτζώτης κι’ ο Μαμούρης, μας ζώσαν ολόγυρα το κάστρο με χαρακώματα κι’ ασκέρια πολλά μέσα ’σ αυτά. Το κάστρο πολεμοφόδια δεν είχε, ούτε άλλον ζαϊρέ όξω από κριθάρι μόνον. Χάθηκε ο ζαϊρές εξ αιτίας της ακαταστασίας των ανόητων. Κι’ αλοιφή και ξανθά δεν είχαμε τελείως. Κι’ όσοι πληγώνονταν πέθαιναν οι περισσότεροι, ότι βρωμούσαν· και μάλλωνε η ψείρα με το σκουλήκι. Τη βρώμα να υπόφερνε ο πληγωμένος, την ψείρα και πόνους ή την πείνα; Κι’ από αυτά πέθαιναν οι περισσότεροι. Εγώ τους έδινα ολίγον ζαϊρέ και κρασί να πλένουν τους γεράδες. Κι’ απολπίστηκαν όλοι.

    Απομνημονεύματα · Ιωάννης Βλαχογιάννης

  3. Τη νύχτα, πράγματα δίχως όνομα περπατούν στο δωμάτιό σου.

    Την νύκτα, Δέσποτα Χριστέ μου, τον νου και την ψυχή μου φύλαττέ μου σαν γύρω μου αρχινούν και περπατούνε Όντα και Πράγματα που όνομα δεν έχουν και τ’ άσαρκα ποδάρια των στην κάμαρή μου τρέχουν και κάμνουν στο κρεβάτι μου κύκλο για να με διούνε — και με κοιτάζουν σαν να με γνωρίζουν σαν να καγχάζουν άφωνα που τώρα με φοβίζουν.

    Ανέκδοτα · Κωνσταντίνος Καβάφης

  4. Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

    Συνέχισε στη ροή

Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.

Άνοιξε το BookFeed

Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.