1.Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα
Κωνσταντίνος Θεοτόκης, 1922
Κοινά στοιχεία: μελαγχολία και τρυφερότητα. Η τελευταία νύχτα της γυναίκας του Θωμά Καραβέλα, δίπλα σ’ ένα λυχνάρι που σβήνει: ένα παράξενο, τρυφερό βιβλίο για την επιθυμία να κρατηθείς στη ζωή.
Κ’ ἡ κόκκινη φλόγα τοῦ λυχναριοῦ ἀνεβοκατέβαινε κ’ ἐκάπνιζε, κ’ ἔρριχνε τὸ τσιμπλιασμένο φυτίλι κάθε τόσο μικρὲς σπιθοῦλες καὶ κάθε τόσο ἐχαμήλωνε τὸ φῶς. Μία χοντρὴ καύτρα, σὰν ἀναμμένο κόκκινο κάρβουνο, εἶχε σταθεῖ πάνω στὸ φυτίλι, κ’ ἔκανε λιγώτερο λαμπρὴ τῆς φλόγας τὴ λάμψη. Καὶ κάθε φορὰ ποῦ τὸ φως ἐψήλαινε, κατέβαινε ἔπειτα περισσότερο, σὰ νἄθελε μονομιὰς νὰ σβήσει, κι’ ἀνέβαινε πάλι σὰ νὰ μὴν ἤθελε οὔτε κεῖνο νὰ πεθάνει. Κι’ ὁ Θωμᾶς, ποῦ ἐκάπνιζε πάντα τὸ τσιγάρο του, ὅλο ἀποφάσιζε νὰ σηκωθεῖ νὰ ξεφυτιλήσει τὸ λυχνάρι καὶ νὰ τοῦ δώσει λίγο λάδι, κι’ ὅλο ἀνάβαλλε τὴ στιγμή, κρίνοντας πῶς τὸ φῶς του ἠμποροῦσε ἀκόμα νὰ βαστάξει λίγη ὥρα, καὶ σὰ νὰ ἐφοβότουν μήπως μ’ αὐτὸ τὸ λάδι ἐμάκραινε καὶ τὴ ζωὴ τῆς ἑτοιμοθάνατης· καὶ τὰ μάτια του ὥς τόσο ἦταν βαρειὰ ἀπὸ τὸν ὕπνο, κ’ ἐκλειοῦσαν γλυκὰ ἀνάμεσα σὲ μία τραβηξιὰ καὶ σὲ μίαν ἄλλη. 