Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα
Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1872–1923), 1922
Η τελευταία νύχτα της γυναίκας του Θωμά Καραβέλα, δίπλα σ’ ένα λυχνάρι που σβήνει: ένα παράξενο, τρυφερό βιβλίο για την επιθυμία να κρατηθείς στη ζωή. Μια γυναίκα περνά την τελευταία της νύχτα δίπλα σ’ ένα λυχνάρι που τρεμοσβήνει· η αφήγηση είναι λιτή, μελαγχολική και τρυφερή.
Ατμόσφαιρα: μελαγχολία και τρυφερότητα. Μιλά για τον θάνατο και την εξουσία.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσει αν σε αγγίζουν τα σύντομα, λυρικά μυθιστορήματα που κοιτούν κατάματα τον θάνατο και την επιθυμία για ζωή. Η ατμόσφαιρα είναι βαριά και η παλιά γλώσσα της έκδοσης ίσως χρειαστεί λίγη υπομονή.
Γιατί να το διαβάσεις
Διάβασέ το για μια πυκνή ματιά σε μια νύχτα όπου η ζωή κρέμεται από μικρές κινήσεις και αναβολές. Το λυχνάρι και το ταμπακοσακούλι δίνουν στο πένθος μια απτή, καθημερινή παρουσία.
Σελίδες από το βιβλίο
Το λυχνάρι σβήνει κι αυτό, κι εκείνος όλο αποφασίζει να το σώσει και όλο αναβάλλει.
Κ’ ἡ κόκκινη φλόγα τοῦ λυχναριοῦ ἀνεβοκατέβαινε κ’ ἐκάπνιζε, κ’ ἔρριχνε τὸ τσιμπλιασμένο φυτίλι κάθε τόσο μικρὲς σπιθοῦλες καὶ κάθε τόσο ἐχαμήλωνε τὸ φῶς. Μία χοντρὴ καύτρα, σὰν ἀναμμένο κόκκινο κάρβουνο, εἶχε σταθεῖ πάνω στὸ φυτίλι, κ’ ἔκανε λιγώτερο λαμπρὴ τῆς φλόγας τὴ λάμψη. Καὶ κάθε φορὰ ποῦ τὸ φως ἐψήλαινε, κατέβαινε ἔπειτα περισσότερο, σὰ νἄθελε μονομιὰς νὰ σβήσει, κι’ ἀνέβαινε πάλι σὰ νὰ μὴν ἤθελε οὔτε κεῖνο νὰ πεθάνει. Κι’ ὁ Θωμᾶς, ποῦ ἐκάπνιζε πάντα τὸ τσιγάρο του, ὅλο ἀποφάσιζε νὰ σηκωθεῖ νὰ ξεφυτιλήσει τὸ λυχνάρι καὶ νὰ τοῦ δώσει λίγο λάδι, κι’ ὅλο ἀνάβαλλε τὴ στιγμή, κρίνοντας πῶς τὸ φῶς του ἠμποροῦσε ἀκόμα νὰ βαστάξει λίγη ὥρα, καὶ σὰ νὰ ἐφοβότουν μήπως μ’ αὐτὸ τὸ λάδι ἐμάκραινε καὶ τὴ ζωὴ τῆς ἑτοιμοθάνατης· καὶ τὰ μάτια του ὥς τόσο ἦταν βαρειὰ ἀπὸ τὸν ὕπνο, κ’ ἐκλειοῦσαν γλυκὰ ἀνάμεσα σὲ μία τραβηξιὰ καὶ σὲ μίαν ἄλλη. Σκεπάζει το πρόσωπό της κι ύστερα θυμάται τα κλειδιά στη ζώνη της.
Κ’ ἔπειτα τῆς ἐσκέπασε τὸ πρόσωπο μὲ τὴ δίπλα τοῦ λεροῦ σεντονιοῦ, κ’ ἐβάδισε πρὸς τὴν πόρτα. Ὅταν ἄξαφνα ἐσυλλογίστηκε πῶς ἡ ἀδερφή του μὲ τὴ σαβανώτρα θ’ ἄνοιγαν τὴν κασέλα, γιατὶ ἔπρεπε νὰ ντύσουν τὸ λείψανο, καὶ θὰ μποροῦσαν αὐτὲς νὰ κλέψουν ὅ,τι ἤθελαν ἀπὸ τὰ προικιά της. Κ’ ἔτσι ξανᾶρθε πάλι στὸ κρεββάτι ἔβαλε τὰ χέρια του κάτου ἀπὸ τὰ σκεπάσματα, ἐπῆρε ἀπὸ τὴ ζώνη τῆς πεθαμένης τὰ κλειδιά, ἐπῆγε κι’ ἄνοιξε ὁ ἴδιος τὴν κασέλα, ἐδιάλεξε ἀνάμεσα στὰ στιβασμένα φορέματα τ’ ἀσπρόρουχα ποῦ ἔπρεπε νὰ τῆς φορέσουν, ξανακλείδωσε τέλος, ἔβαλε τὰ κλειδιὰ στὴν τσέπη του, ἐκοίταξε παντοῦ μὴν ἦταν τίποτα παραιτημένο, ἐφύλαξε στοῦ τραπεζιοῦ τὸ συρτάρι τὸ ξύλινο κουτάλι καὶ δύο χοντρὰ πιάτα, ἔβαλε στὸ ράφι τὸ γυάλινο ποτήρι, ἔχυσε ἀπὸ τὸ παράθυρο τὸ τελευταῖο γιατρικό, ξανάβαλε τὸ φλασκὶ στὸ ράφι, κ’ ἐβγῆκε γιὰ νὰ ταγίσει τὸ ζῶ του. Δύο άνθρωποι ακούν τόσο προσεκτικά μια ανάσα, που ξυπνάει γύρω τους όλο το χωριό.
Κι’ ἀκολούησε πάλι νεκρικὴ σιωπή. Ἐπρόσεχαν κ’ οἱ δύο πῶς ἔπαιρνε ἄταχτα τὴν πνοή της, κάθε μορφασμὸ πὤκαναν τὰ φρυμένα χείλη της, κάθε κίνημα τοῦ λαρυγγιοῦ της, κάθε μικρὸ ἀνοιγόκλεισμα τοῦ ματιοῦ της, προσμένοντας κ’ οἱ δύο τὸ γλήγορο τέλος της. Καὶ γιὰ μία στιγμὴ ἡ σιγαλιὰ τῆς νύχτας ἐζωντάνεψε. Σὲ κάποια γειτονιὰ τοῦ χωριοῦ ἕνας πετεινὸς ἐλάλησε, μία, δύο, τρεῖς φορές, κ’ ἐσώπασε. Καὶ τοῦ ἀποκρίθηκαν σὲ μία στιγμὴ ἀπὸ διάφορα μέρη δύο, ἔπειτα τρεῖς, ἔπειτα κι’ ἄλλοι πολλοὶ πετεινοί, καὶ τὸ λάλημα ὅλο ἐσίμωνε ἀπὸ γειτονιὰ σὲ γειτονιά, σ’ ὅλο τὸ χωριό, καὶ τώρα ἀκούστηκαν ξάστερα καὶ βροντερὰ τὰ λαλήματα τοῦ πετεινοῦ τῆς γειτονιᾶς τους, καὶ πλιὸ ξάστερα ἀκόμα ἐβγῆκαν μέσα ἀπὸ τὸ στάβλο τοῦ Ἀργύρη δυνατὰ καὶ χαρμόσυνα. Κ’ ἔπειτα τῆς γειτονιᾶς τὰ ὀρνίθια ἐσίγασαν, κι’ ἀκούστηκαν πάλι τὰ μακρινώτερα λαλήματα, ὥς ποῦ σὲ λίγο πάλι ἡ σιγαλιὰ ἁπλώθηκε κ’ ἐβασίλεψε. Περισσότερα αποσπάσματα από το «Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα»
Κωνσταντίνος Θεοτόκης.Ο Θεοτόκης έγραψε τη νουβέλα στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ενώ πέθαινε από λευχαιμία, στα πενήντα ένα του. Έζησε στην Κέρκυρα και μετέφρασε στα ελληνικά έργα του Χάουπτμαν και του Γκαίτε· η νουβέλα έμεινε σχεδόν άγνωστη.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Περισσότερα βιβλία — Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Η Παντρειά της Σταλαχτής
Κωνσταντίνος Θεοτόκης, 1912
Στ’ αλώνια και στ’ αμπέλια της παλιάς Κέρκυρας, η τιμή μιας κοπέλας κρίνεται από την υπόσχεση ενός πλούσιου, κι όλο το χωριό κοιτάζει.
Η ζωή του χωριού
Κωνσταντίνος Θεοτόκης, 1914
Ένα χωριό της Κέρκυρας, ένας χορός κι ένα μαντίλι που κρίνουν μια ολόκληρη ζωή. Ο Θεοτόκης γράφει για την ελληνική ύπαιθρο χωρίς ίχνος εξωραϊσμού.
Κάιν
Κωνσταντίνος Θεοτόκης, 1913
Ένας βοσκός σκοτώνει τον αδερφό του για το κοπάδι κι ύστερα πρέπει να ζήσει στο ίδιο σπίτι, στο ίδιο χωριό, μέσα στο ίδιο του το δέρμα.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα»;
- Μπορεί να σου αρέσει αν σε αγγίζουν τα σύντομα, λυρικά μυθιστορήματα που κοιτούν κατάματα τον θάνατο και την επιθυμία για ζωή. Η ατμόσφαιρα είναι βαριά και η παλιά γλώσσα της έκδοσης ίσως χρειαστεί λίγη υπομονή.
- Πώς είναι το «Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα»;
- Μια γυναίκα περνά την τελευταία της νύχτα δίπλα σ’ ένα λυχνάρι που τρεμοσβήνει· η αφήγηση είναι λιτή, μελαγχολική και τρυφερή. Ατμόσφαιρα: μελαγχολία και τρυφερότητα. Μιλά για τον θάνατο και την εξουσία.
- Τι να διαβάσω μετά το «Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα»;
- Αν σου άρεσε το «Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα», δοκίμασε «Ἡ Δασκαλομάννα» (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης), «Ο πύργος του ακροπόταμου» (Κωσταντίνος Χατζόπουλος) και «Ποιητικές συλλογές» (Κώστας Καρυωτάκης).
Μια γεύση από τη ροή
Πώς μοιάζει ένα σχολείο όταν ο θόρυβός του ακούγεται από διακόσια βήματα μακριά;
Ἀλλὰ πρὸ ἡμισείας ὥρας, ἐάν τις διήρχετο εἰς ἀπόστασιν διακοσίων βημάτων ἔξωθεν τοῦ σχολείου, θὰ ἐνόμιζεν ὅτι ἦτο θηριοτροφεῖον εἰδικὸν διὰ θῶας τῆς ἐρήμου καὶ δι’ ἄλλα ἀνήσυχα ἀγρίμια. Τὰ παιδία ἐχόρευαν, ἐπήδων, ἐσκίρτων, ἐφώναζαν, διεπληκτίζοντο, ἐγέλων, ἔκλαιον. Ἦτο θέρος καὶ καύσων πνιγηρός. Παμμιγὴς βοὴ ἀνήρχετο διὰ τῶν ὀκτὼ ἀνοικτῶν μεγάλων παραθύρων, ἐχόντων ὅλα σχεδὸν τὰ ὑαλία σπασμένα καὶ τὰ πλεῖστα παραθυρόφυλλα φαγωμένα, τοὺς στροφεῖς ἐσκωριασμένους. Τὰ θρανία χωλά, κινούμενα, χορεύοντα, ἐφαίνοντο ὡς σχεδίαι πλέουσαι ἐντὸς τοῦ κύματος τῶν παιδικῶν κεφαλῶν. Ἡ διδασκαλικὴ ἕδρα ὑψηλή, μὲ τὰ φατνώματα σαπρά, κεχηνότα, ὡμοίαζε μὲ βάρκαν ξουριασμένην μακρὰν τοῦ λιμένος ὑπὸ τοῦ ἀνέμου.
Ἡ Δασκαλομάννα · Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Η ζωή σου είναι μια σειρά αποφάσεων ή ένα ποτάμι που σε σέρνει;
Ο Θώμος Κρανιάς άφησε πάντα να κυβερνά το θέλημα της μοίρας. Έτσι πέρασε η ζωή του ίσια με σήμερα· να της αντισταθεί τώρα στα γεράματα μεμιάς, δε γίνεται. Καλοδεχούμενα λοιπόν όσα φέρνει η ώρα. Έχει ο θεός, είναι μεγάλος. Δε θ’ αφήσει να πάει χαμένο το γένος του Κρανιά. Τη θέση του και την υπόληψη εδώ στην πόλη ακόμα δε την έχασε· οι φίλοι θα ξαναβοηθήσουν, η αγορά θα δώσει βερεσέ όσο να ’ρθουνε πάλι βολικά τα πράματα. Αφού η ζωή είναι τέτοια, τι να κάμεις; Δεν μπορείς να την αλλάξεις με το θέλημά σου. Πότε με την αλήθεια θα την περάσεις, πότε με το ψέμα, με τον αέρα της θα πας πάντα. Αυτή είναι η φιλοσοφία του Θώμου Κρανιά.
Ο πύργος του ακροπόταμου · Κωσταντίνος Χατζόπουλος
Μια κιθάρα που έχει χαλάσει, μια κεραία που θα σπάσει, αισθήσεις που σκορπίζουν.
Εἴμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες. Ὁ ἄνεμος, ὅταν περνάει, στίχους, ἤχους παράφωνους ξυπνάει στὶς χορδὲς ποὺ κρέμονται σὰν καδένες. Εἴμαστε κάτι ἀπίστευτες ἀντέννες. Ὑψώνονται σὰ δάχτυλα στὰ χάη, στὴν κορυφή τους τἄπειρο ἀντηχάει, μὰ γρήγορα θὰ πέσουνε σπασμένες. Εἴμαστε κάτι διάχυτες αἰσθήσεις, χωρὶς ἐλπίδα νὰ συγκεντρωθοῦμε. Στὰ νεῦρα μας μπερδεύεται ὅλη ἡ φύσις. Στὸ σῶμα, στὴν ἐνθύμηση πονοῦμε. Μᾶς διώχνουνε τὰ πράγματα, κ’ ἡ ποίησις εἶναι τὸ καταφύγιο ποὺ φθονοῦμε.
Ποιητικές συλλογές · Κώστας Καρυωτάκης
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή