Ο Αρχαιολόγος
Ανδρέας Καρκαβίτσας (1866–1922), 1904
★ 3,32 από 102 βαθμολογίες στο Goodreads
Ένας περήφανος λόγιος σκάβει για τη δόξα της γενιάς του και βρίσκει σαπίλα στη ρίζα. Ένα μυθιστόρημα για την κληρονομιά, την αυτοεφεύρεση και τα ρούχα που δεν ήταν ποτέ δικά σου. Με λυρική, μελαγχολική φωνή και ήρεμο ρυθμό, παρακολουθείς έναν λόγιο να ψάχνει τη δόξα της οικογένειάς του και να αμφιβάλλει για την κληρονομιά της.
Ατμόσφαιρα: μελαγχολία, θαυμασμός και δέος. Μιλά για την οικογένεια, τη φιλοδοξία και τη μνήμη.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσει αν σε τραβούν τα μυθιστορήματα για την οικογένεια, τη μνήμη και τις ιδέες, με ζωντανές περιγραφές της υπαίθρου. Η πλοκή μπορεί να σου φανεί αργή, οι χαρακτήρες σχηματικοί και το μήνυμα υπερβολικά ξεκάθαρο ή ξεπερασμένο.
Γιατί να το διαβάσεις
Η αναζήτηση του ήρωα φωτίζει το βάρος της καταγωγής και την ανάγκη να φτιάξεις τη δική σου ταυτότητα. Διάβασέ το για τη λυρική πρόζα και την ιστορική του ματιά.
Σελίδες από το βιβλίο
Η μέρα που καταλαβαίνεις πως το παλτό του πατέρα σου δεν θα σου κάνει ποτέ.
Μια τέτοια ζωή άλλαξε σημαντικά το Δημητράκη. Η κόρη με τ’ απλά λόγια της, ξύπνησε μέσα του κάποια νέα σκέψη. Δεν έβλεπε τον κόσμο όπως και πριν. Ούτε τον κόσμο, ούτε τους ανθρώπους. Αν τώρα θυμότανε την υπόσχεση που έδινε στη μάννα του, κοκκίνιζε σαν παπαρούνα. Η ξυππασιά που είχε για την καταγωγή του, έπεσε αποπάνω του σαν αποφόρι. Στην αρχή μάλιστα ξαφνίστηκε για τούτο. Πίστεψε πως ήταν θεόγυμνος. Ντράπηκε να παρουσιαστή έτσι στο χωριό. Μα τα λόγια της Ελπίδας τον έντυσαν με την υπομονή και την αυτοπεποίθηση. Μάλιστα ντράπηκε που ντράπηκε. «Κάλλιο γυμνός παρά με ξένα ρούχα κι’ ας είν’ και του πατέρα μου» σκέφτηκε. Γυμνός ως που να υφάνη με τα χέρια του καινούριο παννί. Έβλεπε ξάστερα πως για να το υφάνη αυτό το παννί έπρεπε να καθίση σε άλλον αργαλειό κι όχι σε κείνον που καθόταν ο αδερφός του. Εκείνος ήταν παλιός. Αντίς για ντύμα έβγανε σάββανο. Στον πάγκο του, ένας γέρος ξυπνά τα τραγούδια που έχει ξεχάσει το χωριό.
Ο γέρο Μαλαματένιος μηχανεύεται χίλια δυο πράματα. Κόβει ξύλα και τα πουλεί στα σπίτια· κόβει έλατα και φτιάνει κλειδοπίνακα, βαρελάκια, τσότρες, ξυλοκάνατα. Κόβει στο ρέμμα λυγαριές και πλέκει κανίστρες και κοφίνια για τον τρύγο. Κεντά αγκλίτσες για τους τσελιγκάδες, μπαστούνια για τους προεστούς, δεκανίκια για τις γριές, φλογέρες για τους πιστικούς και για τα βοσκαρούδια σουραύλια. Άμα συνάξη αρκετά, φορτώνει το γαϊδουράκι του και πηγαίνει κάτου στο χωριό να τα ξεκάμη. Έχει μια ωρισμένη θέση στο παζάρι κ’ εκεί ξεφορτώνει. Τ’ απλώνει απάνου στην πλάκα κι αρχίζει το διαλάλημα. Δε διαλαλή με φωνές παρά με το σουραύλι του. Τ’ αρμόζει καλά στα χείλη του κι αρχίζει να στέλνη περαδώθε τους ηχούς. Οι χωριάτες ξαφνίζονται· αφίνουν αμέσως τα παζάρια τους και το τριγυρίζουν, σαν πουλάκια στο κράξιμο της νοικοκυράς. Εκείνος λαλεί· λαλεί και τους χύνει στα στήθη καημούς γνώριμους μα ξεχασμένους· χαρές αφάνταστες, πόνους και τρόπους κοιμισμένους, ρυθμούς αμολόγητους. Η βαριά ησυχία ενός πρωινού, όταν τίποτα δεν αξίζει να σηκωθείς για να το κάνεις.
Την αυγή σαν ξύπνησε ο αρχαιολόγος του κάστηκε πως ήταν δέκα χρόνια γεροντότερος. Δεν είχε δύναμη να σηκωθή από το κρεββάτι. Όχι δεν είχε δύναμη, αλλά και τόβρισκε όλως διόλου περιττό. Τι είχε να κάμη τάχα; Να διαβάση; Δεν είχαν νόστα τα βιβλία του. Να εργασθή; Όχι! πολύν καιρό θα κάμη να πατήση στο χτήμα. Εκείνο το χτεσινοβράδυνο θέαμα πλάκωσε με πάγο τον ενθουσιασμό του. Έμεινε λοιπόν ανασκελωμένος στο κρεββάτι, με τα μάτια ορθάνοιχτα κι ακίνητα σαν υπνωτισμένος. Το αυγινό φως χυνότανε ψόφιο από τα παράθυρα και τούδειχνε τα σωθέματα λερά, σαν κουρελόπανα. Απόξω ούτε φωνή, ούτε θόρυβος. Μόνον της βρύσης το μουρμούρισμα έφτανε μέσα μονότονο και τούφερνε λιποψυχιά. Όχι νερό· το αίμα της καρδιάς του έχυνε απ’ τον κρουνό της η βρύση. Τι λένε οι αναγνώστες
Οι αναγνώστες συχνά επαινούν την πρόζα, την αλληγορία και την ιστορική συνάφεια του έργου, ενώ ορισμένοι βρίσκουν τις αγροτικές περιγραφές ζωντανές και συγκινητικές. Άλλοι βαριούνται την πλοκή, θεωρούν τους χαρακτήρες σχηματικούς και βρίσκουν το μήνυμα υπερβολικά ρητό ή το έργο ξεπερασμένο.
Ανδρέας Καρκαβίτσας.Ο Καρκαβίτσας εργάστηκε ως γιατρός στην επαρχία και ως γιατρός σε πλοία. Στα ταξίδια του μάζευε δημοτικά τραγούδια, ενώ οι θαλασσινές ιστορίες του, «Λόγια της πλώρης» (1899), γεννήθηκαν πάνω στα καταστρώματα.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1892
Κοινά στοιχεία: μνήμη και οικογένεια.
Περισσότερα βιβλία — Ανδρέας Καρκαβίτσας
Ο ζητιάνος
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1896
Ένας ζητιάνος-αρχιτέκτονας της απάτης και μια χωριατοπούλα που πιστεύει πως ένα καμένο νεφρό θα αλλάξει το παιδί της. Η Θεσσαλία του 1896, ωμή και ανατριχιαστικά επίκαιρη.
Λόγια της Πλώρης
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1899
Ναυτικοί, σφουγγαράδες και καπετάνιοι μιλούν για τη δικαιοσύνη της θάλασσας, τα τέρατα και τους νεκρούς της. Ιστορίες που μετατρέπουν τη λαϊκή πίστη σε λογοτεχνία με αλμύρα.
Ηρώων τέκνα
Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1911
Μια κωμική, ανελέητη ανατομία του εκλογικού πυρετού στο μετεπαναστατικό Μεσολόγγι, όπου τα παιδιά των ηρώων ανταλλάσσουν τη δόξα με ψήφους και θεοποιούν μια προσωπογραφία.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Ο Αρχαιολόγος»;
- Μπορεί να σου αρέσει αν σε τραβούν τα μυθιστορήματα για την οικογένεια, τη μνήμη και τις ιδέες, με ζωντανές περιγραφές της υπαίθρου. Η πλοκή μπορεί να σου φανεί αργή, οι χαρακτήρες σχηματικοί και το μήνυμα υπερβολικά ξεκάθαρο ή ξεπερασμένο.
- Πώς είναι το «Ο Αρχαιολόγος»;
- Με λυρική, μελαγχολική φωνή και ήρεμο ρυθμό, παρακολουθείς έναν λόγιο να ψάχνει τη δόξα της οικογένειάς του και να αμφιβάλλει για την κληρονομιά της. Ατμόσφαιρα: μελαγχολία, θαυμασμός και δέος. Μιλά για την οικογένεια, τη φιλοδοξία και τη μνήμη.
- Τι να διαβάσω μετά το «Ο Αρχαιολόγος»;
- Αν σου άρεσε το «Ο Αρχαιολόγος», δοκίμασε «Αρφανούλα» (Αλέξανδρος Μωραϊτίδης), «Ο πύργος του ακροπόταμου» (Κωσταντίνος Χατζόπουλος) και «Η Πάπισσα Ιωάννα» (Εμμανουήλ Ροΐδης).
Μια γεύση από τη ροή
Μια τεράστια ροκάνα μπαίνει μπροστά στον πάγκο με τα παιχνίδια για να αναγγείλει τη γιορτή.
Οὕτω λοιπὸν ὁ Σπῦρος τοῦ γέρω−Λαχανᾶ, μὲ τὴν πονηρίαν του καὶ μὲ τὴν φυσικὴν ἀγαθότητα τῆς Ἀρφανούλας τὰ κατάφερε πάλιν· καὶ τὸν εἴδομεν τὴν παραμονὴν τῆς πρωτοχρονιᾶς πρωῒ − πρωΐ, παρὰ τὸ Ἅγιον Βῆμα τῆς Καπνικαρέας, ἐμπρὸς εἰς μίαν τράπεζαν γεμάτην ποικιλώτατα εὐθηνὰ ἀθυρμάτια, στρέφοντα, τῇ συμβουλῇ τοῦ θείου του, μίαν τεραστίαν ροκάναν, κρώζουσαν ἐκεῖ θρηνητικῶς, πρώτην − πρώτην αὐτήν, ὡς τὸ ἐγερτήριον τῆς μεγάλης ἐμπορικῆς ὁδοῦ, τὴν τρελλὴν ἐκείνην ἡμέραν.
Αρφανούλα · Αλέξανδρος Μωραϊτίδης
Η ζωή σου είναι μια σειρά αποφάσεων ή ένα ποτάμι που σε σέρνει;
Ο Θώμος Κρανιάς άφησε πάντα να κυβερνά το θέλημα της μοίρας. Έτσι πέρασε η ζωή του ίσια με σήμερα· να της αντισταθεί τώρα στα γεράματα μεμιάς, δε γίνεται. Καλοδεχούμενα λοιπόν όσα φέρνει η ώρα. Έχει ο θεός, είναι μεγάλος. Δε θ’ αφήσει να πάει χαμένο το γένος του Κρανιά. Τη θέση του και την υπόληψη εδώ στην πόλη ακόμα δε την έχασε· οι φίλοι θα ξαναβοηθήσουν, η αγορά θα δώσει βερεσέ όσο να ’ρθουνε πάλι βολικά τα πράματα. Αφού η ζωή είναι τέτοια, τι να κάμεις; Δεν μπορείς να την αλλάξεις με το θέλημά σου. Πότε με την αλήθεια θα την περάσεις, πότε με το ψέμα, με τον αέρα της θα πας πάντα. Αυτή είναι η φιλοσοφία του Θώμου Κρανιά.
Ο πύργος του ακροπόταμου · Κωσταντίνος Χατζόπουλος
Το πένθος για τους νεκρούς κρατά λίγο· για τους ζωντανούς, χρόνια.
Ἡ λύπη, ἢν αἰσθανόμεθα διὰ τὴν στέρησιν φιλτάτου ὄντος, ὁμοιάζει τὴν ἐκρίζωσιν ὀδόντος· σφοδρὸς ὁ πόνος, ἀλλὰ στιγμιαῖος. Μόνοι οἱ ζῶντες προξενούσιν ἡμῖν διαρκεῖς λύπας. Τὶς πότε ἔχυσε ἐπὶ τοῦ τάφου ἐρωμένης τὸ ἥμισυ, τὸ ἑκατοστόν, τὸ χιλιοστὸν τῶν δακρύων, ἀφ’ ὅσα διὰ τὴν κακίαν τῆς ἔχυνε καθ’ ἡμέραν; Ἀφοῦ λοιπὸν ἀπέκλαυσεν ἡ Ἰωάννα, ἔκυψεν ἐπὶ τοῦ ὕδατος, ἵνα δροσίσῃ τοὺς καίοντας ὀφθαλμούς. Πρώτην τότε φορὰν ἐνέβλεψε μετὰ προσοχῆς εἰς τὴν ἐν τῷ ὕδατι εἰκόνα αὐτῆς, τοῦ μόνου εἰς τὸν κόσμον πλάσματος, ὅπερ τῇ ἀπέμεινεν ν’ ἀγάπᾳ.
Η Πάπισσα Ιωάννα · Εμμανουήλ Ροΐδης
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή
