Διηγήματα
Παύλος Νιρβάνας (1866–1937), 1930
Διηγήματα για προδομένους εραστές, πληγωμένα σπουργίτια και σπίτια που ζουν περισσότερο από τους ανθρώπους τους, γραμμένα από έναν γιατρό που παρατηρούσε τους ανθρώπους και τους συγχωρούσε γελώντας. Με νοσταλγία, τρυφερότητα και ήπια μελαγχολία, οι ιστορίες κοιτούν τους ανθρώπους με προσοχή και αφήνουν το γέλιο να μαλακώνει τη λύπη.
Ατμόσφαιρα: νοσταλγία, τρυφερότητα και μελαγχολία. Μιλά για τη μνήμη, την αγάπη και το σπίτι.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσει αν προτιμάς σύντομα διηγήματα για την αγάπη, τη μνήμη και τα μικρά πλάσματα ή σπίτια που μένουν πίσω. Η γλώσσα και το ύφος ανήκουν σε παλιότερη εποχή, κάτι που ίσως θέλει λίγη προσαρμογή.
Γιατί να το διαβάσεις
Οι ιστορίες του Παύλου Νιρβάνα προσφέρουν έναν ζεστό, συμπονετικό τρόπο να δεις προδομένους εραστές, πληγωμένα σπουργίτια και τη ζωή που συνεχίζεται μέσα στα σπίτια.
Σελίδες από το βιβλίο
Η ερώτηση που έμεινε μετά το φλουρί: ποιος έδινε, τελικά;
Ο καημένος ο ζητιάνος δεν ήθελε να το πιστέψει: «Μήπως έκανες λάθος, παιδάκι μου; Για ρώτησε τους γονιούς σου. Δεν έχω όρεξη να με παίρνουν στις αστυνομίες για κλέφτη, μέρα που είναι». Του εξήγησα με τι τρόπο είχαμε μοιρασθεί το φλουρί της βασιλόπιτας. Ο γέρος έτρεμε τώρα περισσότερο. Μα έτρεμε από τη χαρά του. Σήκωσε ψηλά τ’ αρρωστημένα του μάτια και είπε: «Ο Θεός είναι μεγάλος. Να ζήσεις, παιδάκι μου, να σε χαίρονται οι γονείς σου. Και ο Θεός να σ’ αξιώσει να ’χεις πάντα όλα τα καλά, να τα μοιράζεις με τους φτωχούς και τους αδικημένους. Την ευχή μου να ’χεις». Μου ’δωσε την ευχή του, σήκωσε πάλι ψηλά, κατά τον ουρανό τα αρρωστημένα του μάτια και κατέβηκε, με το ραβδί του, τη σκάλα. Έτσι τέλειωσε η ιστορία του φλουριού της βασιλόπιτας εκείνη τη χρονιά. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια. Τι φανερώνει ένα άδειο δωμάτιο που ένα γεμάτο δεν θα έδειχνε ποτέ.
Έπειτα έκαμα ένα γύρο ακόμη, στάθηκα στα ορθάνοιχτα παράθυρα, κοίταξα το περιβόλι μας καταπράσινο κι ανθισμένο, μέσα στο δροσερό φως, από την κρεβατοκάμαρη της μητέρας μου, και το πέλαγος απλώμενο, ήσυχο κι ακίνητο, με χρυσά σπιθηροβολήματα, κάτω από το παράθυρο το δικό μου. Μου ήρθε πάλι να καθίσω κοντά στο παράθυρο που περνούσα ώρες ολόκληρες, σα χαζός την ώρα που με στέλνανε να διαβάσω. Τι είχε να κάνει σα δε θα ήξερα αύριο το μάθημά μου; Δεν ήταν η πρώτη φορά! Δύο λευκά πανάκια χάνονταν στο πέλαγος μακριά, σβήνανε σιγά μέσα στα τελευταία σύννεφα του ορίζοντα. Έκαμα να πάρω την καρέκλα. Δεν ευρήκα τίποτα τριγύρω μου από τους τέσσερις τοίχους. Η ερημιά αυτή με τρόμαξε. Έφυγα, βιαστικά, με την ιδέα να μη ξαναγυρίσω πίσω. Πως ήθελα να ήμουν μαζί με τα λευκά πανάκια που φεύγανε στην άκρη του πελάγου! Το πλάσμα που αρνήθηκε να φύγει και τι ζητά ο ύπνος του από σένα.
Τράβηξα το δρόμο μου, με μια τρεμούλα στα γόνατα, μακριά από την ξένη πόρτα. Στο χαμηλό ταρατσάκι, δίπλα στη μάντρα, ένα ταρατσάκι που σκέπαζε τα δωμάτια του κηπουρού μας, ένα μαύρο κουλουριασμένο πράγμα, κοντά στη καπνοδόχο, μ’ έκανε να σηκώσω τα μάτια μου. Ήταν η χαϊδεμένη μας γάτα. Πάντα στην ίδια θέση, κοντά στην καπνοδόχο. Αυτή μονάχα δεν θέλησε να μας ακολουθήσει. Έμεινε πιστή στο παλιό σπίτι. Καμιά δύναμη δε μπορούσε να ξεκολλήσει το αδύνατο αυτό πλάσμα, από τη στέγη που γεννήθηκε. Και, δεν ξέρω πώς, το ασθενικό αυτό πλάσμα μού γέννησε κάποιο σεβασμό με την δύναμη της αγάπης του. Έκαμα να την φωνάξω, ν’ ακούσω το παραπονετικό νιαούρισμά της, να της πω ακόμα πως πέθανε ο καημένος ο πατέρας… Μα ο ήσυχος, ευτυχισμένος ύπνος της, μου φάνηκε σαν κάτι ιερό. Κάτω από την ωραία αστροφεγγιά. Την άφησα να κοιμηθεί κουλουριασμένη απάνω στο δώμα, δίπλα στην καπνοδόχο. Παύλος Νιρβάνας.Γιατρός και ψυχίατρος πριν αφοσιωθεί στη λογοτεχνία, ο Νιρβάνας έγραψε και τα πρώτα ελληνικά αστυνομικά διηγήματα, με το ψευδώνυμο «Παύλος Αποστολίδης».
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Διηγήματα»;
- Μπορεί να σου αρέσει αν προτιμάς σύντομα διηγήματα για την αγάπη, τη μνήμη και τα μικρά πλάσματα ή σπίτια που μένουν πίσω. Η γλώσσα και το ύφος ανήκουν σε παλιότερη εποχή, κάτι που ίσως θέλει λίγη προσαρμογή.
- Πώς είναι το «Διηγήματα»;
- Με νοσταλγία, τρυφερότητα και ήπια μελαγχολία, οι ιστορίες κοιτούν τους ανθρώπους με προσοχή και αφήνουν το γέλιο να μαλακώνει τη λύπη. Ατμόσφαιρα: νοσταλγία, τρυφερότητα και μελαγχολία. Μιλά για τη μνήμη, την αγάπη και το σπίτι.
- Τι να διαβάσω μετά το «Διηγήματα»;
- Αν σου άρεσε το «Διηγήματα», δοκίμασε «Ολόγυρα στη λίμνη» (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης), «Ποιήματα» (Ιωάννης Πολέμης) και «Ανέκδοτα» (Κωνσταντίνος Καβάφης).
Μια γεύση από τη ροή
Τη νύχτα, πράγματα δίχως όνομα περπατούν στο δωμάτιό σου.
Την νύκτα, Δέσποτα Χριστέ μου, τον νου και την ψυχή μου φύλαττέ μου σαν γύρω μου αρχινούν και περπατούνε Όντα και Πράγματα που όνομα δεν έχουν και τ’ άσαρκα ποδάρια των στην κάμαρή μου τρέχουν και κάμνουν στο κρεβάτι μου κύκλο για να με διούνε — και με κοιτάζουν σαν να με γνωρίζουν σαν να καγχάζουν άφωνα που τώρα με φοβίζουν.
Ανέκδοτα · Κωνσταντίνος Καβάφης
Είναι δέκα χρονών με το βραβείο στα χέρια· μια κοπέλα απέναντι κλαίει, κι εκείνος μόνο τώρα καταλαβαίνει γιατί.
Θυμούμαι τη λαχταριστήν ημέρα μας· τους τοίχους γεμάτους χάρτες, ζωγραφιές, και γνωμικά και στίχους. Και δάφνες και μυρτιές παντού ριγμένες άνω κάτου, το λόγο του δασκάλου μας με τα ελληνικά του, και των μητέρων τις ματιές και των παιδιών την έννοια και το Δεσπότη σοβαρό με τ’ άσπρα του τα γένια με το βραβείο το χρυσό να με βραβεύει εμένα, και να το παίρνω τρέμοντας με μάγουλ’ αναμμένα. Τότε —μου φαίνετ’ η στιγμή αυτή πως είναι τώρα— εκέρωσε η μονάκριβη μικρούλα η ασπροφόρα, κι εξέφυγε απ’ τα μάτια της ένα μεγάλο δάκρυ. Από το πλάι μου γοργά τραβήχθη σε μιαν άκρη, και κρύβοντας στα χέρια της σφιχτά το πρόσωπό της πικρόκλαιγε κι επνίγονταν στη ζήλια η αθωότης.
Συλλογές · Κωστής Παλαμάς
Λουλούδια που ανθίζουν και πεθαίνουν χωρίς να τα δει κανείς.
Λουλούδια οὐρανοπότιστα, ποῦ μὲς τὸ λόγγο βγαίνουν κ’ ἐκεῖ σκορποῦν τὸ μόσχο τους καὶ ἀγνώριστα πεθαίνουν· δάκρυα νεροῦ, ποῦ χύνει βρυσοῦλα ξερολίβαδου, καὶ ἡ γῆ τὰ καταπίνει. Φτωχό, πανέρμο χάλασμα, τὸ μάτι μου σὲ βρέχει μὲ τῆς καρδιᾶς τὰ κλάϋματα, καὶ τρέχουν τοῦτα, ὡς τρέχει τοῦ πόνου μου τὸ κῦμα, σὰ βλέπω δίχως ὄνομα χορταριασμένο μνῆμα.
Ζωή · Γεράσιμος Μαρκοράς
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή