Pages from Μήτηρ Θεού (1916-1917) that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
A bird arrives home after a long journey and finds the nest still there.
Μικρούλα πνοή, που τη δροσιά θεϊκά το θρέφει, κοίταπώς κυβερνάει δεξά ζερβά του τάφου του τη σαΐτα!Και νά· μια μέρα, στου σπιτιού το μεσιανό πατάρι,γοργόν, απ’ το πρωτόβραδο λιγνότερο φεγγάρι,αχαμνισμένο απ’ το μακρύ ταξίδι, καθώς σώνειτην όψη ο κρύφιος έρωτας, το πρώτο χελιδόνιδιανεύει ως ίσκιος άπιαστος στο δώμα απάνου κάτου,με συχνοφτερουγιάσματα τριγύρα απ’ τη φωλιά του …
When you close your eyes, what face has been waiting there all along?
Ζει ο σπόρος όλων των ανθών, και η μουσική τους μάναμιλιά δεν έχει μέσα μου, μα βόγκει ως η καμπάνα,ως η καμπάνα η βροντερή που, με τα μεσημέρια,στις στέγες κάνει να τρεμοπετάν τα περιστέρια …Κι αν κλείσω και τα βλέφαρα, Τη βλέπω· ω, πόσα, πόσα,τριγύρω απ’ το καντήλι Της, του σκοταδιού τα κρόσσα,και των ματιών Της η άβυσσο, κ’ η ασάλευτή Της όψη,σα σπάθα που μπορεί και την καρδιά στα δυο να κόψει!
The smallest workers make the sweetest thing in the dark.
Μ’ από τις λιόχαρες πλαγιές το νιο μελίσσι αν έρτει,δουλεύει μες στα σκοτεινά το μέλι, στο κυβέρτι.Εδώ φωλιάζει δύναμη κρυμμένη, Θεού βλησίδι·εδώ, όρθιος ύμνος, ο άνθρωπος βιγλίζει στο στασίδι!Στύλος εδώ γητεύεται, σε θείαν αταραξία,ωσά να λούζεται, άφωνος, βαθιά στο γαλαξία,εκεί π’ ανοίγετ’ άβυσσο, το μεσονύχτι, ο ζόφοςκαι μυρμηγκιάζει κι αναβρά καταμεσής στο αστρόφως!
There is a place you know without ever having been able to name it.
Καθώς θαμπό στο διάστημα το πρωτοβρόχι ως πέφτει,απλώνοντάς μας την ψυχήν αθόλωτο καθρέφτη,κι ως νέφη σ’ ανεκύμαντο πλατιού πελάου κρουστάλλι,λιτανευτά η μια θύμηση ακολουθάει την άλλη,με ζώνει τώρα ολούθενε, στην πλάση, παρουσία,κρυφή δροσιά, γλυκιά ευωδιά, βαθιά σιγή αμβροσία!Βουβή η ψυχή μου και σκορπά, σαν το χυμένο μύρο,στα σιωπηλά, στα μυστικά διαστήματα τριγύρω …Α! σε ποιο χώμα, γνώριμον από παιδί, γυρίζω,που δίχως χνάρι χαίρομαι, δίχως αφή γνωρίζω;
A poet walks among the dead as if among family, and finds a language for grief that is closer to feasting than to mourning. One unbroken hymn, in the rhythms of folk song, to a mother larger than any church.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.