Η νοσταλγός
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851–1911), 1898
Papadiamantis's Skopelos, in twelve stories: moonlit seas, island peasants, miraculous caves and village gossip — the narrow distance between home and exile. These stories move at a slow, moonlit pace, full of sea air, village voices and a quiet ache for home.
Feels like nostalgia, melancholy and tenderness. About home, faith and nature.
Who it’s for
You may like it if you enjoy quiet island stories, old-fashioned storytelling and prose that lingers on landscape and feeling. The Greek is nineteenth-century and often dialect-coloured, with long sentences, so it is slower going than a modern short story.
Why read it
It offers a rooted, unhurried way of looking at home and exile, and the pleasure of seeing a vanished island world through a writer who missed it.
Pages from the book
The place you ache for may be only twelve miles away.
Έλεγε πάντοτε πέρα, κ’ εννοούσε την πατρίδα. Όπισθεν του πρώτου πρασίνου βουνού, άνωθεν του οποίου είχεν ανατείλει η σελήνη, βουνού μαύρου την νύκτα και σκοτεινοφαίου τώρα με της σελήνης το φως, ύψωνε την κορυφήν του υψηλόν όρος και λευκόν, πότε χιονοσκέπαστον, πότε γυμνόν και βραχώδες. Εκεί ήτο η πατρίς, ο τόπος της γεννήσεώς της. Κ’ εστέναζε τόσον δι’ αυτήν, ως να την εχώριζεν ολόκληρος ωκεανός εκείθεν, ενώ μόλις απείχε δώδεκα μίλια, και η μικρά ραχούλα του πρασίνου βουνού δεν ίσχυε να κρύψη την ημέραν την υψηλήν οφρύν του λευκού όρους. Και την επόθει τόσον, ως να την είχε στερηθή από χρόνων πολλών, ενώ μόλις από ολίγων εβδομάδων ευρίσκετο εις την γείτονα νήσον. An old woman calls it a different world, then names what it did better.
Σαν παράξενα σου φαίνονται αυτά; — απέστρεψεν αίφνης τον λόγον προς εμέ η αφηγήτρια. — Τότε ήτον άλλος κόσμος. Οι άνθρωποι είχαν πόνο, είχαν αγάπη αναμεταξύ τους. Εύρισκες πολλούς καλούς ανθρώπους, κ’ εδώ μέσα, και στα βουνά έξω. Το είχαν ’σε καλό τους να δίνουνε. Γι’ αυτό ο Θεός τους ευλογούσε, κ’ είχαν μπερικέτια. Άλλος κόσμος τότε! Πού κείνα τα χρόνια; A newborn stretches out his hand to grab the flame of a candle.
Η καλή μαμμή η Μπαλαλού εξήπλωσε το βρέφος μαλακά επί των ηπλωμένων κνημών της και ήρχισε να λύη τα σπάργανα. Είχε νυχτώσει. Μία λυχνία και δύο κηρία έκαιον επί χαμηλής τραπέζης. Το παιδίον, παχύ, μεγαλοπρόσωπον, με αόριστον ροδίζοντα χρώτα, με βλέμμα γαλανίζον και τεθηπός, ανέπνεε και ησθάνετο άνεσιν, καθ’ όσον απηλλάσσετο των σπαργάνων. Εμειδία προς το φως το οποίον έβλεπε, κ’ έτεινε την μικράν χείρα διά να συλλάβη την φλόγα. Την άλλην χείρα την είχε βάλει εις το στόμα του, κ’ επιπίλιζεν, επιπίλιζε. Τι ησθάνετο; απερίγραπτον. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.A priest's son who spent his life in Athens, broke and homesick, writing by night about the island of Skiathos he had left. He signed nothing after 1879 — the poems were found later among his papers.
Books that feel like this
More by Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Λαμπριάτικος Ψάλτης
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1912
A priest waits for a helper on Easter night in a crumbling chapel above the sea, while a stranded elder takes the wrong path in the moonlight.
Θέρος-Ἔρος
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1911
Spring and hunger, maidens and wolves, on a Greek island where the fields blaze with poppies and a gypsy girl reads a letter three times.
Στο Χριστό στο Κάστρο
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1892
A priest vows to hold Christmas liturgy in a ruined cliff-top church. To keep it, he must cross a winter sea with his parish.
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Η νοσταλγός for me?
- You may like it if you enjoy quiet island stories, old-fashioned storytelling and prose that lingers on landscape and feeling. The Greek is nineteenth-century and often dialect-coloured, with long sentences, so it is slower going than a modern short story.
- What is Η νοσταλγός like?
- These stories move at a slow, moonlit pace, full of sea air, village voices and a quiet ache for home. Feels like nostalgia, melancholy and tenderness. About home, faith and nature.
- What should I read after Η νοσταλγός?
- If you liked Η νοσταλγός, try Διηγήματα (Παύλος Νιρβάνας), Ποιήματα (Ζαχαρίας Παπαντωνίου) and Ζωή (Γεράσιμος Μαρκοράς).
A taste of the feed
A prayer that asks for nothing, not even to live again.
Κύριε, σὰν ἦρθεν ἡ βραδιά, σοῦ λέω τὴν προσευχή μου. Ἄλλη ψυχὴ δὲν ἔβλαψα στὸν κόσμο ἀπ᾿ τὴ δική μου. Ἐκεῖνοι ποὺ μὲ πλήγωσαν ἦταν ἀγαπημένοι. Τὴν πίκρα μου τὴ βάσταξα. Μοῦ δίνεις καὶ τὴν ξένη. Μ᾿ ἀπαρνηθῆκαν οἱ χαρές. Δὲν τὶς γυρεύω πίσω. Προσμένω τὰ χειρότερα. Εἶν᾿ ἁμαρτία νὰ ἐλπίσω. Σὰν εὐτυχία τὴν ἀγαπῶ τῆς νύχτας τὴ φοβέρα. Στὴν πόρτα μου ἄλλος δὲν χτυπᾷ κανεὶς ἀπ᾿ τὸν ἀγέρα. Δὲν ἔχω δόξα. Εἶν᾿ ἥσυχα τὰ ἔργα ποὺ ἔχω πράξει. Ἄκουσά τη γλυκιὰ βροχή. Τὴ δύση ἔχω κοιτάξει. Ἔδωκα στὰ παιδιὰ χαρές, σὲ σκύλους λίγο χάδι. Ζευγᾶδες καλησπέρισα ποὺ γύριζαν τὸ βράδυ. Τώρα δὲν ἔχω τίποτα νὰ διώξω ἢ νὰ κρατήσω. Δὲν περιμένω ἀνταμοιβή. Πολύ ῾ναι τέτοια ἐλπίδα.
Ποιήματα · Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Flowers that bloom and die without a single person seeing them.
Λουλούδια οὐρανοπότιστα, ποῦ μὲς τὸ λόγγο βγαίνουν κ’ ἐκεῖ σκορποῦν τὸ μόσχο τους καὶ ἀγνώριστα πεθαίνουν· δάκρυα νεροῦ, ποῦ χύνει βρυσοῦλα ξερολίβαδου, καὶ ἡ γῆ τὰ καταπίνει. Φτωχό, πανέρμο χάλασμα, τὸ μάτι μου σὲ βρέχει μὲ τῆς καρδιᾶς τὰ κλάϋματα, καὶ τρέχουν τοῦτα, ὡς τρέχει τοῦ πόνου μου τὸ κῦμα, σὰ βλέπω δίχως ὄνομα χορταριασμένο μνῆμα.
Ζωή · Γεράσιμος Μαρκοράς
He is ten and holds his prize; a girl across the room is crying, and only now does he understand why.
Θυμούμαι τη λαχταριστήν ημέρα μας· τους τοίχους γεμάτους χάρτες, ζωγραφιές, και γνωμικά και στίχους. Και δάφνες και μυρτιές παντού ριγμένες άνω κάτου, το λόγο του δασκάλου μας με τα ελληνικά του, και των μητέρων τις ματιές και των παιδιών την έννοια και το Δεσπότη σοβαρό με τ’ άσπρα του τα γένια με το βραβείο το χρυσό να με βραβεύει εμένα, και να το παίρνω τρέμοντας με μάγουλ’ αναμμένα. Τότε —μου φαίνετ’ η στιγμή αυτή πως είναι τώρα— εκέρωσε η μονάκριβη μικρούλα η ασπροφόρα, κι εξέφυγε απ’ τα μάτια της ένα μεγάλο δάκρυ. Από το πλάι μου γοργά τραβήχθη σε μιαν άκρη, και κρύβοντας στα χέρια της σφιχτά το πρόσωπό της πικρόκλαιγε κι επνίγονταν στη ζήλια η αθωότης.
Συλλογές · Κωστής Παλαμάς
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed