Το μόνον της ζωής του ταξείδιον
Γεώργιος Βιζυηνός (1849–1896), 1883
★ 4.38 from 562 ratings on Goodreads
A boy visits his grandfather, who claims to have travelled to the edge of the world. What emerges is a story about where we really go and why we stay. A warm, wondering voice carries you through family memory and nostalgia, with a tender pace and a bittersweet lyrical tone.
Feels like wonder, tenderness and nostalgia. About memory, family and nature.
Who it’s for
You may like it if you enjoy tender family memories and lyrical storytelling that turns a grandfather's tale into something bittersweet. The story carries real sadness and pity, and a few readers find it strong but not among Vizyiinos's very best.
Why read it
It is short and quietly moving, a window into how a life can be shaped by the journeys we imagine and the ones we postpone.
Pages from the book
A man saves for years to travel, then confesses to his wife. What he says next is a masterpiece of timing.
Τόσα χρόνια πανδρεμμένος, ἐγὼ ἔκαμνα ταὶς ἑτοιμασίαις κ’ ἐκείνη πήγαινε στὸ ταξείδι! Ἔτσι στὸ Ραιδεστό· ἔτσι στὴν Συληβριά· ἔτσι στὴν Μήδεια· ἔτσι παντοῦ. Ἕνα ταξείδι, ψυχή μου, αὐτὸ τὸ μελετοῦσα στὰ κρυφά, τo φύλαγα γιὰ λόγου μου. Καιροὺς καὶ χρόνους ἑμάζευα τὰ «μαδιὰ» καὶ τὰ ἔκρυβα ὅπου κι’ ὅπως εἰμποροῦσα. Σὰν ἑμάζωξα πενήντα χιλιάδες γρόσια, τὸ βάλλω μία μέρα στὸ «κέφι», καὶ φωνάζω τὴν γιαγιά σου — Ὅταν τὸ εἶχα στὸ κέφι δὲν τὴν ἐγιώρταζα πολὺ πολύ·— Τῆς λέγω λοιπόν, ψυχή μου, ἔτσι δὰ μ’ ἀπόφασι: -Χρουσῆ! Ἐβάλθηκα νὰ πάγω σὲ ταξείδι, κύτταξε μὴν εἶναι κανένα πράμμα ἑτοιμόγεννο, ἢ ἄρρωστο, ἢ χρειαζούμενο, καὶ κύτταξε μὴν ἔμβῃ κανένας «μουσαφίρης» στὸ σπίτι γιατί, διές, τοῦ σπάζω τὰ πόδια του! Καὶ ὁ παπποὺς ἔκαμεν ὡς ἐὰν ἐθαύμαζε τὸν ἑαυτόν του πῶς τὰ ἐκατάφερεν. Σὲ ἤθελα, εἶπεν εἶτα πρὸς ἐμέ, νὰ τὴν διης πῶς τὰ ἐχρειάσθηκε! Τσιμουδιὰ δὲν ἔβγαλε! Κ’ ἐγὼ αὐτὸ ἤθελα. A boy runs toward the horizon, and the horizon runs away.
Ὡς καὶ ἡ Χρουσή, ἡ γιαγιά σου, ποὺ μὲ εἶδεν ἔτσι μὲ τὸ καβάδι, μ’ ἔβαλε μπροστὰ μὲ ταὶς πέτραις. Ὄχι τάχα πὼς μ’ ἐγνώρισεν· μὰ ἔτσι τὰ κατάτρεχεν ἀπὸ μιᾶς ἀρχῆς τ’ ἀγόρια. Ἐγὼ — δρόμο. Ἀπὸ τέτοιο ταξείδι, ποιὸς μπορεῖ νὰ μ’ ἐμποδίσῃ; Βγαίνω στοὺς κήπους· μβαίνω στὰ χωράφια· περνῶ τὸν ποταμό· τὰ μάτια καρφωμένα στὴν «τούμβα», καὶ -δρόμο. Πάγω ἕνα μίλι, πάγω δυό. Μὰ -τί θαρρεῖς, ψυχή μου; Ἡ «τούμβα», ὅσο προχωρῶ, τραβιέται μακρότερα! Ὁ οὐρανός, ὅσο κοντεύω, σηκώνετ’ ἀψηλότερα! Ἄ! αὐτό, ψυχή μου, μ’ ἔκοψε τὰ γόνατα! Κουρασμένος ἤμουν ἀπὸ πολὺ προτήτερα, μὰ δὲν μ’ ἀποφάνηκε, παρὰ σὰν εἶδα πὼς ἡ ἄκρα τοῦ οὐρανοῦ ἐπήγαινεν ὅλον ἓν μακρύτερ’ ἀπὸ τὴν «τούμβαν», ποὺ ἐλογάριαζα νὰ τὸν εὕρω. When work is done with joy, the night passes before the sun can catch you.
Τὸ ραφτόπουλο κόφτει καὶ ᾑ νεράιδες ράφτουν· καὶ ράφτουν καὶ τραγουδοῦν καὶ ἀστεΐζονται καὶ πειράζουν τὸ ραφτόπουλο καμμιὰ φορὰ τόσον ἐρωτότροπα, τόσον γαργαλιστικά, ποὺ ἂν δὲν ἦτον ἡ μητέρα τους ἐκεῖ κοντά, θὰ τοῦ ἔπαιρναν τὸν νοῦ του χωρὶς ἄλλο. Μὰ ἡ χρυσόμαλλη Νεράιδα ταὶς προσέχει, ταὶς ὁδηγεῖ καὶ ταὶς παρακινεῖ, καὶ τελειώνουν τὰ νυφιάτικα, πρὶν ἢ λαλήσ’ ὁ πετεινός, πρὶν ἔβγ’ ὁ ἥλιος. What readers say
Readers describe it as deeply moving and bittersweet, often mentioning sadness, pity, and unfulfilled dreams. Many praise the beautiful language and storytelling, though a few consider it strong but not among the author's very best.
Γεώργιος Βιζυηνός.Vizyiinos was born in the Ottoman Empire, studied philosophy and psychiatry in Germany, and wrote the first Greek detective story. He died young in a mental hospital.
Books that feel like this
More by Γεώργιος Βιζυηνός
Ο Μοσκώβ-Σελήμ
Γεώργιος Βιζυηνός, 1895
A curious traveller meets an Ottoman soldier in a Thracian meadow who describes himself as the Moscow-Selim — a man who fought Russians, loved one, and borrowed a life he could not keep.
Το αμάρτημα της μητρός μου
Γεώργιος Βιζυηνός, 1883
A boy keeps vigil in a church to cure his dying sister; thirty years later he learns what his mother confesses into the dark. A story of a family's guilt, faith and stubborn love.
Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου
Γεώργιος Βιζυηνός, 1883
A mother keeps a door open for a son who never comes home; years later a murder in a Thracian village asks who among the living owes the dead a reckoning.
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Το μόνον της ζωής του ταξείδιον for me?
- You may like it if you enjoy tender family memories and lyrical storytelling that turns a grandfather's tale into something bittersweet. The story carries real sadness and pity, and a few readers find it strong but not among Vizyiinos's very best.
- What is Το μόνον της ζωής του ταξείδιον like?
- A warm, wondering voice carries you through family memory and nostalgia, with a tender pace and a bittersweet lyrical tone. Feels like wonder, tenderness and nostalgia. About memory, family and nature.
- What should I read after Το μόνον της ζωής του ταξείδιον?
- If you liked Το μόνον της ζωής του ταξείδιον, try Μάγκας (Πηνελόπη Δέλτα), Ζωή (Γεράσιμος Μαρκοράς) and Η Μαυρομαντηλού (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης).
A taste of the feed
What a dog can know about a man's sadness that no one else notices.
Πολλές φορές, καθισμένος σε καμιάν αναποδογυρισμένη γλάστρα, με χάιδευε σιωπηλά, και αργά - αργά τραβούσε τ’ αυτιά μου, κοιτάζοντας μπροστά του χωρίς να μοιάζει να βλέπει, τα μάτια φορτωμένα λύπη και σκέψη. Οι άλλοι απορούσαν. Εγώ ποτέ. Ήξερα πως έχει μια βαθιά λύπη. Την ένιωθα και την αγαπούσα χωρίς να τη γνωρίζω. Και, μαζεμένος στα πόδια του, τον άφηνα να με χαϊδεύει. Και η ώρα περνούσε.
Μάγκας · Πηνελόπη Δέλτα
Flowers that bloom and die without a single person seeing them.
Λουλούδια οὐρανοπότιστα, ποῦ μὲς τὸ λόγγο βγαίνουν κ’ ἐκεῖ σκορποῦν τὸ μόσχο τους καὶ ἀγνώριστα πεθαίνουν· δάκρυα νεροῦ, ποῦ χύνει βρυσοῦλα ξερολίβαδου, καὶ ἡ γῆ τὰ καταπίνει. Φτωχό, πανέρμο χάλασμα, τὸ μάτι μου σὲ βρέχει μὲ τῆς καρδιᾶς τὰ κλάϋματα, καὶ τρέχουν τοῦτα, ὡς τρέχει τοῦ πόνου μου τὸ κῦμα, σὰ βλέπω δίχως ὄνομα χορταριασμένο μνῆμα.
Ζωή · Γεράσιμος Μαρκοράς
A rock off the coast that some say is a mother who lost seven sons.
Λέγεται, ἀλλὰ τίς τὸ πιστεύει; ―καὶ ὅμως ἂν ἦτον ἀληθές!― ὅτι ἡ Μαυρομαντ᾽λοὺ ὑπῆρξέ ποτε καὶ αὐτὴ γυνὴ καὶ μήτηρ, μήτηρ ἑπτὰ υἱῶν· ὅτι καὶ οἱ ἑπτὰ υἱοί της, ἔμπειροι ναυβάται, φθονηθέντες ὑπὸ τῆς θαλασσίας Γοργόνος, ἐπνίγησαν εἰς τὸ πέλαγος· ὅτι ἵλεως μοῖρα, σπλαγχνισθεῖσα τὸν πόνον τῆς μητρός, τὴν μετεμόρφωσεν εἰς σκόπελον, καὶ τὴν ἐφύτευσεν ἐκεῖ, οὐ μακρὰν τοῦ αἰγιαλοῦ, μόλις ὀρθοῦσαν τὴν κεραυνόβλητον κεφαλήν της, τὴν οἱονεὶ μελάμπεπλον, χαιρεκακοῦσαν μακρόθεν ὅταν βλέπῃ συμφορὰς καὶ πνιγμοὺς ἀνθρώπων εἰς τὸ πέλαγος, προσδεχομένην ὡς ἱλαστήριον θυσίαν τὰ ἐκβραζόμενα ὑπὸ τῶν κυμάτων ναυάγια, δροσίζουσαν τὸν πόνον της ἐκεῖ εἰς τὸν πόντον. Τοιαύτη ἡ Μαυρομαντηλού.
Η Μαυρομαντηλού · Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed