Τρελλὴ βραδυά
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851–1911), 1892
Τέσσερις φίλοι παίρνουν κρασί, αστακό και ένα ψαθί και βγαίνουν στη νύχτα του Μάρτη να βρουν πού επιτρέπεται να τραγουδήσουν. Η βραδιά πάει κατά διαόλου — και γι’ αυτό τη θυμάσαι. Η νύχτα κυλά με χιούμορ και μελαγχολία, σε μια παιχνιδιάρικη αφήγηση που αφήνει χώρο στη μνήμη και τη φιλία.
Ατμόσφαιρα: μελαγχολία και θαυμασμός. Μιλά για τη μνήμη, τη φιλία και τον πόλεμο.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσει αν χαίρεσαι τις παράξενες βραδιές με φίλους, το λεπτό χιούμορ και τη νοσταλγική ματιά του Παπαδιαμάντη. Η παλιότερη γλώσσα μπορεί να θέλει λίγη υπομονή, ειδικά αν έχεις συνηθίσει σε σύγχρονα ελληνικά.
Γιατί να το διαβάσεις
Διάβασέ το για μια μικρή, απρόβλεπτη ιστορία παρέας, όπου το γέλιο και η στενοχώρια χωρούν στην ίδια νύχτα.
Σελίδες από το βιβλίο
Του άδειασαν τριάντα βαρέλια κρασί κι εκείνος έχει αφήσει πίσω τον θυμό του.
Καὶ ἤρχισε νὰ διηγῆται πῶς ἄγνωστος ἐχθρός, ἴσως κανένας βαλμένος ἀπ᾽ τοὺς δικούς του, ποὺ δὲν τὰ εἶχε καλὰ μαζί τους, εἶχεν εἰσχωρήσει διὰ νυκτὸς ὁ ἀπόκοτος εἰς τὴν αὐλὴν καὶ εἰς τὸ ἰσόγειον τῆς οἰκίας καὶ εἶχεν ἀνοίξει τὸν κρουνὸν τοῦ μεγάλου βαγενίου του κ᾽ ἐχύθηκαν τριάντα βαρέλες κρασί. Τώρα τοῦ ἔμενε μόνον αὐτὸ τὸ μεσακὸ βαρελάκι ποὺ τὸ κρασοπουλεῖ κι ἄλλα δύο ἢ τρία μικρότερα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκει ἡδονὴν νὰ λιανοπωλῇ μοναχός του, ὄχι τόσον διὰ τὰ λεπτὰ ποὺ θὰ μαζώξῃ, ὅσον διότι ἔρχονται, ἂς εἶναι καλά, τὰ παιδιὰ τοῦ χωριοῦ, τὰ λεβεντόπαιδα, καὶ τοῦ κάνουν συντροφιά, γιὰ νὰ περνᾷ κι αὐτὸς τὴν ὥραν του. Τρεις βαφτισμένοι μουσικοί ξαγρυπνούν το χωριό, κι η νότα κρατάει ακόμη τ’ όνομά τους.
Ἐσηκώθησαν καὶ οἱ τρεῖς, αὐτός, καὶ ὁ Παῦλος, ὁ πρῴην Μεχμέτης, καὶ ὁ Μᾶρκος, ὁ πρῴην Χασάνης, καὶ ἔλαβον ὁ πρῶτος τὴν γκάιδαν του, ὁ δεύτερος τὸ λαγοῦτον, καὶ ὁ τρίτος τὸ κλαρινέτον, καὶ ἐν τῷ ἅμα τὰ ἐχόρδισαν. Καὶ τότε ἤρχισε δαιμονιώδης χορός, ἐκεῖ, εἰς τὴν μικράν πλατεῖαν, εἰς τὰ Γύφτικα, γύρω τριγύρω εἰς μίαν καλύβην ἡμισκεπῆ καὶ ἡμίφρακτον, χρησιμεύουσαν ὡς σιδηρουργεῖον. Καὶ ἡ γκάιδα βραχνόφωνα ἐφαίνετο νὰ λέγῃ βαθιά, μὲ φθόγγους ἐγγαστριμύθου, τοὺς ἀδήλους καημοὺς τοῦ συζύγου τῆς Ἀηλές, καὶ τὸ λαγοῦτον ἔμελπε λίαν παραπονετικὰ τὰ ἄγνωστα ντέρτια τοῦ Παύλου, τοῦ πρῴην Μεχμέτη, καὶ τὸ κλαρινέτον διελάλει, εἰς τὰ σκότη τῆς νυκτός, εἰς τὰς κοιλάδας καὶ εἰς τὰ ὄρη, τὰ ἄρρητα βάσανα τοῦ πρῴην Χασάνη, τοῦ Μάρκου. Ὅλη ἡ γειτονιὰ ἔχασε λίαν παράωρα τὸν ὕπνον της, καὶ ὅλον τὸ χωρίον ἀντήχησεν ἀπὸ τὴν ἀλλόκοτον, τὴν μεγαλόφθογγον ὀρχήστραν. Ο ουρανός αρνείται να δεχτεί τα τραγούδια τους και η θάλασσα θέλει να ακούει μόνο τη δική της φωνή.
Δὲν ἦσαν τραγούδια αὐτά, καὶ ὁ ὁρίζων δὲν τὰ ἔστεργε. Οὔτε ὑπῆρχε κοινὸν διὰ νὰ τοὺς ἀκούῃ. Τὰ κορίτσια τῆς γειτονιᾶς ἐκλειδώνοντο ἐνωρίς, ὅμοια μὲ τὰ πουλιὰ ποὺ κατιάζουν* ἐνωρὶς εἰς τὰς φωλεάς των. Τὰ κύματα δὲν δέχονται ἄλλας ἠχοὺς ἀπὸ τὴν ἰδικήν των, τὴν πλουσίαν καὶ παναρμόνιον. Ὁ βράχος ἀντικρὺ ἐφαίνετο νὰ γελᾷ μὲ μαύρους ὀδόντας, ὡς κόκκαλα σαπρακωμένα, σπαρτά, πεταμένα ἐπάνω εἰς τὸ πλάγι τοῦ βουνοῦ, καὶ τὸ κῦμα θραυόμενον ἐπάνω των ἐκάγχαζεν εἰς τὰς ἀγόνους προσπαθείας των. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.Ο Παπαδιαμάντης έγραψε αυτή την κωμική χριστουγεννιάτικη ιστορία το 1892 και τη διάβασε φωναχτά στο σπίτι ενός φίλου. Έζησε φτωχικά στην Αθήνα και δεν κυνήγησε ποτέ χρήματα για τη λογοτεχνία του.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Παραμύθια Δανικά, εκ των του Ανδερσεν
Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, 1835
Κοινά στοιχεία: θαυμασμός και μελαγχολία.
Περισσότερα βιβλία — Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Λαμπριάτικος ψάλτης
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1912
Ένας ιερέας περιμένει ψάλτη τη νύχτα της Λαμπρής σ’ ένα ξωκλήσι πάνω από τη θάλασσα, ενώ ένας γέροντας που έχει χάσει τον δρόμο του παίρνει λάθος κατεύθυνση στο φως του φεγγαριού.
Θέρος-Έρος
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1911
Άνοιξη και πείνα, κοπέλες και λύκοι σ’ ένα νησί όπου οι αγροί κοκκινίζουν από παπαρούνες κι ένα κορίτσι διαβάζει τρεις φορές ένα γράμμα.
Στο Χριστό στο Κάστρο
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1892
Ένας παπάς τάζει να λειτουργήσει τα Χριστούγεννα σ’ έναν έρημο ναό πάνω σ’ έναν βράχο. Για να κρατήσει το τάμα του, πρέπει να διασχίσει με το καΐκι του το πέλαγος μέσα στον βαρύ χειμώνα.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Τρελλὴ βραδυά»;
- Μπορεί να σου αρέσει αν χαίρεσαι τις παράξενες βραδιές με φίλους, το λεπτό χιούμορ και τη νοσταλγική ματιά του Παπαδιαμάντη. Η παλιότερη γλώσσα μπορεί να θέλει λίγη υπομονή, ειδικά αν έχεις συνηθίσει σε σύγχρονα ελληνικά.
- Πώς είναι το «Τρελλὴ βραδυά»;
- Η νύχτα κυλά με χιούμορ και μελαγχολία, σε μια παιχνιδιάρικη αφήγηση που αφήνει χώρο στη μνήμη και τη φιλία. Ατμόσφαιρα: μελαγχολία και θαυμασμός. Μιλά για τη μνήμη, τη φιλία και τον πόλεμο.
- Τι να διαβάσω μετά το «Τρελλὴ βραδυά»;
- Αν σου άρεσε το «Τρελλὴ βραδυά», δοκίμασε «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως» (Γεώργιος Βιζυηνός), «Η Αγγέλικα» (Αργύρης Εφταλιώτης) και «Το λαμπρό αμάξι» (Ζαχαρίας Παπαντωνίου).
Μια γεύση από τη ροή
Η ξένη που αγαπάει τον τόπο πιο πολύ απ’ όσους γεννήθηκαν σ’ αυτόν
Καλονυχτίζω μιὰ ψυχὴ καὶ τὄνομα δὲ λέγω. Κι ἄ μελετήσω τὄνομα βουρκώνουμαι καὶ κλαίγω. − Πῆτε μου, πῆτε μου κι ἄλλα, νὰ σᾶς χαρῶ, ἀπ’ αὐτὰ τὰ δαιμονισμένα σας λιανοτράγουδα, −ἔλεγε μιὰ βραδινὴ στὶς κοπέλλες ἡ Ἀγγέλικα, ἐκεῖ ποῦ ἔραβαν καὶ κεντούσανε γύρω στοῦ νυχτεριοῦ τὸ λυχνάρι. − Εἶναι γλυκὰ γλυκὰ καὶ νόστιμα, εἶναι μυρωδᾶτα σὰν τὸ βασιλικό, πῆτε μου κι ἄλλα, πεθαίνω γιὰ τὰ χωριάτικά σας αὐτὰ τὰ ζουμπουλάκια, ποῦ τὰ καταφρονεῖτε, καημένες, μὰ δὲν ξέρετε τί θησαυρὸ ἔχετε! Ἄχ, χωριὸ καὶ πάλι χωριό! Ποῦ νὰ βρῇ κανένας τέτοιο νυχτέρι στὴ χώρα! Ποῦ ν’ ἀκούσῃ τέτοια μοσκομυρισμένα τραγούδια! Θὰ τὰ μάθω, θὰ τὰ μάθω καὶ γὼ αὐτὰ τὰ τραγούδια. Δὲν μπορῶ πιὰ νὰ ζήσω δίχως αὐτὰ.
Η Αγγέλικα · Αργύρης Εφταλιώτης
Η παράξενη οικειότητα με αυτό που σε νικά ξανά και ξανά.
Defeat, my Defeat, my shining sword and shield, In your eyes I have read That to be enthroned is to be enslaved, And to be understood is to be leveled down, And to be grasped is but to reach one’s fullness And like a ripe fruit to fall and be consumed. Defeat, my Defeat, my bold companion, You shall hear my songs and my cries and my silences, And none but you shall speak to me of the beating of wings, And urging of seas, And of mountains that burn in the night, And you alone shall climb my steep and rocky soul.
Ο τρελός · Kahlil Gibran
Για πρώτη φορά τον λένε όμορφο, κι εκείνος δεν ξέρει πού να κοιτάξει.
Το δε ασχημόπαπον εντράπη και έκρυβε την κεφαλήν κάτω από την πτέρυγά του, και δεν ήξευρε τι να κάμη. Ήτο τόσον ευτυχισμένον, και δεν ήτο διόλου υπερήφανον. Εσυλλογίζετο πως έως τώρα το κατεφρόνησαν και το επείραζαν. Και τώρα ήκουε να λέγουν ότι ήτο τόσον ωραίον! Τώρα έως και τα δένδρα εκρεμούσαν τα κλαδιά των εις το νερόν διά να το βλέπουν. Ετίναξε τα πτερά τον, εσήκωσε τον λαιμόν του και εφώναξε χαρούμενον από τα βάθη της καρδίας του: Πού να ονειρειθώ τόσην ευτυχίαν όταν ήμουν ασχημόπαπον!
Παραμύθια Δανικά, εκ των του Ανδερσεν · Χανς Κρίστιαν Άντερσεν
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή

