Αττικαί ημέραι
Χαράλαμπος Άννινος (1852–1934), 1896
Αθηναίοι γραφιάδες, χωριανάλογα και τα σκυλιά της Πόλης αποκτούν τη σαρδόνια και τρυφερή φωνή ενός χρονογράφου της δεκαετίας του 1880 και του 1890. Με σαρκασμό και τρυφερότητα, οι ιστορίες παρατηρούν ανθρώπους και ζώα της εποχής με τον ρυθμό μιας ζωντανής χρονογραφίας.
Ατμόσφαιρα: θαυμασμός και νοσταλγία. Μιλά για την κοινωνία και τη μνήμη.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσει αν απολαμβάνεις το λεπτό κοινωνικό χιούμορ και στιγμιότυπα από την Αθήνα και την Πόλη του 19ου αιώνα. Η γλώσσα είναι καθαρεύουσα και η ορθογραφία παλιά, όπως φαίνεται και στο απόσπασμα, κάτι που μπορεί να δυσκολέψει τη ροή.
Γιατί να το διαβάσεις
Οι ιστορίες προσφέρουν μια χιουμοριστική ματιά σε καθημερινές περιπέτειες και συνήθειες μιας άλλης εποχής, χωρίς να χάνουν τη συμπάθεια για τους ανθρώπους τους.
Σελίδες από το βιβλίο
Η μικρή πόλη που γίνεται Σιβηρία μόλις πέσει το σκοτάδι.
— Ανεκδιήγητα είνε τα βάσανά μου, εξηκολούθησεν ο Ιερεμιάδης, εις την γωνίαν εκείνην της Σιβηρίας, την οποίαν περιλαμβάνουν αι Αθήναι χωρίς να το γνωρίζουν. Δεν δύναμαι να σοι διηγηθώ ποσάκις συνέτριψα τους πόδας μου επιστρέφων την εσπέραν με βαθύτατον σκότος εις την κατοικίαν μου, ποσάκις συνήψα μάχας εκ του συστάδην με τον άγριον σκύλον του λαχανοπώλου, ποσάκις ετρόμαξα μη εμπέσω εις συμμορίαν λωποδυτών. Μίαν φοράν μάλιστα συνελήφθην και εγώ ως λωποδύτης παρά τινος κλητήρος πλανηθέντος κατ’ εκείνα τα μέρη, όστις μοι εζήτησε σπίρτον διά ν’ ανάψη το σιγάρον του, εγώ δε αφηρημένος του προσέφερα το σπίρτον του καμινέτου, το οποίον είχον αγοράσει προ ολίγου από τον μπακάλην. Μίαν φοράν ολίγον έλειψε να κατασυντριβώ υπό τους τροχούς μιας αμάξης και προς ανταπόδοσιν, αλλά χωρίς να το θέλω, κατεπλάκωσα εγώ μίαν άμαξαν. Όταν έρχεται η ώρα του ενοικίου, το πρόσωπο γίνεται καιρός.
— Η σπιτονοικοκυρά μου. Μη πλανηθής από το όνομα· ουδέποτε έγινε μεγαλυτέρα του ευφημισμού κατάχρησις. Ο Εύξεινος απέναντί της είνε πινάκιον κρέμας και αι Ευμενίδες αδελφαί του Ελέους. Ενώπιον αυτής, καθημένης πάντοτε προ της εισόδου, ως φρούριον εκ σαρκός, είνε ηναγκασμένοι να διέρχωνται πτήσσοντες οι ταλαίπωροι ενοικιασταί της. Από της δευτέρας ημέρας του μηνός περιμένει το ενοίκιο του επιόντος· και ως να είχε σπουδάσει επιμελέστατα την θεωρίαν του Λαβάτερ, παρατηρεί την φυσιογνωμίαν εκάστου και προσπαθεί να εξαγάγη χρησμόν περί της πληρωμής του ενοικίου. Την προτελευταίαν του μηνός το βαρόμετρον της όψεώς της προμηνύει θύελλαν. Την τελευταίαν το πορφυρούν πρόσωπον της κυράς Αγγέλως φεγγοβολεί ως ηφαίστειον· προς την εσπέραν επακολουθεί η έκρηξις και αλλοίμονον εις τον άθλιον εκείνον, όστις τον όρθρον της πρώτης του νέου μηνός ευρέθη υπό την λάβαν της οργής της! Τα άλογα αποφασίζουν να βάλουν όρους πριν καταταγούν.
Χρεμετισμοί επιδοκιμασίας υπεδέχθησαν τους λόγους τούτους και οι πρόκριτοι της ομηγύρεως συνελθόντες ευθύς απεφασίσαμεν να υποβάλωμεν την παρούσαν αναφοράν προς την κυβέρνησιν διά να δηλώσωμεν ότι, αν πρόκειται να πολεμήσωμεν πράγματι, είμεθα έτοιμοι να κατέλθωμεν. Αν πρόκειται όμως να υποβληθώμεν εις κακουχίας χάριν επιδείξεων και παρατάξεων, διά να ποξηρανθή το δέρμα επί των οστών μας ως η σταφίς επί των σπαγοστοιχιών ενός των εφευρετών μιας, των χιλίων μεθόδων της αποξηράνσεως της σταφίδος, αν θα πωληθώμεν εις το Αναβρυτήριον μεταξύ των παλαιών επίπλων, των μαχαιροπηρούνων και των φιλοσοφικών συγγραμμάτων, τότε δεν ερχόμεθα και καλύτερα θα κάμη η κυβέρνησις να προμηθευθή διά μέσου του κ. Μάιφαρτ ίππους εκ των εργοστασίων της Νυρεμβέργης, καταλληλοτέρους από ημάς διά τα μικρά καθώς και διά τα μεγάλα παιγνίδια. Ημείς δεν πωλούμεθα, διότι δεν είμεθα ούτε ψηφοφόροι ούτε δημοσιογράφοι, ούτε ειρηνοδίκαι· δεν στέργομεν δε να υποταχθώμεν εις την βίαν. Χαράλαμπος Άννινος.Ο Άννινος έγραφε με το ψευδώνυμο «Βατ» και ήταν ακούραστος δημοσιογράφος στην Αθήνα. Έγραψε επίσης μια ιστορία του ελληνικού θεάτρου και μετέφρασε πολλά θεατρικά έργα.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Περισσότερα βιβλία — Χαράλαμπος Άννινος
Η οικογένεια διασκεδάζει
Χαράλαμπος Άννινος, 1900
Μια αθηναϊκή οικογένεια μαζεύει 33 δραχμές και πηγαίνει στην όπερα. Ό,τι μπορεί να στραβώσει, στραβώνει, με κωμική απληστία.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Αττικαί ημέραι»;
- Μπορεί να σου αρέσει αν απολαμβάνεις το λεπτό κοινωνικό χιούμορ και στιγμιότυπα από την Αθήνα και την Πόλη του 19ου αιώνα. Η γλώσσα είναι καθαρεύουσα και η ορθογραφία παλιά, όπως φαίνεται και στο απόσπασμα, κάτι που μπορεί να δυσκολέψει τη ροή.
- Πώς είναι το «Αττικαί ημέραι»;
- Με σαρκασμό και τρυφερότητα, οι ιστορίες παρατηρούν ανθρώπους και ζώα της εποχής με τον ρυθμό μιας ζωντανής χρονογραφίας. Ατμόσφαιρα: θαυμασμός και νοσταλγία. Μιλά για την κοινωνία και τη μνήμη.
- Τι να διαβάσω μετά το «Αττικαί ημέραι»;
- Αν σου άρεσε το «Αττικαί ημέραι», δοκίμασε «Η Αγγέλικα» (Αργύρης Εφταλιώτης), «Η εσπερίς του κυρίου Σουσαμάκη» (Άγγελος Βλάχος) και «Οι χαλασοχώρηδες» (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης).
Μια γεύση από τη ροή
Η ξένη που αγαπάει τον τόπο πιο πολύ απ’ όσους γεννήθηκαν σ’ αυτόν
Καλονυχτίζω μιὰ ψυχὴ καὶ τὄνομα δὲ λέγω. Κι ἄ μελετήσω τὄνομα βουρκώνουμαι καὶ κλαίγω. − Πῆτε μου, πῆτε μου κι ἄλλα, νὰ σᾶς χαρῶ, ἀπ’ αὐτὰ τὰ δαιμονισμένα σας λιανοτράγουδα, −ἔλεγε μιὰ βραδινὴ στὶς κοπέλλες ἡ Ἀγγέλικα, ἐκεῖ ποῦ ἔραβαν καὶ κεντούσανε γύρω στοῦ νυχτεριοῦ τὸ λυχνάρι. − Εἶναι γλυκὰ γλυκὰ καὶ νόστιμα, εἶναι μυρωδᾶτα σὰν τὸ βασιλικό, πῆτε μου κι ἄλλα, πεθαίνω γιὰ τὰ χωριάτικά σας αὐτὰ τὰ ζουμπουλάκια, ποῦ τὰ καταφρονεῖτε, καημένες, μὰ δὲν ξέρετε τί θησαυρὸ ἔχετε! Ἄχ, χωριὸ καὶ πάλι χωριό! Ποῦ νὰ βρῇ κανένας τέτοιο νυχτέρι στὴ χώρα! Ποῦ ν’ ἀκούσῃ τέτοια μοσκομυρισμένα τραγούδια! Θὰ τὰ μάθω, θὰ τὰ μάθω καὶ γὼ αὐτὰ τὰ τραγούδια. Δὲν μπορῶ πιὰ νὰ ζήσω δίχως αὐτὰ.
Η Αγγέλικα · Αργύρης Εφταλιώτης
Ένας γάμος σαν τιμολόγιο, με κάθε ελάττωμα καταγεγραμμένο και κοστολογημένο.
Ὁ Κύριος Σουσαμάκης, ὑπάλληλος τοῦ γραφείου ὅπερ διευθύνει ὁ κύριος Παρδαλός, ἐνυμφεύθη πρό τινων μηνῶν, τῇ ἀγαθῇ συμπράξει τοῦ προϊσταμένου του, πλουσίαν τινα νύμφην ἐκ Πατρῶν, ἔχουσαν μὲν ἕνα ὀφθαλμὸν ὀλιγώτερον αὐτοῦ, ἀλλ’ εἰς ἀποζημίωσιν τοῦ ἐλλείποντος ὀφθαλμοῦ δεκαπέντε ἔτη ἡλικίας περισσότερα, καὶ εἰς ἀποζημίωσιν τῶν περισσευόντων δεκαπέντε ἐτῶν τριάκοντα πέντε χιλιάδας δραχμῶν προῖκα.
Η εσπερίς του κυρίου Σουσαμάκη · Άγγελος Βλάχος
Πήγε τα δάκρυά του σ’ έναν χημικό για να μάθει από τι ήταν φτιαγμένα.
Μιὰ μέρα ποὺ δὲν εἴξευρα τί διάβολο νὰ κάνω τὰ δάκρυά μου σὲ βαθὺ ἐστράγγισα ποτῆρι καὶ μιὰ καὶ δυὸ στὸν χημικὸ τὰ πῆγα Χρηστομάνο καὶ κάνε μου, παρακαλῶ, τοῦ εἶπα, τὸ χατῆρι νὰ τἀναλύσῃς καὶ νὰ βρῇς πῶς εἶναι καμωμένα, γιὰ νὰ μὴν κλαίω στὸ ἑξῆς κι’ ἐγὼ εἰς τὰ χαμένα. Κι’ ὁ χημικὸς μ’ ἀπάντησε «αὐτά, ξερὸ κεφάλι, δὲν εἶναι ἄλλο τίποτε παρὰ χλωριούχον κάλι».
Ο Φασουλής φιλόσοφος · Γεώργιος Σουρής
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή