Πάρεργα
Εμμανουήλ Ροΐδης (1836–1904), 1893
Γιατί ένας συγγραφέας προτιμά να διαβάζει τον Σπένσερ παρά να γράφει μία σελίδα: ένας κωμικός και οξύς λόγος ενάντια στη διγλωσσία. Με λόγια κοφτερά και χιούμορ, ο Ροΐδης σατιρίζει τις γλωσσικές διαμάχες και κρατά ζωντανό τον ρυθμό με παραδείγματα από την καθημερινή ομιλία.
Ατμόσφαιρα: χιούμορ, θαυμασμός και φόβος. Μιλά για την εξουσία, την τέχνη και την ταυτότητα.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσει αν σε ενδιαφέρουν η ελληνική γλώσσα, η σάτιρα και οι συγγραφείς που κοιτούν με χιούμορ τις ιδέες της εποχής τους. Η λόγια καθαρεύουσα και οι παλιές γλωσσικές αναφορές θέλουν προσοχή, ιδίως αν δεν έχεις συνηθίσει κείμενα του 19ου αιώνα.
Γιατί να το διαβάσεις
Διάβασέ το για να δεις πώς ένας οξύς συγγραφέας υπερασπίζεται τον πλούτο της ζωντανής ομιλίας, ενώ σατιρίζει όσους ήθελαν να επιβάλουν κανόνες στη γραπτή γλώσσα.
Σελίδες από το βιβλίο
Το μόνο κατόρθωμα των διορθωτών της γλώσσας: να κάνουν τη ζωντανή μας γλώσσα θαλάσσιο τέρας.
Μόνον κατόρθωμα τῶν δῆθεν διορθωτῶν τῆς γλώσσης ὑπῆρξε ν᾿ ἀτιμάσωσι καὶ νὰ καταστήσωσιν ἄχρηστον ἐν τῷ γραπτῷ λόγω τὸν πλοῦτον τῆς λαλουμένης, χωρὶς νὰ μεταδώσωσιν εἰς τοὺς ἐκταφέντας ἀττικισμοὺς ζωὴν πραγματικήν, ἥτις διὰ μόνου τοῦ στόματος, οὐχὶ δὲ καὶ τοῦ καλάμου, δύναται νὰ ἐμφυσηθῇ. Τὴν αὐτὴν δυσάρεστον αἴσθησιν κατήντησεν οὕτω νὰ προξενῇ εἰς ἡμᾶς καὶ ἡ προσθήκη καὶ ἡ παράλειψις τοῦ ἀναδιπλασιασμοῦ, καὶ ἡ χρῆσις καὶ ἡ ἀποφυγὴ τῆς δοτικῆς πλείστων ὀνομάτων, καὶ τὸ «σεῖς» καὶ «ὑμεῖς», καὶ ἡ «μύτη» καὶ ἡ «ρίς», καὶ τὸ «ἐπρόσφερα» καὶ τὸ «προσήνεγκον», καὶ τὸ «ἐδάγκασα» καὶ τὸ «ἔδηξα» καὶ ἀναρίθμητα ἄλλα, μεταξὺ τῶν ὁποίων ταλαντεύεται ὁ γράφων ὡς ναυτιῶν θαλασσοπόρος μεταξὺ Χαρύβδεως καὶ Σκύλλης. Τι απογίνεται ένα δάκρυ όταν μπαίνει στη μέση η γραμματική;
Ὁ γράφων νεοελληνιστὶ εὑρίσκεται οὕτω πρὸ τοῦ διλήμματος ἢ νὰ παραιτηθῇ τῆς μεταδόσεως πάσης αὐτοῦ ἰδέας τῆς μὴ δυναμένης νὰ ἐκφρασθῇ διὰ τῶν ὀλιγίστων ἀχρόων, ἤτοι κοινῶν τῇ ἀρχαίᾳ καὶ τῇ ὁμιλουμένῃ ὀνομάτων, ἢ ν᾿ ἀναμίξῃ τὸ γλωσσικὸν ζήτημα εἰς οἱονδήποτε πραγματεύεται θέμα, μολύνων διὰ τοῦ ρυπάσματος τούτου τὴν διαύγειαν πάσης ἐννοίας καὶ τὴν ζωηρότητα πάσης εἰκόνος. Πῶς δὲ νὰ συμβιβάσῃ μετὰ τῆς συγκινήσεως ἐξ οἱουδήποτε αἰσθήματος ἢ τῆς διεγέρσεως οἱουδήποτε πάθους, μετὰ λύπης ἢ γέλωτος, μετὰ χαρᾶς ἢ δακρύων, τὸν διχασμὸν τῆς προσοχῆς τοῦ ἀναγνώστου μεταξὺ τούτων καὶ τῆς τηρήσεως ἢ τῆς παραβάσεως γραμματικῶν κανόνων; Τοὺς δεδακρυσμένους ὀφθαλμοὺς ξηραίνει ὁ ἀναδιπλασιασμός, οἱ δὲ δακρυσμένοι ὄζουσιν ἀφορισμοῦ τῶν λογίων, δημοτικῆς ἐπιτηδεύσεως Ἑπτανήσου καὶ Λασκαράτου. Ένας ζωγράφος με όλα τα χρώματά του ανακατεμένα με αιθάλη και λάσπη.
Ὁ διὰ τούτων διωρθωμένων λέξεων ἀναγκαζόμενος νὰ ἐκφράζῃ τὰ διανοήματα αὐτοῦ εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν ζωγράφου τοῦ ὁποίου πάντα τὰ χρώματα ἤθελον εἶναι μεμιγμένα μετ᾿ αἰθάλης καὶ βορβόρου. Οὐδὲν ἄλλο τῷ ὄντι ἢ αἰθάλη καὶ βόρβορος εἶναι ἡ προσθήκη εἰς τὴν σημασίαν πάσης λέξεως χροιᾶς σχολαστικότητας ἢ χυδαϊσμοῦ. Ἄλυτον δι᾿ ἐμὲ αἴνιγμα εἶναι πῶς διέφυγε τὸν φιλόσοφον νοῦν τοῦ Κοραῆ ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ μετὰ μέτρου καὶ κρίσεως διόρθωσις τῶν τύπων τῆς λαλουμένης ἤθελεν ἔχει ἄφευκτον ἀποτέλεσμα νὰ διχοτομῇ τὴν προσοχὴν τοῦ ἀναγνώστου μεταξὺ τῆς γενομένης διορθώσεως καὶ τοῦ σημαινομένου τῆς λέξεως, καθιστῶσα ἀδύνατον τὴν ἀποκλειστικὴν ἐκείνην εἰς μόνην τὴν ἔννοιαν προσήλωσιν ἄνευ τῆς ὁποίας ὄζει πᾶν ἀνάγνωσμα γυμνάσματος μαθηματικοῦ. Εμμανουήλ Ροΐδης.Ο Ροΐδης έγραφε σε λόγια καθαρεύουσα ενώ πολεμούσε τους καθαριστές· η «Πάπισσα Ιωάννα» του σκανδάλισε την Αθήνα.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Περισσότερα βιβλία — Εμμανουήλ Ροΐδης
Αι εξοχαί των Αθηνών
Εμμανουήλ Ροΐδης, 1896
Ένας οξυδερκής περιηγητής διασχίζει τα ξεχασμένα προάστια της Αθήνας τη δεκαετία του 1890 και θρηνεί για τα ρυάκια και τα δέντρα που η πρόοδος έθαψε κάτω από τη σκόνη.
Τα εφήμερα
Εμμανουήλ Ροΐδης, 1888
Ένας λόγιος αποκοιμιέται στις όχθες του Κηφισού και ακούει τα εφήμερα, έντομα που ζουν τέσσερις ώρες, να μιλούν για τον έρωτα, τον θάνατο και τη φήμη. Σάτιρα μεταμφιεσμένη σε φυσική ιστορία.
Η Πάπισσα Ιωάννα
Εμμανουήλ Ροΐδης, 1866
Μια σατιρική, λόγια αφήγηση για μια έξυπνη κοπέλα από το Μάιντς που ανεβαίνει στον θρόνο του Αγίου Πέτρου και σατιρίζει κάθε θεσμό με απολαυστική γραφή.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Πάρεργα»;
- Μπορεί να σου αρέσει αν σε ενδιαφέρουν η ελληνική γλώσσα, η σάτιρα και οι συγγραφείς που κοιτούν με χιούμορ τις ιδέες της εποχής τους. Η λόγια καθαρεύουσα και οι παλιές γλωσσικές αναφορές θέλουν προσοχή, ιδίως αν δεν έχεις συνηθίσει κείμενα του 19ου αιώνα.
- Πώς είναι το «Πάρεργα»;
- Με λόγια κοφτερά και χιούμορ, ο Ροΐδης σατιρίζει τις γλωσσικές διαμάχες και κρατά ζωντανό τον ρυθμό με παραδείγματα από την καθημερινή ομιλία. Ατμόσφαιρα: χιούμορ, θαυμασμός και φόβος. Μιλά για την εξουσία, την τέχνη και την ταυτότητα.
- Τι να διαβάσω μετά το «Πάρεργα»;
- Αν σου άρεσε το «Πάρεργα», δοκίμασε «Το λαμπρό αμάξι» (Ζαχαρίας Παπαντωνίου), «Ulysses» (James Joyce) και «Ο δωδεκάλογος του Γύφτου» (Κωστής Παλαμάς).
Μια γεύση από τη ροή
A dog on a beach is not looking for anything it can name.
Their dog ambled about a bank of dwindling sand, trotting, sniffing on all sides. Looking for something lost in a past life. Suddenly he made off like a bounding hare, ears flung back, chasing the shadow of a lowskimming gull. The man’s shrieked whistle struck his limp ears. He turned, bounded back, came nearer, trotted on twinkling shanks. On a field tenney a buck, trippant, proper, unattired. At the lacefringe of the tide he halted with stiff forehoofs, seawardpointed ears. His snout lifted barked at the wavenoise, herds of seamorse. They serpented towards his feet, curling, unfurling many crests, every ninth, breaking, plashing, from far, from farther out, waves and waves.
Ulysses · James Joyce
Πρώτα κυριάρχησε στον εαυτό σου· ύστερα δώσου στους άλλους.
Δείξε εσύ πως πρώτα είσαι ο άρχοντας κι ο εξουσιαστής του θυμού σου, της βουλής σου, της ψυχής σου γίνε δουλευτής. Σβήσε κάθε σου ξεχώρισμα, ρίχ’ το δαχτυλίδι σου αρραβώνα μεσα στο κανάλι του λαού· ένας γίνε από τους στύλους τούς αμέτρητους του μεγάλου έργου τού συντροφικού. Γρίκησε τι λέει το δέντρο που το κόψαν και το κάμανε καράβι: «Μες στο νέο κορμί μου ολάσβηστη η παντοτινή ψυχή μου ανάβει».
Ο δωδεκάλογος του Γύφτου · Κωστής Παλαμάς
Κάνει τα πάντα για να τον προσέξουν, αλλά κανείς δεν γυρίζει να τον κοιτάξει.
Τίποτε ἀπ᾿ αὐτὰ δὲν εἶχε στὰ χέρια του· δὲν ἦτο ἄλλωστε τῆς ἐποχῆς. Ἤθελε ὅμως νὰ κάνῃ νὰ τὸν προσέξουν στὴν ἀγορά, νὰ τὸν πειράξουν ὅπως ἄλλοτε, νὰ θυμώσῃ, νὰ βρίσῃ, νὰ γίνῃ ντόρος γύρω του. Ἀλλὰ τίποτα! Κανεὶς δὲν τὸν ἐπρόσεξε. Αὐτὸ τὸν ἐσκύλιαζε περισσότερο· τὰ γένια του ἄρχισαν νὰ τρέμουν καὶ τὰ πόδια του νὰ μὴν τὸν βαστάζουν γερά. Ὡστόσο ἐπέμενε νὰ κοιτάζῃ προκλητικά, ἔσπρωξε δύο τρεῖς μὲ τὶς πλάτες, τάχα κατὰ λάθος καὶ τέλος ἐφώναξε μυστικὰ βζίτ! βζίτ! τάχα πὼς τὸ φωνάζει ἄλλος. Καὶ ἔτσι ὅμως ἡ ἴδια ἀδιαφορία. Ἐκεῖνοι ποὺ ἔσπρωχνε ἢ ποὺ πατοῦσε, πάγαιναν πάρα πέρα, ἐφυλάγοντο· μὰ οὔτε λέξη τοῦ ἔλεγαν, οὔτε γύριζαν νὰ τὸν κοιτάξουν. Ἐφρένιασε ὁ ἄνθρωπος.
Εὐέλπιδες · Ανδρέας Καρκαβίτσας
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή