BookFeed English

Αποσπάσματα από το «Πάρεργα»

Σελίδες από το «Πάρεργα» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.

Το μόνο κατόρθωμα των διορθωτών της γλώσσας: να κάνουν τη ζωντανή μας γλώσσα θαλάσσιο τέρας.

Μόνον κατόρθωμα τῶν δῆθεν διορθωτῶν τῆς γλώσσης ὑπῆρξε ν᾿ ἀτιμάσωσι καὶ νὰ καταστήσωσιν ἄχρηστον ἐν τῷ γραπτῷ λόγω τὸν πλοῦτον τῆς λαλουμένης, χωρὶς νὰ μεταδώσωσιν εἰς τοὺς ἐκταφέντας ἀττικισμοὺς ζωὴν πραγματικήν, ἥτις διὰ μόνου τοῦ στόματος, οὐχὶ δὲ καὶ τοῦ καλάμου, δύναται νὰ ἐμφυσηθῇ. Τὴν αὐτὴν δυσάρεστον αἴσθησιν κατήντησεν οὕτω νὰ προξενῇ εἰς ἡμᾶς καὶ ἡ προσθήκη καὶ ἡ παράλειψις τοῦ ἀναδιπλασιασμοῦ, καὶ ἡ χρῆσις καὶ ἡ ἀποφυγὴ τῆς δοτικῆς πλείστων ὀνομάτων, καὶ τὸ «σεῖς» καὶ «ὑμεῖς», καὶ ἡ «μύτη» καὶ ἡ «ρίς», καὶ τὸ «ἐπρόσφερα» καὶ τὸ «προσήνεγκον», καὶ τὸ «ἐδάγκασα» καὶ τὸ «ἔδηξα» καὶ ἀναρίθμητα ἄλλα, μεταξὺ τῶν ὁποίων ταλαντεύεται ὁ γράφων ὡς ναυτιῶν θαλασσοπόρος μεταξὺ Χαρύβδεως καὶ Σκύλλης.
— Πάρεργα, Εμμανουήλ Ροΐδης (1893)

Τι απογίνεται ένα δάκρυ όταν μπαίνει στη μέση η γραμματική;

Ὁ γράφων νεοελληνιστὶ εὑρίσκεται οὕτω πρὸ τοῦ διλήμματος ἢ νὰ παραιτηθῇ τῆς μεταδόσεως πάσης αὐτοῦ ἰδέας τῆς μὴ δυναμένης νὰ ἐκφρασθῇ διὰ τῶν ὀλιγίστων ἀχρόων, ἤτοι κοινῶν τῇ ἀρχαίᾳ καὶ τῇ ὁμιλουμένῃ ὀνομάτων, ἢ ν᾿ ἀναμίξῃ τὸ γλωσσικὸν ζήτημα εἰς οἱονδήποτε πραγματεύεται θέμα, μολύνων διὰ τοῦ ρυπάσματος τούτου τὴν διαύγειαν πάσης ἐννοίας καὶ τὴν ζωηρότητα πάσης εἰκόνος. Πῶς δὲ νὰ συμβιβάσῃ μετὰ τῆς συγκινήσεως ἐξ οἱουδήποτε αἰσθήματος ἢ τῆς διεγέρσεως οἱουδήποτε πάθους, μετὰ λύπης ἢ γέλωτος, μετὰ χαρᾶς ἢ δακρύων, τὸν διχασμὸν τῆς προσοχῆς τοῦ ἀναγνώστου μεταξὺ τούτων καὶ τῆς τηρήσεως ἢ τῆς παραβάσεως γραμματικῶν κανόνων; Τοὺς δεδακρυσμένους ὀφθαλμοὺς ξηραίνει ὁ ἀναδιπλασιασμός, οἱ δὲ δακρυσμένοι ὄζουσιν ἀφορισμοῦ τῶν λογίων, δημοτικῆς ἐπιτηδεύσεως Ἑπτανήσου καὶ Λασκαράτου.
— Πάρεργα, Εμμανουήλ Ροΐδης (1893)

Ένας ζωγράφος με όλα τα χρώματά του ανακατεμένα με αιθάλη και λάσπη.

Ὁ διὰ τούτων διωρθωμένων λέξεων ἀναγκαζόμενος νὰ ἐκφράζῃ τὰ διανοήματα αὐτοῦ εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν ζωγράφου τοῦ ὁποίου πάντα τὰ χρώματα ἤθελον εἶναι μεμιγμένα μετ᾿ αἰθάλης καὶ βορβόρου. Οὐδὲν ἄλλο τῷ ὄντι ἢ αἰθάλη καὶ βόρβορος εἶναι ἡ προσθήκη εἰς τὴν σημασίαν πάσης λέξεως χροιᾶς σχολαστικότητας ἢ χυδαϊσμοῦ. Ἄλυτον δι᾿ ἐμὲ αἴνιγμα εἶναι πῶς διέφυγε τὸν φιλόσοφον νοῦν τοῦ Κοραῆ ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ μετὰ μέτρου καὶ κρίσεως διόρθωσις τῶν τύπων τῆς λαλουμένης ἤθελεν ἔχει ἄφευκτον ἀποτέλεσμα νὰ διχοτομῇ τὴν προσοχὴν τοῦ ἀναγνώστου μεταξὺ τῆς γενομένης διορθώσεως καὶ τοῦ σημαινομένου τῆς λέξεως, καθιστῶσα ἀδύνατον τὴν ἀποκλειστικὴν ἐκείνην εἰς μόνην τὴν ἔννοιαν προσήλωσιν ἄνευ τῆς ὁποίας ὄζει πᾶν ἀνάγνωσμα γυμνάσματος μαθηματικοῦ.
— Πάρεργα, Εμμανουήλ Ροΐδης (1893)

Η γλώσσα ενός πολιτικού όταν σπάει ένα ποτήρι στο σπίτι.

Ἐφ᾿ ὅσον τῷ ὄντι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους μονολογοῦσιν ἐν ἀταραξίᾳ, μεταχειρίζονται τοὺς τύπους τῆς γραφομένης, ἀλλ᾿ ἅμα ἐξ οἱασδήποτε ἀφορμῆς ἐξαφθώσιν, ἅμα ἀρχίσωσιν αἱ διακοπαὶ καὶ διαδεχθῇ ὁ διάλογος τὴν μονολογίαν, εὐθὺς ἀντικαθιστᾷ τὴν ἀπαγγελίαν γραπτοῦ λόγου ἡ ζῶσα λαλιὰ τῶν Ἑλλήνων, ἡ μόνη δυναμένη μετ᾿ ἀληθοῦς πάθους νὰ συμβιβασθῇ. Οἱ κατακόρως ἀναμασῶντες ὅτι συμπροοδεύει, ἤτοι ἐξαρχαΐζεται, μετὰ τῆς γραπτῆς καὶ ἡ λαλουμένη, καὶ ὡς παράδειγμα φέροντες βουλευτάς, εἰσαγγελεῖς, δικηγόρους καὶ ἱεροκήρυκας μονολογοῦντας, ἤθελον εἶναι πολὺ πειστικώτεροι ἂν ηὐδόκουν νὰ πληροφορήσωσιν ἡμᾶς τίνα οἱ ρήτορες οὗτοι λαλοῦσι γλῶσσαν συνευθυμοῦντες μετὰ φίλων, ὑπομένοντες τοὺς πόνους χειρουργικῆς ἐγχειρήσεως, ἐπιπλήττοντες παῖδα θραύσαντα ποτήριον, ἀποχαιρετῶντες ἐκπνέοντα συγγενῆ, πατούμενοι καθ᾿ ὁδὸν ὑπὸ ἀπροσέκτου διαβάτου, γονατίζοντες ἐνώπιον γυναικός, ἢ παραληροῦντες ἐν ὀνείρῳ.
— Πάρεργα, Εμμανουήλ Ροΐδης (1893)

Τι κάνει η διγλωσσία σε μια νεαρή λογοτεχνία: την πνίγει στην κούνια.

Παραλείποντες πᾶσαν ἄλλην ἐξ αὐτῆς ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν ζημίαν, περιοριζόμεθα νὰ παρατηρήσωμεν ὅτι αὕτη ἰσοδυναμεῖ πρὸς πνιγμὸν ἐν τοῖς σπαργάνοις καὶ ταφὴν ὑπὸ ἀσάλευτον πλάκα τῆς οἱασδήποτε νεοελληνικῆς φιλολογίας, ἥτις οὐδεμίαν εἶχεν ἄλλην αἰσιωτέρου μέλλοντος ἐλπίδα, πλὴν τῆς συνδιαλλαγῆς τῆς λαλουμένης πρὸς τὴν γραφομένη. Ἐφ᾿ ὅσον τῷ ὄντι δὲν ἀποδειχθῇ ἐσφαλμένος ὁ θεμελιώδης νόμος τῆς αἰσθητικῆς ἐπιστήμης, ὁ ἀπαιτῶν ἐν πάσῃ τέχνη τὴν εἰς μόνην τὴν ἰδέαν ἀποκλειστικὴν προσήλωσιν τῆς προσοχῆς, καὶ οὐχὶ τὸν διχασμὸν αὐτῆς μεταξὺ ταύτης καὶ τῶν ὑλικῶν τῆς παραστάσεως μέσων, ἀδύνατον εἶναι νὰ γράψη τὶς καλλιτεχνικῶς ἑλληνιστί, δι᾿ ἔλλειψιν λέξεων παρερχομένων ἀπαρατηρήτων. Τοιαύται εἶναι αἱ μόναι αἱ καθ᾿ ἑκάστην χρησιμεύουσαι ἡμῖν πρὸς ἔκφρασιν οὗ μόνον τῶν διανοημάτων ἀλλὰ καὶ τῶν αἰσθημάτων ἡμῶν, ἐν πάσῃ τῆς ψυχῆς καταστάσει.
— Πάρεργα, Εμμανουήλ Ροΐδης (1893)

Τι μπορούσε να κάνει ο Παγκανίνι με ένα βιολί που είχε απομείνει με μία χορδή.

Περὶ τοῦ Παγανίνη λέγεται ὅτι κατώρθωσε νὰ θέλξη τοὺς ἀκροατὰς αὐτοῦ διὰ βιολίου εἰς τὸ ὁποῖον μία μόνη ἀπόμεινε χορδή. Τοιοῦτο τί ὄργανον κατήντησεν ἐκ τῶν ἀδίκων ἐξοστρακισμῶν καὶ τῆς βρυκολακιάσεως τῶν ἀττικῶν τύπων ἡ γραφομένη γλῶσσα. Ἀλλ᾿ οὔτε εὔκολον εἶναι νὰ γίνῃ τις Παγανίνης, οὔτε πιστεύομεν ὅτι κακεῖνος δὲν ἤθελε προτιμήσει νὰ φυτεύῃ λάχανα, ἂν κατεδικάζετο εἰς ἰσόβιον χρῆσιν μονοχόρδου. Ὁ δ᾿ ἕτερος τῶν ἐν ἀρχῇ τοῦ προλόγου τούτου μνημονευθέντων δυὸ λόγων περιορίζεται εἰς τὸν ἑξῆς ἁπλούστατον συλλογισμόν: ὅτι κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸ διάστημα τὸ ὁποῖον ἤθελα δαπανήσει ὅπως γράψω μίαν μόνην μετριωτάτην σελίδα, ἠδυνάμην ν᾿ ἀναγνώσω εἴκοσι τουλάχιστον καλλίστας τοῦ Σπένσερ, τοῦ Ἡλιοδώρου, τοῦ Ῥενάν, τῆς Σάνδ, τοῦ Λουκιανοῦ, τοῦ Ἄινε ἢ τοῦ Τενυσῶνος· ἀκαταμέτρητος δὲ ἤθελεν εἶναι παρ᾿ ἐμοὶ οἴησις ὁ φόβος μὴ ζημιώσω ἐκ τούτου τοὺς τυχὸν ἀναγνώστας μου, ἐνῷ πρόχειρα εἶναι καὶ αὐτοῖς τῶν συγγραφέων τούτων καὶ πλείστων ἄλλων ἰσαξίων τὰ ἔργα.
— Πάρεργα, Εμμανουήλ Ροΐδης (1893)

Ένας τόνος αλλάζει θέση και αλλάζει ολόκληρη η Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Ἡ μόνη ἑνὸς τόνου μετάθεσις ἀρκεῖ πολλάκις νὰ καταστρέψῃ τὰ πάντα. Τὸ ἐπίθετον λ.χ. Βυζαντινὸς ἀνακαλεῖ ἀμέσως εἰς τὸν νοῦν μεγαλοπρεπεῖς ναούς, κόνιν ἱπποδρόμου, ἀναθυμιάσεις λιβάνου, χρυσοποίκιλα μωσαϊκά, σκιερὰ κελλία, ὀφθαλμῶν ἐξορύξεις, ῥόπαλα εἰκονοκλαστῶν, ὄργια καὶ τροπάρια, πορφύρας καὶ ῥάσα, πατρικίους ἀσπαζομένους τὸ σανδάλιον ἑταιρῶν, χῆνας σιτοφαγοῦντας ἐπὶ τοῦ γυμνοῦ στήθους τῆς Θεοδώρας, καὶ ὅσα ἄλλα ἐσυνήθισέ τις παιδιόθεν μετὰ τῶν Βυζαντινῶν νὰ συνδέῃ.
— Πάρεργα, Εμμανουήλ Ροΐδης (1893)

Ένας κατάλογος από τις στομφώδεις φράσεις που μολύνουν τη νεοελληνική γραφή.

Ἂν ἡμεῖς πιστεύωμεν ἀπαραίτητον τῶν λέξεων προσὸν τὸ νὰ παρέρχωνται ἐντελῶς ἀπαρατήρητοι, «ρέουσαι ἡσυχή» ὡς τὸ ὕδωρ τῆς Σιλωάμ, οἱ ὀπαδοὶ τῆς νέας αἱρέσεως διδάσκουσιν ἀπ᾿ ἐναντίας ὅτι πολὺ μᾶλλον τῆς ἐννοίας πρέπει νὰ ἑλκύῃ τὴν προσοχὴν τῶν λέξεων καὶ τῶν κλίσεων ἡ «ἀστειότης». Ἄδικον δὲ ἤθελεν εἶναι νὰ μὴ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἐπιτυγχάνουσι πληρέστατα τοῦ σκοποῦ. Πῶς τῷ ὄντι νὰ προσέξη εἰς τὴν ἔννοιαν ὁ ἔχων νὰ θαυμάση τὰ «ἀφίκετο», τὰ «ἐκδίδοται», τὰ «σχῶν τιμῆς», τὰ «νὰ πληρῶται», τὰ «ἵνα ἐνδῶ», τὰ «ἐπὶ τὸ βῆμα παριῶν», τὰ «ἔχω δι᾿ ἐλπίδος», τὰ «θὰ ποιήσηται», τὰ «ἐγνώρισεν ἡμῖν ὁ τηλέγραφος», τὰ «δέον ἵνα γένηται», τὰ «προενηνεγμένος», τὰ «ἐξηγησάμην, ἐσημειωσάμην, ἐφιλοτιμησάμην, ὑπηνιξάμην», καὶ τὴν ἄλλην ἀπό τινος χρόνου μολύνουσαν τὸν γραπτὸν ἡμῶν λόγον αἰσχίστην κοπρολογίαν; Καὶ ἀστεῖα δὲ ἂν ὑποτεθῶσι ταῦτα, πρέπει καὶ τότε νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν κατωτάτην βαθμίδα τοῦ ἀστείου.
— Πάρεργα, Εμμανουήλ Ροΐδης (1893)

Όταν ανασταίνεις νεκρές λέξεις, δεν κινδυνεύεις μόνο από τη μυρωδιά τους.

Πᾶν τὸ μὴ ἀφορήτως σχολαστικὸν φαίνεται ἡμῖν σήμερον χυδαῖον· ἀντὶ δὲ νὰ ὀλιγοστεύῃ διὰ τοῦ χρόνου, αὐξάνει καὶ κορυφοῦται τὸ κακόν, διὰ τῆς καθ᾿ ἡμέραν ἀποκοπῆς ζῶντος τινος μέλους τοῦ λόγου καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ δι᾿ ὄζοντος ἀττικοῦ ψοφιμίου. Εἰς τὰς πλείστας τῶν λέξεων ὧν ἔχει ἀνάγκην ὁ γράφων, μετεδόθη οὕτω ἰδιάζουσα κομματικὴ χροιά, ὀσμή τις ἀγορᾶς ἢ διδασκαλείου, «Παληανθρώπου» ἢ «Ψευδηρωδιανοῦ», προστιθεμένη εἰς τὴν σημασίαν αὐτῶν καὶ καθιστώσα ἀδύνατον τὴν παράστασιν ἀμιγοῦς ἐννοίας, πρὸς ἣν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι μόνον ἐντελῶς ἄχροοι, ἄοσμοι καὶ ἄυλοι οὕτως εἰπεὶν λέξεις. Ἀλλὰ σήμερον τοιαῦται εἶναι αἱ ἤδη στερηθεῖσαι τοῦ ἀπαραιτήτου τούτου προσόντος, ὥστε καταντῶσιν ἄχρηστα τὰ ἐννέα τουλάχιστον δέκατα τῆς γλώσσης.
— Πάρεργα, Εμμανουήλ Ροΐδης (1893)

Οι καθαριστές έδωσαν νέο όνομα στο μαντίλι και έκαναν το κλάμα αηδιαστικό.

Κατὰ τὸν Σαιξπῆρον τεκμήριον σφοδρᾶς συγκινήσεως εἶναι τὸ νὰ λησμονῇ τὶς ἐνδυόμενος τὸν λαιμοδέτην αὐτοῦ καὶ τὰς περικνημίδας· πρὸς ἐκτίμησιν ὅμως τῆς ψυχικῆς καταστάσεως τοῦ σήμερον Ἕλληνος φαίνεται πολὺ ἀσφαλέστερον γνώρισμα ἡ χρῆσις ἢ παράλειψις τοῦ ἀναδιπλασιασμοῦ. Τὴν τοιαύτην τελείαν τῆς διωρθωμένης γλώσσης ἀνεπιτηδειότητα πρὸς διέγερσιν καὶ ἔκφρασιν παντὸς πάθους πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι εἶχον ὑπ᾿ ὄψιν καὶ αὐτοὶ οἱ διορθωταί, οἱ ἕνεκα τούτου μετονομάσαντες τὸ μανδήλιον «ῥινόμακτρον», ὡς προωρισμένον ῥίνας μόνον καὶ οὐδέποτε ὀφθαλμοὺς νὰ σπογγίζῃ. Ἐν τῇ δημιουργίᾳ τῆς λέξεως ταύτης διαλάμπει ἅπασα τῶν λογιωτάτων ἡ καλαισθησία. Ἂν οὐδὲν δυναταί τις νὰ λάβῃ ἀποχωριζόμενος τῆς φιλτάτης του θελκτικώτερον ἐνθύμημα τοῦ ὑγροῦ αὐτῆς μανδηλίου, κατὰ τί διάφορος ἤθελεν εἶναι ἡ προσφορὰ ὑγροῦ... μάκτρου τῆς ῥινός.
— Πάρεργα, Εμμανουήλ Ροΐδης (1893)

Πάρεργα

Εμμανουήλ Ροΐδης, 1893

Γιατί ένας συγγραφέας προτιμά να διαβάζει τον Σπένσερ παρά να γράφει μία σελίδα: ένας κωμικός και οξύς λόγος ενάντια στη διγλωσσία.

Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.

Άνοιξε το BookFeed

Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.