BookFeed English

Ἡ Βλαχοπούλα

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851–1911), 1904

Κλασικά

Μια κοπέλα γυρίζει στο χωριό, ο πατέρας της θέλει να την παντρέψει κι ένας χασομέρης βλέπει ποίηση εκεί που οι άλλοι βλέπουν μια χωριατοπούλα. Ο Παπαδιαμάντης στα πιο τρυφερά και πιο επικίνδυνα γραπτά του. Η νοσταλγία και η τρυφερότητα περνούν μέσα από λυρικές περιγραφές της φύσης, ενώ η ήρεμη αφήγηση κρύβει μια πιο σκοτεινή πλευρά.

Ατμόσφαιρα: λαχτάρα και τρυφερότητα. Μιλά για την αγάπη, τη φύση και την εξουσία.

Σε ποιον ταιριάζει

Μπορεί να σου αρέσει αν σε συγκινούν οι ιστορίες αγάπης, οι ήρωες που βλέπουν αλλιώς τους ανθρώπους και η παλιά ζωή στο χωριό. Η καθαρεύουσα και οι παλιότεροι τύποι της μπορεί να κάνουν την ανάγνωση απαιτητική.

Γιατί να το διαβάσεις

Η «Ἡ Βλαχοπούλα» αξίζει αν θέλεις να γνωρίσεις μια τρυφερή, αλλά όχι αθώα, ιστορία του Παπαδιαμάντη για την αγάπη, την εξουσία και το βλέμμα των άλλων.

Σελίδες από το βιβλίο

Μια άγνωστη ανεβαίνει στον λόφο και αλλάζει τον κόσμο του.

Ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐφάνη εἰς τὴν ἄλλην ἄκραν τοῦ ἀγροῦ μία κόρη ἀνερχομένη τὸν ὄχθον, δι᾽ οὗ καὶ αὐτὸς εἶχεν ἀνέλθει εἰς τὸ ὕψος τοῦ λόφου. Ἦτο χωριατοπούλα, φοροῦσε τὴν μπόλια, τὴν ποδιὰν καὶ τὴν μανδήλαν της, μὲ τὰς πλεξίδας μακρὰς κρεμαμένας ἕως τὴν μέσην, συμπεπλεγμένας μὲ ταινίαν κοκκίνην μεταξωτήν, μὲ τὰ στέρνα εὔκολπα σχηματισμένα ὄπισθεν τῆς ἐμπροσθέλας της τῆς λευκῆς. Ἔβαινε μὲ ἐλαφρὸν ἀλλὰ καὶ δειλὸν βῆμα, ὡς κόρη ἥτις εἶχεν ἀπομάθει πρὸ πολλοῦ τὴν ἕξιν τοῦ νὰ βαδίζῃ εἰς τὰ λιβάδια, καὶ δὲν εἶχε παρατηρήσει τὸν Πάνον τὸν Δημούλην, τοῦ ὁποίου ἡ κεφαλὴ ἐπεπροσθεῖτο ὑπό τινος θάμνου, τὸ δὲ σῶμα ἦτο ἀνακεκλιμένον ἐπὶ τῆς χλόης. Ἦτο ὑψηλή, λιγνή, καὶ καθ᾽ ὅσον ἀνήρχετο τὸν λόφον, ὁ Πάνος ὁ Δημούλης ἔβλεπε τὸ πρόσωπόν της ὡς σύνολον, χωρὶς νὰ διακρίνῃ τοὺς χαρακτῆρας, λάμπον ὥς τινα αἴγλην, κ᾽ ἐμάντευεν ὅτι ἦτο ὡραία. Ἄ! ὁποία ποιητικὴ ἐμφάνισις!

Ένα κορίτσι μετακινεί ένα πρόβατο κι η φαντασία ενός άντρα καλπάζει.

Ἡ νεᾶνις ἀνέβη ἕως τὸ ἥμισυ τοῦ ἀνωφεροῦς ὄχθου, εἶτα ἔκυψε κατὰ γῆς. Ἐκεῖ, πλησίον τῆς ἀποσκαφῆς, εἰς τὸ σύνορον τὸ χωρίζον τὸ μέγα κριθόσπαρτον χωράφιον ἀπὸ ἄλλους ἐγγὺς ἀγρούς, ἦτο δεμένη μία ἀμνὰς μὲ τὸ ἀρνίον κ᾽ ἔβοσκε. Φαίνεται ὅτι ἡ χωρικὴ νεᾶνις εἶχεν ἔλθει «διὰ ν᾽ ἀλλάξῃ τὴν προβατίνα». Ἔκυψεν, ἐξέχωσε τὸν πάλον, καὶ σύρουσα διὰ τοῦ σχοινίου τὴν ἀμνάδα, τὴν μετέφερεν ὀλίγον ἀπωτέρω, ὄπισθεν τῶν θάμνων, κ᾽ ἐκεῖ ἐκ νέου ἔκυψεν, ἐνέπηξε, κτυπῶσα διὰ λίθου, τὸν πάλον εἰς τὴν γῆν, κ᾽ ἐκεῖ τὴν ἄφησε νὰ βόσκῃ. Ἄ! ἡ προβατίνα! Ἄ! τὸ μικρὸν ἀρνάκι! Τί τρυφερόν, τί λευκόμαλλον ποὺ ἦτο, καὶ πόσον γλυκὰ ἐβέλαζε! Τί ἦλθες, ὦ Βλαχοπούλα! Τί θέλεις ἀπὸ ἐμέ; (ἔλεγε καθ᾽ ἑαυτὸν ἐν ἐξάρσει ὁ Πάνος ὁ Δημούλης). Φύγε, ὦ Βλαχοπούλα. Μὴ μὲ κολάζῃς χωρὶς νὰ μὲ συμπονῇς! Μὴ μὲ ἐνοχλῇς, χωρὶς νὰ μὲ γνωρίζῃς! Πῶς νὰ καταπραΰνω τὴν φαντασίαν μου, σήμερον, Μέγα Σάββατον;

Το σπίτι όπου ήταν μόνο υπηρέτρια και το πρωί που έφυγε.

Ἡ Φλώρα της, ἔχει μείνει ὀρφανὴ εἰς ἡλικίαν ὀκτὼ ἐτῶν, καὶ ὁ μεγάλος ὁ γυιός της, διὰ νὰ τὴν ξεφορτωθῇ, χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ τὴν μητέρα του, τὴν ἔδωκεν ὡς ψυχοπαίδαν, τάχα, πράγματι ὡς δούλαν εἰς ἕνα σπίτι, μέσα εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἐκεῖ ἐπολιτίσθη καὶ ἄλλαξε τὴν φορεσιά της (ντήοϊ φορεσὲς) κ᾽ ἐξέχασε νὰ ὁμιλῇ ἀλμπιρίστι κ᾽ ἔμαθε νὰ ὁμιλῇ σκληρίστι. Εἰς τὰ χέρια ἐκείνης τῆς οἰκογενείας, ἐμεγάλωσε, κ᾽ ἔγινε δεκαεπτὰ χρονῶν, καὶ τότε ἀπέθανεν ἡ κυρά της. Σὰν ἀπέθανεν ἡ κυρά της, καὶ εἶχε μεγαλώσει κι αὐτή, δὲν ἠμποροῦσε «νὰ κάμῃ χωριὸ» μὲ τὸν ἀφέντη της, γιατὶ δὲν ἦτον, ἂν καὶ μὲ κατάλαβες, ἀπὸ ᾽κεῖνες ποὺ ξέρεις (ἀγιὸ σ᾽ ἴστεν νκάτο τσεντή) κ᾽ ἔτσι ἕνα πρωί, σηκώνεται καὶ παίρνει τὰ ρουχαλάκια της, καὶ φεύγει.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.Ο Παπαδιαμάντης έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μέσα στη φτώχεια, μετέφραζε για εφημερίδες και έγραφε τις ιστορίες του σ’ ένα νοικιασμένο δωμάτιο στην Αθήνα. Κάθε χρόνο επέστρεφε στη γενέτειρά του, τη Σκιάθο.

Βιβλία με παρόμοια αίσθηση

Όλα τα βιβλία σαν το «Ἡ Βλαχοπούλα»

Περισσότερα βιβλία — Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Λαμπριάτικος ψάλτης

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1912

Ένας ιερέας περιμένει ψάλτη τη νύχτα της Λαμπρής σ’ ένα ξωκλήσι πάνω από τη θάλασσα, ενώ ένας γέροντας που έχει χάσει τον δρόμο του παίρνει λάθος κατεύθυνση στο φως του φεγγαριού.

Στο Χριστό στο Κάστρο

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1892

Ένας παπάς τάζει να λειτουργήσει τα Χριστούγεννα σ’ έναν έρημο ναό πάνω σ’ έναν βράχο. Για να κρατήσει το τάμα του, πρέπει να διασχίσει με το καΐκι του το πέλαγος μέσα στον βαρύ χειμώνα.

Πού θα το βρεις

Βρες το βιβλίο · Στο Public

Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.

Ερωτήσεις αναγνωστών

Μου ταιριάζει το «Ἡ Βλαχοπούλα»;
Μπορεί να σου αρέσει αν σε συγκινούν οι ιστορίες αγάπης, οι ήρωες που βλέπουν αλλιώς τους ανθρώπους και η παλιά ζωή στο χωριό. Η καθαρεύουσα και οι παλιότεροι τύποι της μπορεί να κάνουν την ανάγνωση απαιτητική.
Πώς είναι το «Ἡ Βλαχοπούλα»;
Η νοσταλγία και η τρυφερότητα περνούν μέσα από λυρικές περιγραφές της φύσης, ενώ η ήρεμη αφήγηση κρύβει μια πιο σκοτεινή πλευρά. Ατμόσφαιρα: λαχτάρα και τρυφερότητα. Μιλά για την αγάπη, τη φύση και την εξουσία.
Τι να διαβάσω μετά το «Ἡ Βλαχοπούλα»;
Αν σου άρεσε το «Ἡ Βλαχοπούλα», δοκίμασε «Μαζώχτρα» (Αργύρης Εφταλιώτης), «Η ζωή του χωριού» (Κωνσταντίνος Θεοτόκης) και «Μεταφράσεις» (Τέλλος Άγρας).

Μια γεύση από τη ροή

  1. Τι κάνει το αηδόνι σε δυο ανθρώπους που πρέπει να φύγουν;

    Το φεγγάρι είχε σηκωθεί καμπόσο, κι ακούστηκε τ’ αηδόνι να ψάλλει την αρμονικότατη μελωδία του. Αθέλητα την αφοκραστήκαν κι οι δυο τους με συγκίνηση· πόσο ήταν γλυκιά· απλή πρώτα πρώτα και λίγο λίγο ψιλότερη και στολισμένη· συργουλιστά υμνούσε τ’ ανοιξιάτικο τραγούδι του την ανάσταση της φύσης, τον πόθο που εφώλιαζε σ’ όλα τα πλάσματα, την επιθυμιά της δημιουργίας· κι ετρίλιζε κι εγουργουλούσε κι επαραπονιότουν· και οι αχοί που ανάδινε το μικρό λαρύγγι τούς εσάλευαν τα σπλάχνα, τούς έκαναν να λησμονούν το κορμί τους. Σε λίγο και τ’ άλλα πουλιά εβαλθήκαν να ψάλλουν· το χάραμα ερχότουν και οι αγαπημένοι εσηκωθήκαν να φύγουν.

    Η ζωή του χωριού · Κωνσταντίνος Θεοτόκης

  2. Δυο άνθρωποι ξανασυναντιούνται σ’ ένα άδειο πάρκο, αλλά θυμούνται διαφορετικά.

    Στὸ πάρκο τὸ παλιό, τὸ κρύο καὶ τ’αδειανό, ξάφνω, τὰ σχήματα περᾶσαν των δυονών. Τὰ χείλια ἔχουν λυτά, τὰ μάτια ἔχουν σβηστά καὶ μόλις ποὺ τ’ακούς τὰ λόγια τους σωστά. Στὸ πάρκο τὸ παλιό, τὸ κρύο καὶ τ’αδειανό, δυὸ φαντάσματα ἔφεραν πίσω τὸν καιρό. -Τὴ θυμᾶσαι τὴν μέθη μας την περασμένη; -Κι ἂν τὴ θυμᾶμαι ἢ ὄχι, τί σημαίνει; -Τὸ καρδιοχτύπι της γιὰ μὲ πάντα ἡ καρδιά σου τό ’χει; Στ’όνειρο τὴν ψυχή μου ἀκόμα τηνε βλέπεις;— Ὄχι

    Μεταφράσεις · Τέλλος Άγρας

  3. Γιατί ο σταθμός, μόλις φύγει το τρένο, μοιάζει τόσο έρημος.

    Τι θλιβερό πράμμα ο Σταθμός, που μόλις νάχη φύγει το τραίνο. Ούτε στιγμή, μολίς που εδώ στις ράγιες του βαριά σταματημένο και πηγαινοέρχονταν γοργά, ανίδεα γελώντας ταξειδιώτες. Κι’ όσοι που μείνανε κι’ αυτοί δεν έχουνε την όψη τους σαν τότες. Η άδεια θέση κ’ η σιωπή μεσ’ στο Σταθμό που τούφυγε το τραίνο. Κι’ αυτοί που μείνανε σκορπούν κ’ έχουν το βήμα το αποφασισμένο όσων τη μοίρα ακολουθούν.

    Ανέκδοτα ποιήματα · Μαρία Πολυδούρη

  4. Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

    Συνέχισε στη ροή

Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.

Άνοιξε το BookFeed

Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.