Έργα (1935)
Γιώργος Σαραντάρης (1908–1941), 1935
Ένας νέος ποιητής και ημερολογιογράφος γράφει σε μια γυναίκα που αγαπά και στον εαυτό του που χάνεται, με στίχους και πυρετικό πεζό, λίγους μήνες πριν από τον πρόωρο θάνατό του. Οι στίχοι και το πυρετικό πεζό κινούνται με λυρική ένταση, ανάμεσα στον έρωτα, τη μοναξιά και τη μελαγχολία.
Ατμόσφαιρα: λαχτάρα, μελαγχολία και θαυμασμός. Μιλά για τη μοναξιά, την αγάπη και τον χρόνο.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσει αν σε τραβά η ποίηση που ενώνει την ερωτική λαχτάρα με στοχασμούς για τον εαυτό και την ύπαρξη. Το πεζό είναι πυρετικό και εξομολογητικό, οπότε ίσως σε δυσκολέψει αν προτιμάς πιο αποστασιοποιημένη φωνή.
Γιατί να το διαβάσεις
Η «Έργα (1935) (1935)» φέρνει κοντά στίχους γεμάτους θάλασσα και διαλόγους γραμμένους μέσα σε έναν χρόνο· μια ευκαιρία να γνωρίσεις από κοντά τη φωνή του Σαραντάρη.
Σελίδες από το βιβλίο
Ένας άντρας ομολογεί πως αγαπά τη ζωή του χωρίς αξιοπρέπεια.
Δὲν εἶμαι ἕνας σοβαρὸς ἄνθρωπος· ἡ γνώμη μου θὰ ἔπρεπε νὰ μὴν εἶναι ὑπολογήσιμη ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους μου, ὁ βίος μου θὰ ὤφειλε νὰ περνάει ἀπαρατήρητος παρ’ ὅλες τὶς προκλητικές, ἀνούσιες, φωνές του, νὰ μὴ σηκώνει τὴν περιέργεια πίσω του σὰν σκόνη. Εἶμαι ἕνα ζῶο χωρὶς ἀξιοπρέπεια. Οἱ ἀγάπες μου εἶναι φτηνές. Τρέφω ἕνα σπασμωδικὸ ἔρωτα γιὰ τὴν ὕπαρξή μου, γιὰ τούτη τὴν ὑπόθεση ποὺ δὲν ἐξοφλεῖται σὲ μιὰ μέρα μέσα· μήτε σ’ ἕνα μῆνα, μήτε σὲ χρόνο, καὶ μᾶς ἀκολουθεῖ πρὸς τὸ ἄπειρο μὲ τὸ περιττό βάρος της. Του ζητά την άδεια να πεθάνει κι εκείνος δεν καταλαβαίνει γιατί.
Μοῦ εἶπες· — Θέλω νὰ πεθάνω, ἀλλὰ νὰ μοῦ τὸ ἐπιτρέψεις κ’ ἐσύ! — Δὲν καταλαβαίνω αὐτὸν τὸν φόβο τοῦ θανάτου, αὐτὴν τὴν ἐπιθυμία τῆς συγκατάβασης τοῦ ἄλλου ἀγνάντια στὸ θάνατο. Γιατὶ ἐγὼ εἶμαι ὁ ἄ λ λ ο ς γιὰ σένα ὅταν ἐκλέγεις κάτι τὸ σοβαρό, καὶ μοναχή σου παίρνεις ἀπ’ τὰ μαλλιὰ τὴν τύχη. Εἶμαι ὁ ἀνυπόφορος ἄλλος, ὁ ἀπροσκάλεστος μάρτυρας. Ἐσὺ φροντίζεις νὰ μὴ γίνει ἀντιληπτὸ τὸ πέρασμά σου, ἔτσι, ποὺ καὶ ἡ κατοπινὴ ἐξαφάνιση νὰ εἶναι ἕνα γλιστρημα στὸ κενό· γιὰ νὰ μὴ θορυβηθεῖ ὁ ὑφιστάμενος κόσμος. Ἀλλὰ τότε γιατὶ προστρέχεις σ’ ἐμένα, τὸν τυχαῖο σύντροφο, καὶ ζητᾶς τὴ γνώμη μου; Ποιὰ καλοπροαίρετη συμβουλὴ μπορῶ ἐγὼ νὰ σοῦ προσφέρω; Σε μια συζήτηση μόνο με το μυαλό, τα μαλλιά της είναι το μόνο ζωντανό μέρος της.
Ὤ, αὐτὴ ἡ κουβέντα ἀνάμεσά μας, σὲ τέτοια οἰκειότητα ψυχῆς ποὺ ὁ καθένας νομίζει πὼς μιλᾶ μὲ τὸν ἑαυτό του, δὲν ἀποτελεῖ ἀ σ έ β ε ι α πρὸς τὰ σώματά μας, ποὺ ὑποχρεώνονται νὰ ἀπουσιάζουν; Μὲ ἀκοῦς, κι ἀπὸ τὸ σῶμα σου μονάχα τὰ μαλλιὰ ζοῦν· τὰ μάτια σου ἀσπάζονται τὶς ἰδέες, γίνονται ἥσυχα κοίτη ποὺ δὲν μολύνεται ἀπὸ σπέρμα· ἀλλὰ τὰ μαλλιά σου θυμοῦνται τὰ παρήγορα χάδια, φέρνουν ἀκόμα ροὴ αἰσθήσεων ἀνέμους ἀνατριχιάσματα. Καὶ ξέρω ὅτι μπορῶ νὰ τὰ φιλήσω κ’ ἂν τὰ φιλήσω, ξαναρχινάω ὁλάκερη τὴ ζωή μου ἀποκτάω ξανὰ τὴν ἀθωότητα τῆς περιπέτειας. Γιώργος Σαραντάρης.Ο Σαραντάρης πέθανε στα 32 από φυματίωση, τον πρώτο χειμώνα της Κατοχής. Έγραψε τους πεζούς διαλόγους αυτού του βιβλίου μέσα στο 1935, παράλληλα με στίχους γεμάτους θάλασσα.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Περισσότερα βιβλία — Γιώργος Σαραντάρης
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Έργα (1935)»;
- Μπορεί να σου αρέσει αν σε τραβά η ποίηση που ενώνει την ερωτική λαχτάρα με στοχασμούς για τον εαυτό και την ύπαρξη. Το πεζό είναι πυρετικό και εξομολογητικό, οπότε ίσως σε δυσκολέψει αν προτιμάς πιο αποστασιοποιημένη φωνή.
- Πώς είναι το «Έργα (1935)»;
- Οι στίχοι και το πυρετικό πεζό κινούνται με λυρική ένταση, ανάμεσα στον έρωτα, τη μοναξιά και τη μελαγχολία. Ατμόσφαιρα: λαχτάρα, μελαγχολία και θαυμασμός. Μιλά για τη μοναξιά, την αγάπη και τον χρόνο.
- Τι να διαβάσω μετά το «Έργα (1935)»;
- Αν σου άρεσε το «Έργα (1935)», δοκίμασε «Φωτεινός» (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης), «Ανέκδοτα ποιήματα» (Μαρία Πολυδούρη) και «Ποιήματα» (Τέλλος Άγρας).
Μια γεύση από τη ροή
Όταν η εκδίκηση απειλεί να καταπιεί την ψυχή, τι απογίνεται ένας πατέρας;
Καὶ δυὸ σκιάδες πάραυτα ὠρμήσανε κι ἁρπάξαν τὰ βόιδια πού ῾ταν στὸ ζυγό. Δυὸ ἄλλοι τὸν ἀδράξαν κ᾿ ἐδέσανε τὸ χέρι του στὸ φοβερὸ χερούλι μὲ τὴ σφεντόνα πωὕρανε. Ὕστερα μὲ τὴ σκούλη, ἀρχίσαν, τοῦ κοντόσπαθου, ἀργὰ νὰ πελεκᾶνε τ᾿ ἀντρειωμένα δάχτυλα καὶ νὰ περιγελᾶνε. Ὅλο τ᾿ ἀλέτρι ἐβάφηκε· τὸ μαῦρο τὸ παιδί του στὸ χῶμα δίπλα ἐμούγκριζε, σὰν νά ῾βγαινε ἡ ψυχή του. K᾿ ἐκειὸς ὁ γέρο δράκοντας χωρὶς οὔτε ν᾿ ἀχνίσῃ ἐκύτταζε τὸ αἷμα του ποὺ πότιζε σὰ βρύση τὴ γῆ του τὴν ταλαίπωρη, καὶ μέσα στὴν καρδιά του μὲ μιᾶς ἀστράφτουν τὰ παληὰ τ᾿ ἀνδραγαθήματά του, κ᾿ ἐσπιθοβόλησε στὸ νοῦ χρυσόφτερ᾿ ἡ ἐλπίδα μὲ τὴ δική του ἐκδίκηση νὰ σώσῃ τὴν πατρίδα.
Φωτεινός · Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Γιατί ο σταθμός, μόλις φύγει το τρένο, μοιάζει τόσο έρημος.
Τι θλιβερό πράμμα ο Σταθμός, που μόλις νάχη φύγει το τραίνο. Ούτε στιγμή, μολίς που εδώ στις ράγιες του βαριά σταματημένο και πηγαινοέρχονταν γοργά, ανίδεα γελώντας ταξειδιώτες. Κι’ όσοι που μείνανε κι’ αυτοί δεν έχουνε την όψη τους σαν τότες. Η άδεια θέση κ’ η σιωπή μεσ’ στο Σταθμό που τούφυγε το τραίνο. Κι’ αυτοί που μείνανε σκορπούν κ’ έχουν το βήμα το αποφασισμένο όσων τη μοίρα ακολουθούν.
Ανέκδοτα ποιήματα · Μαρία Πολυδούρη
Μια δήλωση αγάπης χάνεται μέσα σε αναμνήσεις καλοκαιριού.
Ήθελες κάτι να μου πεις και δεν σου το ρωτούσα, (Το καλοκαίρι είχε σωθεί και τ’ άνθη που αγαπούσα). Ήθελες κάτι να μου πείς και τόχα λησμονήσει. (Τη ρίζα που καθόμαστε -θυμάσαι;- έχουν γκρεμίσει). (Είχε από τότε εντός μου σε φθινόπωρο γυρίσει). Μου είπες, α, ναι! - πως μ’ αγαπάς - μα τόχω λησμονήσει.
Ποιήματα · Τέλλος Άγρας
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή