BookFeed English

Βιβλία σαν το «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως»

Αν σου έμεινε το «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως», αυτά τα βιβλία έχουν παρόμοια ατμόσφαιρα: μνήμη, θαυμασμός και μελαγχολία. Διάβασε ένα απόσπασμα από το καθένα για να δεις ποιο σου ταιριάζει.

Για το «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως» · Γεώργιος Βιζυηνός

  1. 1.Τρελλὴ βραδυά

    Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1892

    Κοινά στοιχεία: μνήμη και μελαγχολία. Τέσσερις φίλοι παίρνουν κρασί, αστακό και ένα ψαθί και βγαίνουν στη νύχτα του Μάρτη να βρουν πού επιτρέπεται να τραγουδήσουν. Η βραδιά πάει κατά διαόλου — και γι’ αυτό τη θυμάσαι.

    Καὶ ἤρχισε νὰ διηγῆται πῶς ἄγνωστος ἐχθρός, ἴσως κανένας βαλμένος ἀπ᾽ τοὺς δικούς του, ποὺ δὲν τὰ εἶχε καλὰ μαζί τους, εἶχεν εἰσχωρήσει διὰ νυκτὸς ὁ ἀπόκοτος εἰς τὴν αὐλὴν καὶ εἰς τὸ ἰσόγειον τῆς οἰκίας καὶ εἶχεν ἀνοίξει τὸν κρουνὸν τοῦ μεγάλου βαγενίου του κ᾽ ἐχύθηκαν τριάντα βαρέλες κρασί. Τώρα τοῦ ἔμενε μόνον αὐτὸ τὸ μεσακὸ βαρελάκι ποὺ τὸ κρασοπουλεῖ κι ἄλλα δύο ἢ τρία μικρότερα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκει ἡδονὴν νὰ λιανοπωλῇ μοναχός του, ὄχι τόσον διὰ τὰ λεπτὰ ποὺ θὰ μαζώξῃ, ὅσον διότι ἔρχονται, ἂς εἶναι καλά, τὰ παιδιὰ τοῦ χωριοῦ, τὰ λεβεντόπαιδα, καὶ τοῦ κάνουν συντροφιά, γιὰ νὰ περνᾷ κι αὐτὸς τὴν ὥραν του.
  2. 2.Η Αγγέλικα

    Αργύρης Εφταλιώτης, 1900

    Κοινά στοιχεία: θαυμασμός και μνήμη. Μια δασκάλισσα φτάνει σ’ ένα μικρό νησιώτικο χωριό και το αναστατώνει. Κωμωδία για τη ματαιοδοξία, τις συνήθειες και το τίμημα του καλλωπισμού, γραμμένη στη ντοπιολαλιά του νησιού. Στα ελληνικά, χωρίς εκσυγχρονισμό. Ο Εφταλιώτης ήταν έμπορος στο Λονδίνο και στη Βομβάη πριν επιστρέψει στη Λέσβο, όπου βοήθησε να γίνει η δημοτική γλώσσα της λογοτεχνίας. Το 1904 εξέδωσε συλλογή δημοτικών τραγουδιών· τα ίδια τραγούδια που τραγουδούν εδώ οι κοπέλες.

    Καλονυχτίζω μιὰ ψυχὴ καὶ τὄνομα δὲ λέγω. Κι ἄ μελετήσω τὄνομα βουρκώνουμαι καὶ κλαίγω. − Πῆτε μου, πῆτε μου κι ἄλλα, νὰ σᾶς χαρῶ, ἀπ’ αὐτὰ τὰ δαιμονισμένα σας λιανοτράγουδα, −ἔλεγε μιὰ βραδινὴ στὶς κοπέλλες ἡ Ἀγγέλικα, ἐκεῖ ποῦ ἔραβαν καὶ κεντούσανε γύρω στοῦ νυχτεριοῦ τὸ λυχνάρι. − Εἶναι γλυκὰ γλυκὰ καὶ νόστιμα, εἶναι μυρωδᾶτα σὰν τὸ βασιλικό, πῆτε μου κι ἄλλα, πεθαίνω γιὰ τὰ χωριάτικά σας αὐτὰ τὰ ζουμπουλάκια, ποῦ τὰ καταφρονεῖτε, καημένες, μὰ δὲν ξέρετε τί θησαυρὸ ἔχετε! Ἄχ, χωριὸ καὶ πάλι χωριό! Ποῦ νὰ βρῇ κανένας τέτοιο νυχτέρι στὴ χώρα! Ποῦ ν’ ἀκούσῃ τέτοια μοσκομυρισμένα τραγούδια! Θὰ τὰ μάθω, θὰ τὰ μάθω καὶ γὼ αὐτὰ τὰ τραγούδια. Δὲν μπορῶ πιὰ νὰ ζήσω δίχως αὐτὰ.
  3. 3.Το λαμπρό αμάξι

    Ζαχαρίας Παπαντωνίου, 1920

    Κοινά στοιχεία: μελαγχολία και θαυμασμός. Ένας φτωχός γραφέας πολιορκείται από τον πλουσιότερο άντρα της Αθήνας κι ένας τσαγκάρης-ποιητής από την Ήπειρο γίνεται ξαφνικά θρύλος στη γειτονιά του. Δύο κωμωδίες για το χρήμα και τη φαντασία.

    Ποιὸς ἑτοίμασεν αὐτὴ τὴ φαντασμαγορία; Τὸ Κακὸ βέβαια. Τὰ ἔργα του ἔχουν τέχνη− δὲν εἶναι ποτὲ ἁπλᾶ. Ὁρίστε! Λιακάδα τοῦ Γεννάρη. Τὰ μαῦρα ἄλογα τεντώνουν τὶς στέρεες καμπύλες των, ξεπετιέται τὸ λαμπρό των ἀνάγλυφο. Ἀγάλματα ὁ ἁμαξᾶς κι’ ὁ λακές. Ἡ γυαλάδα τοῦ λαντὼ καθρεφτίζει τὰ σπίτια καὶ τοὺς διαβάτες. Λουριά, πόρτες, πόμολα, στολίδια του, εἶναι ὕμνος πρὸς τὸ περιττό. Σκέφτηκε ἁμέσως νὰ κατεβῆ… Μὰ ὄχι! Θὰ μείνη γιὰ νὰ τὴν ἐκτελέση αὐτὴν τὴν κωμωδία ὡς τὸ τέλος! Θὰ βοηθήση τὴ δύναμη τοῦ κακοῦ. Τρελλὴ διάθεση τὸν ἔπιασε νὰ παίξη τὰ παιγνίδια της, μανία γιὰ νὰ διαπομπεύση τὸν πλούσιο−καὶ τὸν ἑαυτό του ποὺ πίστεψε στὸν πλούσιο. Ἐμπρός! Θὰ ὁδηγήση τοὐλάχιστον τὸ ἁμάξι του σὲ σωκάκια. Θὰ τὸ σταματήση στὴν «Πιπεριά»! Θέλει νὰ τὸ χώση σὲ λαϊκὴ συνοικία.
  4. 4.Παραμύθια Δανικά, εκ των του Ανδερσεν

    Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, 1835

    Κοινά στοιχεία: θαυμασμός και μελαγχολία. Ένα ασχημόπαπο, ένας ματαιόδοξος βασιλιάς κι ένας μονόποδος στρατιώτης που ερωτεύεται μια χορεύτρια. Τα παραμύθια του Άντερσεν, γυμνά και αληθινά.

    Το δε ασχημόπαπον εντράπη και έκρυβε την κεφαλήν κάτω από την πτέρυγά του, και δεν ήξευρε τι να κάμη. Ήτο τόσον ευτυχισμένον, και δεν ήτο διόλου υπερήφανον. Εσυλλογίζετο πως έως τώρα το κατεφρόνησαν και το επείραζαν. Και τώρα ήκουε να λέγουν ότι ήτο τόσον ωραίον! Τώρα έως και τα δένδρα εκρεμούσαν τα κλαδιά των εις το νερόν διά να το βλέπουν. Ετίναξε τα πτερά τον, εσήκωσε τον λαιμόν του και εφώναξε χαρούμενον από τα βάθη της καρδίας του: Πού να ονειρειθώ τόσην ευτυχίαν όταν ήμουν ασχημόπαπον!
  5. 5.Από την εφημερίδα «Ρωμηός»

    Γεώργιος Σουρής, 1880

    Κοινά στοιχεία: θαυμασμός και μνήμη. Ο μεγάλος σατιρικός της παλιάς Αθήνας, ο Ρωμηός, σατιρίζει βασιλιάδες, δεσποτάδες και πολιτικούς με στίχους γραμμένους το πρωί που θα διαβαστούν.

    Ἤμεθα τότε μιὰ εὔθυμη συντροφιὰ νέων εἰς τὰ Χανιά, ποῦ εἴχαμε κοινὴν τὴν ἀγάπην πρὸς τὴν ἱππασίαν. Εἰς τὴν εἴσοδον τῆς πόλεως ἕνας Τοῦρκος, ὁ Τζανερῖκος, ἔδιδεν ἄλογα μὲ νοῖκι. Ἐπαίρναμε ἀπὸ ἕνα κ’ ἐτραβούσαμε στὰ περίχωρα. Τί ὑπέφεραν ἐκεῖνα τὰ ἄλογα ἀπὸ τὴ νεανική μας τρέλα δὲν περιγράφεται. Ἐτρέχαμε σὰ δαιμονισμένοι καὶ τ’ ἀναγκάζαμε νὰ ὑπερπηδοῦν κάθε ἐμπόδιο ποῦ συναντούσαμε, εἴτε τοῖχος ἦτο, εἴτε χαντάκι. Μάλιστα ἅμα μεθούσαμε, δὲν εἴχαμε πειὰ κανένα οἶκτον δι’ αὐτὰ τὰ ζῶα. Τὰ σπιρούνια ἐχώνοντο βαθειὰ στὰ πλευρά των καὶ ἡ βίτσες αὐλάκωναν τὸ δέρμα των. Καὶ ἐμεθούσαμε τακτικὰ εἰς τὶς ἐκδρομὲς ἐκεῖνες. Σὲ κάθε χωριὸ ποῦ περνούσαμε βρίσκαμε ταβέρνες ἢ φίλους ποὺ μᾶς ἔπαιρναν στὰ σπίτια των· καὶ τὸ βράδυ ὅταν ἐφθάναμε στὴ Σούδα, εἴμεθα Ροῦσσοι μεθυσμένοι. Καὶ καμμιὰ φορά, ὅπως ἦσαν ἀφρισμένα τἄλογα, τ’ ἀναγκάζαμε νὰ προχωρήσουν στὴ θάλασσα κ’ ἐκάναμε τὰ λουτρὰ τῶν Κενταύρων, ὅπως ἐλέγαμε τὸ ἔφιππον ἐκεῖνο κολύμπημα.
  6. 6.Ποιήματα

    Ιωάννης Πολέμης, 1921

    Κοινά στοιχεία: μελαγχολία και μνήμη. Ο Πολέμης γράφει για ν’ ακούγεται: αηδόνια, μαρμαρένιες Καρυάτιδες κι ένα βιολί που γλυκαίνει όσο το τρώει το σαράκι. Διάβασέ το φωναχτά ή σιγανά μέσα στη νύχτα.

    Ό,τι κι αν είχε το ’χασε: γυναίκα, βιός, παιδιά του,τίποτε δε τ’ απόμεινε στερνή παρηγοριά.Πέταξ’ η έννοια από το νου κι η ελπίδα απ’ τη καρδιά τουκι η υπομονή μαρμάρωσε στα στήθη του βαριά.Όπως τα λείψανα περνούν, περνά αργά ο καιρός τουκαι ζει, δίχως ο δύστυχος να ξέρει το γιατί.Μες στη ταβέρνα ολημερίς με το ποτήρι μπρος τουτου κάκου κει κι ανώφελα τη λησμονιά ζητεί.«Καταραμένε κάπελα και κλέφτη ταβερνιάρη,τι το νερώνεις το κρασί και πίνω απ’ το ξανθόκαι πίνω κι απ’ το κόκκινο κι από το γιοματάρικι από το σώσμα το τραχύ, πίνω και δε μεθώ;Δεν ήρθα για ξεφάντωμα μήτε για πανηγύρι,ήρθα να βρω τη λησμονιά στο θάνατο κοντά...»
  7. 7.Ποιήματα

    Ρώμος Φιλύρας, 1939

    Κοινά στοιχεία: μελαγχολία και θαυμασμός. Ένας άδικα λησμονημένος Έλληνας ποιητής τραγουδά για τη θάλασσα, τα φαντάσματα και τον ερωτικό πόθο, με γλώσσα που μοιάζει με επωδή. Διάβασε λίγους στίχους και θα τον ακούσεις.

  8. 8.Διηγήματα

    Παύλος Νιρβάνας, 1930

    Κοινά στοιχεία: μνήμη και μελαγχολία. Διηγήματα για προδομένους εραστές, πληγωμένα σπουργίτια και σπίτια που ζουν περισσότερο από τους ανθρώπους τους, γραμμένα από έναν γιατρό που παρατηρούσε τους ανθρώπους και τους συγχωρούσε γελώντας.

  9. 9.Ο ξενιτεμένος

    Χρήστος Χρηστοβασίλης, 1892

    Κοινά στοιχεία: μνήμη και μελαγχολία. Ένα χωριό περνά τον καβαλάρη που εμφανίζεται ένα χιονισμένο βράδυ για στοιχειό. Ο Χρηστοβασίλης αφηγείται με γλώσσα που μυρίζει ακόμα βουνό.

  10. 10.Ανέκδοτα

    Κωνσταντίνος Καβάφης, 1968

    Κοινά στοιχεία: μνήμη και μελαγχολία. Το μυστικό συρτάρι του Καβάφη: ποιήματα που δεν δημοσίευσε ποτέ, από αλληγορίες με παρτίδες σκακιού και χαμένα νιάτα ως εξομολογήσεις του πόθου και τον τελευταίο Έλληνα αυτοκράτορα.

  11. 11.Ζωή

    Γεράσιμος Μαρκοράς, 1898

    Κοινά στοιχεία: μνήμη και μελαγχολία. Ο Επτανήσιος ποιητής κάνει τα πουλιά, το πέλαγος, τη μάνα και τη χαμένη νιότη να τραγουδούν σε στίχους που μυρίζουν ακόμη θάλασσα.

  12. 12.Ο τρελός

    Kahlil Gibran, 1918

    Κοινά στοιχεία: μνήμη και μελαγχολία. Ένας τρελός βγάζει τις μάσκες του και μιλά με παραβολές για τη φιλία, την ήττα, τη θλίψη και τους εαυτούς που κρύβουμε.

Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.

Άνοιξε το BookFeed

Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.