1.Μνημόσυνα (1857) και έτερα ποιήματα
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, 1857
Κοινά στοιχεία: πόλεμος και θάνατος. Μπαλάντες από τα βουνά της Ηπείρου και του Σουλίου: καπεταναίοι που πεθαίνουν με το τουφέκι στο χέρι, ένα μοναστήρι που τυλίγεται στις φλόγες κι ένας σκύλος που κουβαλάει το κεφάλι του αφέντη του στο βουνό.
Ὁ σκύλος μόνος ἔμεινε. Ξαπλώνεται στὸ χῶμακαὶ βόγγει, βόγγει ὁ δύστυχος ἀπ’ τὴν πολλὴ τὴν πίκρα.Σὰν ἦλθαν τὰ μεσάνυχτα μὲ μιᾶς ὀρθὸς πετιέταικαὶ μὲ τὸ στόμα μάχεται νὰ φθάσῃ τὸ κεφάλι.Κ’ αἱμάτωνε καὶ πλήγιαζε τὰ ἔρμα του τὰ νύχια,ποὺ ξεκολλοῦν καὶ πέφτουνε σγαρλίζοντας τὴν πέτρα.Εἶναι ψηλά, δὲν ἔφθανε. Τεντώνεται, κρεμιέται,γλυστρᾷ καὶ πέφτει, σκώνεται, ὁρμᾷ, πηδάει ἀκόμαἀνδρειωμένο πήδημα κι’ ἀνέλπιστ’ ἀνεβαίνει.Ἀρπάζει μὲς στὰ δόντια του τὸ φοβερὸ κεφάλικι’ ἀντάμα φεύγουνε τὰ δυό, παίρνουν βουνὰ καὶ λόγγους.Κ’ ἐκεῖθε ποὺ διαβαίνουνε, ξαφνίζονται τὰ δέντρακαὶ τὄνα τ’ ἄλλο ρώταγε, ὁ πεῦκος τὰ πλατάνια,τὸ κυπαρίσσι τὴν ἐτιὰ καὶ ἡ φτελιὰ τὴ δάφνη: