Ο Μοσκώβ-Σελήμ
Γεώργιος Βιζυηνός (1849–1896), 1895
A curious traveller meets an Ottoman soldier in a Thracian meadow who describes himself as the Moscow-Selim — a man who fought Russians, loved one, and borrowed a life he could not keep. A plain, melancholic voice carries you through a wartime meeting, where identity and family longing surface slowly in restrained, reflective prose.
Feels like melancholy and longing. About war, identity and family.
Who it’s for
You may like it if you enjoy quiet nineteenth-century stories about memory, war and belonging, told through a traveller’s encounter. The Greek is often archaizing and sentence-heavy, so it asks for patience and perhaps a dictionary.
Why read it
Read it for a compact, unsentimental look at war, family and borrowed identity, and for the spare force of Vizyinos’s storytelling.
Pages from the book
The small hope of a dress that might make a father love you.
’Ελεγα άλλοτε με τον νου μου: αν δεν με αγαπά ο πατέρας ίσα με τ’ άλλα μου τ’ αδέλφια, φταίουν τα κοριτσίστικά μου φορέματα. Επερίμενα λοιπόν να με πάρη με το καλό, τώρα που ενδύθηκα ωσάν εκείνον, που εκαβαλίκευα περήφανος το αλογάκι κ’ επήγαινα εις το σχολείο. Τίποτε. Πάντοτε εγώ ήμην ο ανίκανος, ο δειλός, ο συχαμερός. ’Ο, τι και αν έκαμνα, πάντοτε έφταια. ’Ελυωνε η καρδιά μου, όταν έβλεπα πως ο πατέρας με κανένα τρόπον δεν ήθελε να με αγαπήση. Και όχι μόνον αυτό. Εθύμωνε όταν έβλεπε πως ο μεγαλύτερος αδελφός μου δεν άφινε τον μεσιανό να με καοκομεταχειρίζεται. Το εναντίον, η μητέρα μου που τα εμάθαινε όλα προσπαθούσε να με κρατήση όσον το δυνατόν περισσότερον καιρόν κοντά της εις το χαρέμι, με την πρόφασιν ότι μ’ εδίδασκε το μάθημά μου. ’Ηταν από μεγάλη οικογένεια και ήξευρε γράμματα. There is a sadness in a man's eyes that doesn't gain him sympathy, but reader's attention.
Ο Σελήμ εκάθησε χαμαί επί του κατωφλίου της στενής θύρας του οικίσκου του, και ετάνυσε τα μακρά του σκέλη προς εμέ με την χαρακτηρίζουσαν τους ομοεθνείς του αδιαφορίαν περί τα τοιαύτα, ούτως ώστε ηδυνάμην να βλέπω τα πέλματα των ποδών αυτού προκύπτοντα διά των τετριμμένων υποδημάτων του. Το άνω σώμα του κατείχε πλέον ή τα δύο τρίτα του ύψους της θύρας. Το σκοτεινόν του οικίσκου εσωτερικόν εχρησίμευεν ως βάθος, εφ’ ου εξείχεν έτι μάλλον η ποικίλη και παράξενος ενδυμασία του Τούρκου, και η ωχρότης του προσώπου του. Τότε πρώτον παρετήρησα κυρίως την έκφρασιν των οφθαλμών του εκ του πλησίον. Ποτέ δεν είδον οφθαλμούς τόσω βαθέος και τόσω εκφραστικώς αντανακλώντας αόριστόν τινα θλιβεράν της ψυχής διάθεσιν, την οποίαν οι άνθρωποι συνήθως ονομάζομεν «πένθος της καρδίας». ’Οταν ο Σελήμ ενόησεν, ότι εγώ, ροφών εν τω μεταξύ τον καφέν μου, εμελέτων εταστικώς το βέμμα του, εχαμήλωσε τους οφθαλμούς και εμειδίασε μελαγχολικώς. Going home after years of war, you should be the stranger.
’Οταν εμβήκα εις την αυλή μας, κανένας δεν μ’ εγνώρισε. μα πίστευσέ με, μήτ’ εγώ εγνώρισα κανένα, ως και αυτά τα κτίρια έγιναν αγνώριστα. Εις τα δικά μου χρόνια, όπου και αν εγύριζες το βλέμμα σου, θα σ’ έλεγαν τα πράγματα που βλέπεις, πως εδώ μέσα προστάζει ένας αυστηρός αφέντης, ένας όστις αγαπά την τάξι και την ευμορφία και την ησυχία. Κάθε άλλο πράγμα τώρα. Η βρύσις μέσα στην αυλή εστείρευσε. της θύρας τα κρικέλια εκοκκίνησαν από την σκουριά, και στου σπιτιού το έμβασμα κανέναςδεν έστεκε όπως άλλοτε με σταυρωμένα χέρια, ,έτοιμος ν’ ανοίξη εις τον αφέντη του την θύρα. Τους δούλους, τους ήκουα μόνον πως εφώναζαν ανδιάτροπα και υβρίζοντο και εγελούσαν ωσάν δαιμονισμένοι. μα πού κανένας να φανή, να ιδή, να υπάγη να ειδοποιήση! Γεώργιος Βιζυηνός.Vizyinos wrote only a handful of stories; this one was published in 1895, and he spent his final years in a psychiatric hospital in Athens, dying at forty-six.
Books that feel like this
More by Γεώργιος Βιζυηνός
Το αμάρτημα της μητρός μου
Γεώργιος Βιζυηνός, 1883
A boy keeps vigil in a church to cure his dying sister; thirty years later he learns what his mother confesses into the dark. A story of a family's guilt, faith and stubborn love.
Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου
Γεώργιος Βιζυηνός, 1883
A mother keeps a door open for a son who never comes home; years later a murder in a Thracian village asks who among the living owes the dead a reckoning.
Το μόνον της ζωής του ταξείδιον
Γεώργιος Βιζυηνός, 1883
A boy visits his grandfather, who claims to have travelled to the edge of the world. What emerges is a story about where we really go and why we stay.
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Ο Μοσκώβ-Σελήμ for me?
- You may like it if you enjoy quiet nineteenth-century stories about memory, war and belonging, told through a traveller’s encounter. The Greek is often archaizing and sentence-heavy, so it asks for patience and perhaps a dictionary.
- What is Ο Μοσκώβ-Σελήμ like?
- A plain, melancholic voice carries you through a wartime meeting, where identity and family longing surface slowly in restrained, reflective prose. Feels like melancholy and longing. About war, identity and family.
- What should I read after Ο Μοσκώβ-Σελήμ?
- If you liked Ο Μοσκώβ-Σελήμ, try Λουκής Λάρας (Δημήτριος Βικέλας), Η ζωή του χωριού (Κωνσταντίνος Θεοτόκης) and Ο πύργος του ακροπόταμου (Κωσταντίνος Χατζόπουλος).
A taste of the feed
What people do in burnt districts, wandering the ruins of their own homes.
Τοιούτος ο άνθρωπος. Προσκολλάται τοσούτω μάλλον εις ό,τι αγαπά, καθόσον κινδυνεύει να το απολέση. Όταν δε η απώλεια σφραγισθή και η ελπίς απέλθη, τότε προ πάντων η χηρευμένη καρδία αισθάνεται οπόσην περιέκλειεν αγάπην. Ούτω πλανώμεθα εις τα κοιμητήρια και καθήμεθα επί των πλακών, αι οποίαι σκεπάζουν τα λείψανα των απελθόντων αγαπητών μας. Ούτω μετά πυρκαϊάν αποτεφρώσασαν ολόκληρον συνοικίαν, βλέπεις ανθρώπους πλανωμένους εντός των καπνιζόντων εισέτι ερειπίων, και αναζητούντας τα ίχνη των εστιών των, και βλέποντας επί ώρας τον χώρον, όπου υψούτο η διαμονή των και τους λίθους, οίτινες απετέλουν του κοιτώνος των τους τοίχους.
Λουκής Λάρας · Δημήτριος Βικέλας
What a nightingale does to two people who have to leave.
Το φεγγάρι είχε σηκωθεί καμπόσο, κι ακούστηκε τ’ αηδόνι να ψάλλει την αρμονικότατη μελωδία του. Αθέλητα την αφοκραστήκαν κι οι δυο τους με συγκίνηση· πόσο ήταν γλυκιά· απλή πρώτα πρώτα και λίγο λίγο ψιλότερη και στολισμένη· συργουλιστά υμνούσε τ’ ανοιξιάτικο τραγούδι του την ανάσταση της φύσης, τον πόθο που εφώλιαζε σ’ όλα τα πλάσματα, την επιθυμιά της δημιουργίας· κι ετρίλιζε κι εγουργουλούσε κι επαραπονιότουν· και οι αχοί που ανάδινε το μικρό λαρύγγι τούς εσάλευαν τα σπλάχνα, τούς έκαναν να λησμονούν το κορμί τους. Σε λίγο και τ’ άλλα πουλιά εβαλθήκαν να ψάλλουν· το χάραμα ερχότουν και οι αγαπημένοι εσηκωθήκαν να φύγουν.
Η ζωή του χωριού · Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Η ζωή σου είναι μια σειρά αποφάσεις ή ένα ποτάμι που σε σέρνει;
Ο Θώμος Κρανιάς άφησε πάντα να κυβερνά το θέλημα της μοίρας. Έτσι πέρασε η ζωή του ίσια με σήμερα· να της αντισταθεί τώρα στα γεράματα μεμιάς, δε γίνεται. Καλοδεχούμενα λοιπόν όσα φέρνει η ώρα. Έχει ο θεός, είναι μεγάλος. Δε θ’ αφήσει να πάει χαμένο το γένος του Κρανιά. Τη θέση του και την υπόληψη εδώ στην πόλη ακόμα δε την έχασε· οι φίλοι θα ξαναβοηθήσουν, η αγορά θα δώσει βερεσέ όσο να ’ρθουνε πάλι βολικά τα πράματα. Αφού η ζωή είναι τέτοια, τι να κάμεις; Δεν μπορείς να την αλλάξεις με το θέλημά σου. Πότε με την αλήθεια θα την περάσεις, πότε με το ψέμα, με τον αέρα της θα πας πάντα. Αυτή είναι η φιλοσοφία του Θώμου Κρανιά.
Ο πύργος του ακροπόταμου · Κωσταντίνος Χατζόπουλος
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed

