Ο Μοσκώβ-Σελήμ
Γεώργιος Βιζυηνός, 1895
A curious traveller meets an Ottoman soldier in a Thracian meadow who describes himself as the Moscow-Selim — a man who fought Russians, loved one, and borrowed a life he could not keep.
Pages from Ο Μοσκώβ-Σελήμ that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.
The small hope of a dress that might make a father love you.
’Ελεγα άλλοτε με τον νου μου: αν δεν με αγαπά ο πατέρας ίσα με τ’ άλλα μου τ’ αδέλφια, φταίουν τα κοριτσίστικά μου φορέματα. Επερίμενα λοιπόν να με πάρη με το καλό, τώρα που ενδύθηκα ωσάν εκείνον, που εκαβαλίκευα περήφανος το αλογάκι κ’ επήγαινα εις το σχολείο. Τίποτε. Πάντοτε εγώ ήμην ο ανίκανος, ο δειλός, ο συχαμερός. ’Ο, τι και αν έκαμνα, πάντοτε έφταια. ’Ελυωνε η καρδιά μου, όταν έβλεπα πως ο πατέρας με κανένα τρόπον δεν ήθελε να με αγαπήση. Και όχι μόνον αυτό. Εθύμωνε όταν έβλεπε πως ο μεγαλύτερος αδελφός μου δεν άφινε τον μεσιανό να με καοκομεταχειρίζεται. Το εναντίον, η μητέρα μου που τα εμάθαινε όλα προσπαθούσε να με κρατήση όσον το δυνατόν περισσότερον καιρόν κοντά της εις το χαρέμι, με την πρόφασιν ότι μ’ εδίδασκε το μάθημά μου. ’Ηταν από μεγάλη οικογένεια και ήξευρε γράμματα. There is a sadness in a man's eyes that doesn't gain him sympathy, but reader's attention.
Ο Σελήμ εκάθησε χαμαί επί του κατωφλίου της στενής θύρας του οικίσκου του, και ετάνυσε τα μακρά του σκέλη προς εμέ με την χαρακτηρίζουσαν τους ομοεθνείς του αδιαφορίαν περί τα τοιαύτα, ούτως ώστε ηδυνάμην να βλέπω τα πέλματα των ποδών αυτού προκύπτοντα διά των τετριμμένων υποδημάτων του. Το άνω σώμα του κατείχε πλέον ή τα δύο τρίτα του ύψους της θύρας. Το σκοτεινόν του οικίσκου εσωτερικόν εχρησίμευεν ως βάθος, εφ’ ου εξείχεν έτι μάλλον η ποικίλη και παράξενος ενδυμασία του Τούρκου, και η ωχρότης του προσώπου του. Τότε πρώτον παρετήρησα κυρίως την έκφρασιν των οφθαλμών του εκ του πλησίον. Ποτέ δεν είδον οφθαλμούς τόσω βαθέος και τόσω εκφραστικώς αντανακλώντας αόριστόν τινα θλιβεράν της ψυχής διάθεσιν, την οποίαν οι άνθρωποι συνήθως ονομάζομεν «πένθος της καρδίας». ’Οταν ο Σελήμ ενόησεν, ότι εγώ, ροφών εν τω μεταξύ τον καφέν μου, εμελέτων εταστικώς το βέμμα του, εχαμήλωσε τους οφθαλμούς και εμειδίασε μελαγχολικώς. Going home after years of war, you should be the stranger.
’Οταν εμβήκα εις την αυλή μας, κανένας δεν μ’ εγνώρισε. μα πίστευσέ με, μήτ’ εγώ εγνώρισα κανένα, ως και αυτά τα κτίρια έγιναν αγνώριστα. Εις τα δικά μου χρόνια, όπου και αν εγύριζες το βλέμμα σου, θα σ’ έλεγαν τα πράγματα που βλέπεις, πως εδώ μέσα προστάζει ένας αυστηρός αφέντης, ένας όστις αγαπά την τάξι και την ευμορφία και την ησυχία. Κάθε άλλο πράγμα τώρα. Η βρύσις μέσα στην αυλή εστείρευσε. της θύρας τα κρικέλια εκοκκίνησαν από την σκουριά, και στου σπιτιού το έμβασμα κανέναςδεν έστεκε όπως άλλοτε με σταυρωμένα χέρια, ,έτοιμος ν’ ανοίξη εις τον αφέντη του την θύρα. Τους δούλους, τους ήκουα μόνον πως εφώναζαν ανδιάτροπα και υβρίζοντο και εγελούσαν ωσάν δαιμονισμένοι. μα πού κανένας να φανή, να ιδή, να υπάγη να ειδοποιήση! His Russian wife looked at him like an equal; his Turkish wife looked at him like a master.
Η εύμορφη Παυλόφσκα άκουεν μόνον όσα της εξηγούσεν ο πατέρας της, κ’ εσειούσε το κεφάλι και το δάχτυλο πως δεν είναι καλοί οι Ρούσσοι, διότι μεθούν και παίζουν «κουμάρι». Ο Σελήμ που δεν πίνει, που δεν παίζει κουμάρι Χαρασσό! χαρασσό! Και τώλεγε με μια γλυκειά φωνή, με κάτι βλέμματα! -Τι να σε ειπώ! ’Ηταν ωραία η Μελέικα, η γυναίκα μου, ωραία και καλή, μα -Τι να σε ειπώ; Στα σπίτια τα δικά μας οι γυναίκες οι πιο καλές είναι ωσάν τα πρόβατα. ’Εζησα τόσα χρόνια με την Μελέικά μου και είχαμε τρία παιδάκια. Πιστεύεις; Ποτέ δεν είδεν εις τα μάτια μου όπως η Παυλόφσκα. Το βλέμμα της Παυλόφσκας δεν εταπεινώθη εμπρός εις το δικό μου ωσάν δούλος οπού κλίνει το κεφάλι διά να τον προστάξη ο αφέντης του, ή να τον μαλώση. ’Οχι. There's a man dressed in three countries at once.
Προς αντίθεσιν, έφερεν ο Τούρκος ερυθροτάτην περί την οσφύν ζώνην, ης αι αναρίθμητοι πτυχαί, ως αλλεπάλληλα σπάργανα, εκάλυπτον παραμορφούσαι το άνω αυτού σώμα από του υπογαστρίου μέχρις άνωθεν των μαστών. Τούτο καθίστα το παράστημα του Μοσκώβ Σελήμ τόσω μάλλον κωμικόν, καθ’ όσον το ιμάτιον, όπερ έφερεν αμέσως επί της ζώνης και του υποκαμίσου, ήτο προφανώς παλαιός στρατιωτικός επενδύτης φέρων ακόμη δύο τρία επιμελώς εστιλβωμένα ρωσσικά κομβία, και σώζων τα ίχνη των αποτετριμμένων σειριτίων του περιλαιμίου και των χερίδων. Εις επίμετρον έφερεν ο Μοσκώβ Σελήμ επί της κεφαλής υψηλόν φέσιον Τούρκου στρατιωτικού, άνευ θυσάνου όμως, και περιδεδεμένον περί τους κροτάφους διά λεπτού πρασίνου μανδηλίου. Παραδοξοτέρα στολή δεν ηδύνατο να γίνη, ούτε δι’ αυτούς τους μωράς νεωτερεριστικάς αξιώσεις έχοντας εντοπίους. Wounded and captured, he found himself treated like a valued soldier by the enemy.
Και ο Σελήμ προσεπάθησε να με παραστήση οποίαν έκπληξιν ησθάνθη ότε είδε την φιλάνθρωπον ευσπλαγχνίαν, μεθ’ ης ο Ρώσσος ιατρός και αι βοηθοί αυτού αδελφαί του ελέος εθεράπευσαν τας πληγάς του εντός ολίγων ημερών, ενδύσαντες και θρέψαντες αυτόν καλλίτερον παρ’ ότι ετρέφοντο εντός της Πλεύνας οι πασσάδες. Τυφλωμένος υπό του φανατισμού εναντίον των Ρώσσων, εφαντάζετο αυτούς σκληρούς, αιμοβόρους, ετοίμους να κατασπαράξωσι τας σάρκας του ωμάς ως άγρια θηρία. Και όμως ήσαν Ρώσσοι αυτοί που έβλεπεν εμπρός του! και εύρισκεν αυτούς τώρα ευγενείς και περιποιητικούς, προσπαθούντας διά παντοίων τρόπων να παρηγορήσωσι τους αιχμαλώτους διά την τύχην των, να ενθαρρύνωσιν αυτούς διά το μέλλον, και να τους διαβεβαιώσωσιν ότι και αιχμάλωτοι όντες απολαμβάνουσι του θαυμασμού των Ρώσσων και ολοκλήρου του κόσμου, διά την ανδρείαν μεθ’ ης επολέμησαν και την γενναιότητα. The Russian army walked away; the boots stayed and wore out.
Υψηλός, ευθυτενής ανήρ εφάνη τω όντι χωρών προς ημάς στερρώ τω βήματι από του οικισμού εκείνου. Εφαίνετο πολύ πλέον ή μεσήλιξ. Τα μακρά αυτού σκέλη, με όλην την στεγνότητα του εδάφους, ήσαν βυθισμένα μέχρι των μηρών εντός υψηλών στρατιωτικών υποδημάτων, εξ εκείνων τα οποία οι κοζάκοι κατά δεκάδας χιλιάδων επώλησαν εις τους εντοπίους, καθ’ ας ημέρας απήρον από της Θράκης. Ηγάπων άρα γε τον τόπον τόσον πολύ, ώστε, αφού δεν επετρέπετο πλέον εις τους πόδας των να πατώσι τα ιερά εκείνα χώματα τόσον, ώστε προετίμησαν να επιστρέψωσιν εκ Τουρκίας μ’ ελεφροτέρους πόδας και βαρύτερον βαλάντιον; Δεν ηξεύρω. Το βέβαιον είναι μόνον, ότι τα υποδήματα του Μοσκώβ Σελήμ δεν ηδύναντο πλέον να χρησιμεύσωσιν ως αντιπρόσωποι ρωσσικών ποδών επί θρακικού εδάφους. Τόσον ήσαν τετριμμένοι οι πάτοι αυτών, ώστε τα πέλματα του Μοσκώβ Σελήμ αντικατέστησαν ήδη προ πολλού το ρωσσικόν δέρμα. An empire that believes it will one day walk away from Europe, and hand back the keys.
Πολλάκις ήκουσα να λέγεται παρά των ημετέρων, ότι οι Τούρκοι ουδέποτε εθεώρησαν τας εν Ευρώπη κτήσεις του οθωμανικού κράτους ως πραγματικώς εις αυτούς ανηκούσας. Τουναντίον πιστεύουσι και ομολογούσιν, ότι πατρίς αυτών φυσική είναι η «Κόκκινη Μηλιά», και ότι, της ώρας επιστάσης, άπαντες συν γυναιξί και τέκνοις θα διαβώσιν αθορύβως και απαθώς τον Βόσπορον, επιστρέφοντες ημίν ευλαβώς ως ιεράν παρακαταθήκην τας κλείδας του Βυζαντίου. Και ναι μεν εις την αληθώς βυζαντινήν ταύτην ελπίδα η πραγματική ιστορία αντιτάσσει μακράν σειράν περιφανών υπερανθρώπων, απεγνωσμένων, θηριωδών αγώνων, δι’ ων οι Τούρκοι βήμα προς βήμα διημφισβήτησαν κατά πάσαν εισβολήν ή επανάστασιν την ακεραιότητα του κράτους αυτών εν Ευρώπη. Αλλά μήπως ο Σελήμ δεν το υπέδειξεν; Προς τι ωφέλησαν τάχα τόσαι νίκαι και τόσα κατορθώματα των τουρκικών στρατευμάτων; Μήπως ό, τι ήτο διά να γίνη δεν έγινε πάλιν; Γεώργιος Βιζυηνός, 1895
A curious traveller meets an Ottoman soldier in a Thracian meadow who describes himself as the Moscow-Selim — a man who fought Russians, loved one, and borrowed a life he could not keep.
Read pages from books like this, one at a time
BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.
Open BookFeedFree, no sign-up.