Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη
Ιωάννης Βλαχογιάννης (1867–1945), 1907
A rough soldier of the revolution turns his eye and his pen on the men who took the credit and the salaries, and names them one by one. The voice is plain, stubborn and close to the ground, moving through war memories with a soldier's blunt curiosity and no polish.
Feels like curiosity. About war and memory.
Who it’s for
You may like it if you want a firsthand soldier's account of the Greek revolution and the quarrels over credit and pay. The Greek is old-fashioned and rough, and the war details—wounds, lice, hunger—are unsparing, so it asks patience.
Why read it
It gives you the revolution from inside the ranks: plain speech, grudges, hunger and named men, with no polish put on any of it.
Pages from the book
Inside the walls, the lice and the worms are arguing over the wounded.
Απόξω μαθαίναμεν ότι διαλύθηκαν· τους κυρίεψε ο Μπραΐμης κι’ ο Κιτάγιας. Αυτό μαθαίναμεν από τους Τούρκους· ότι μας κλείσαν στενά. Αφού μπήκε ο Κριτζώτης κι’ ο Μαμούρης, μας ζώσαν ολόγυρα το κάστρο με χαρακώματα κι’ ασκέρια πολλά μέσα ’σ αυτά. Το κάστρο πολεμοφόδια δεν είχε, ούτε άλλον ζαϊρέ όξω από κριθάρι μόνον. Χάθηκε ο ζαϊρές εξ αιτίας της ακαταστασίας των ανόητων. Κι’ αλοιφή και ξανθά δεν είχαμε τελείως. Κι’ όσοι πληγώνονταν πέθαιναν οι περισσότεροι, ότι βρωμούσαν· και μάλλωνε η ψείρα με το σκουλήκι. Τη βρώμα να υπόφερνε ο πληγωμένος, την ψείρα και πόνους ή την πείνα; Κι’ από αυτά πέθαιναν οι περισσότεροι. Εγώ τους έδινα ολίγον ζαϊρέ και κρασί να πλένουν τους γεράδες. Κι’ απολπίστηκαν όλοι. He sees the Turkish camp in a dream. The others laugh that he's afraid.
Εγώ πάντοτες εις τέτοιες εποχές δεν κοιμώμαι χωρίς έγνοια. – Είμαι κιοτής και πάντοτες προσέχω να μην χαθώ αδίκως· κ’ έχω κι’ άλλους εις την οδηγίαν μου και τους χάνω κ’ εκείνους. Βλέπω εις τον ύπνο μου κ’ έρχεται ένας και μου λέγει: «Σήκου απάνου!» Ξύπνησα, ματακοιμήθηκα. Πάλε τον βλέπω και μου λέγει: «Σήκου!» Ήμουν νοιασμένος και δεν κοιμώμουν. Τότε σηκώνομαι, τηράγω από το παλεθύρι και γιόμωσε ο τόπος Τούρκους· και το περιβόλι όλο γιομάτο. Κ’ εμείς – κανείς να είναι έξυπνος· και δεν θ’ άφιναν ρουθούνι. Και θα μας σκατοψύχαγαν τόσος κόσμος αδύνατος, οπούταν εκεί και κουβαλιώνταν εις τ’ Ανάπλι με τα καΐκια. Τότε βάνω τις φωνές: «Τούρκοι! Τούρκοι!». Οι άλλοι που μ’ άκουσαν λέγαν: «Ο Μακρυγιάννης πέθανε από τον φόβον του και δεν κοιμάται· όλο Τούρκους νειρεύεται». The sun comes back and tells what it saw lying in the valley.
Ο Ήλιος εβασίλεψε,Έλληνά μου, βασίλεψεκαι το Φεγγάρι εχάθηκι’ ο καθαρός Αυγερινός που πάει κοντά την Πούλια,τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν.Γυρίζει ο Ήλιος και τους λέει, γυρίζει και τους κρένει· «Εψές οπού βασίλεψα πίσου από μια ραχούλα,άκ’σα γυναίκεια κλάματα κι’ αντρών τα μυργιολόγιαγι’ αυτά τα ’ρωικά κορμιά ’στον κάμπο ξαπλωμένα,και μέσ’ το αίμα το πολύ είν’ όλα βουτημένα.Για την πατρίδα πήγανε ’στον Άδη, τα καϊμένα. Ιωάννης Βλαχογιάννης.A plain soldier with little schooling, Makrygiannis first learned to write in his fifties. He dictated and reworked these memoirs in old age, after the wounds he describes had crippled him. The edition itself is the work of the historian Yiannis Vlachoyiannis.
Books that feel like this
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη for me?
- You may like it if you want a firsthand soldier's account of the Greek revolution and the quarrels over credit and pay. The Greek is old-fashioned and rough, and the war details—wounds, lice, hunger—are unsparing, so it asks patience.
- What is Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη like?
- The voice is plain, stubborn and close to the ground, moving through war memories with a soldier's blunt curiosity and no polish. Feels like curiosity. About war and memory.
- What should I read after Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη?
- If you liked Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, try Ἡ βιογραφία τοῦ στρατηγοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη (Δημήτριος Αινιάν), Η πατρίδα (Ανδρέας Καρκαβίτσας) and Λουκής Λάρας (Δημήτριος Βικέλας).
A taste of the feed
What people do in burnt districts, wandering the ruins of their own homes.
Τοιούτος ο άνθρωπος. Προσκολλάται τοσούτω μάλλον εις ό,τι αγαπά, καθόσον κινδυνεύει να το απολέση. Όταν δε η απώλεια σφραγισθή και η ελπίς απέλθη, τότε προ πάντων η χηρευμένη καρδία αισθάνεται οπόσην περιέκλειεν αγάπην. Ούτω πλανώμεθα εις τα κοιμητήρια και καθήμεθα επί των πλακών, αι οποίαι σκεπάζουν τα λείψανα των απελθόντων αγαπητών μας. Ούτω μετά πυρκαϊάν αποτεφρώσασαν ολόκληρον συνοικίαν, βλέπεις ανθρώπους πλανωμένους εντός των καπνιζόντων εισέτι ερειπίων, και αναζητούντας τα ίχνη των εστιών των, και βλέποντας επί ώρας τον χώρον, όπου υψούτο η διαμονή των και τους λίθους, οίτινες απετέλουν του κοιτώνος των τους τοίχους.
Λουκής Λάρας · Δημήτριος Βικέλας
The enemy laughed at the Romans' little tower. Then it started moving.
Ὡς δὲ προσαχθεισῶν τῶν στοῶν καὶ χώματος ἀνεγερθέντος εἶδον μακρὰν πύργον ἀνιδρυόμενον, τὸ μὲν πρῶτον κατεγέλων ἐκ τοῦ τείχους καὶ ἔσκωπτον διὰ λόγων, ὅτι τηλικαύτη μηχανὴ ἀπὸ τοσαύτης ἀποστάσεως ἀνηγείρετο: διὰ ποίων ἆρα χειρῶν ἢ διὰ ποίων δυνάμεων ἀνθρωπάρια μάλιστα τηλικαῦτα τὸ μέγεθος (διότι εἰς ἄνδρας Γαλάτας ὡς ἐκ τοῦ μεγέθους τῶν σωμάτων αὑτῶν ἡ βραχύτης ἡμῶν φαίνεται ἀξιοκαταφρόνητος) πιστεύουσι νὰ κινήσωσι πύργον τοσούτου βάρους;
Απομνημονεύματα περί του γαλατικού πολέμου · Ιούλιος Καίσαρ
The first day of a life with no purpose left in it.
I stood until all had passed, hardly knowing what I would do—I had no weapon, nor did I hardly wish to fight, neither did I contemplate recovering the bodies of my loved ones, for that was forbidden. I did not pray, nor did I resolve to do anything in particular, for I had no purpose left. I finally followed the tribe silently, keeping just within hearing distance of the soft noise of the feet of the retreating Apaches.
Geronimo’s Story of His Life · Geronimo
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed

