Μαρία Νεφέλη
Οδυσσέας Ελύτης, 1978
A restless poetic dialogue about freedom, desire and the selves we invent, told in sharp, memorable fragments.
Feels like defiance, humor and hope. About death, freedom and identity.
A page from the book
Even the last boundary leaves room for an irreverent kind of ambition.
Αν είναι να πεθάνεις πέθανε αλλά κοίτα να γίνεις ο πρώτος πετεινός μέσα στον Άδη. Οδυσσέας Ελύτης.Elytis received the Nobel Prize in Literature in 1979, one year after Maria Nefeli was published.
Books that feel like this
More by Οδυσσέας Ελύτης
Το Άξιον Εστί
Οδυσσέας Ελύτης, 1959
A poetic meditation on Greek history, identity, and the hard-won possibility of light after darkness.
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- What is Μαρία Νεφέλη like?
- Feels like defiance, humor and hope. About death, freedom and identity.
- What should I read after Μαρία Νεφέλη?
- If you liked Μαρία Νεφέλη, try Οκτάνα (Ανδρέας Εμπειρίκος), Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, σχεδίασμα Β΄ (Διονύσιος Σολωμός) and Ο δωδεκάλογος του Γύφτου (Κωστής Παλαμάς).
A taste of the feed
Spring has never looked more beautiful—or more dangerous.
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε, Κι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε. Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει, Και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι, Κι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη. Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα, Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα, Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο· Το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο. Μάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη, Η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι· Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει· Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, σχεδίασμα Β΄ · Διονύσιος Σολωμός
To be truly free, first learn to rule yourself. Then give yourself away.
Δείξε εσύ πως πρώτα είσαι ο άρχοντας κι ο εξουσιαστής του θυμού σου, της βουλής σου, της ψυχής σου γίνε δουλευτής. Σβήσε κάθε σου ξεχώρισμα, ρίχ’ το δαχτυλίδι σου αρραβώνα μεσα στο κανάλι του λαού· ένας γίνε από τους στύλους τούς αμέτρητους του μεγάλου έργου τού συντροφικού. Γρίκησε τι λέει το δέντρο που το κόψαν και το κάμανε καράβι: «Μες στο νέο κορμί μου ολάσβηστη η παντοτινή ψυχή μου ανάβει».
Ο δωδεκάλογος του Γύφτου · Κωστής Παλαμάς
A dog spends the night trying to reach his master's severed head.
Ὁ σκύλος μόνος ἔμεινε. Ξαπλώνεται στὸ χῶμα καὶ βόγγει, βόγγει ὁ δύστυχος ἀπ’ τὴν πολλὴ τὴν πίκρα. Σὰν ἦλθαν τὰ μεσάνυχτα μὲ μιᾶς ὀρθὸς πετιέται καὶ μὲ τὸ στόμα μάχεται νὰ φθάσῃ τὸ κεφάλι. Κ’ αἱμάτωνε καὶ πλήγιαζε τὰ ἔρμα του τὰ νύχια, ποὺ ξεκολλοῦν καὶ πέφτουνε σγαρλίζοντας τὴν πέτρα. Εἶναι ψηλά, δὲν ἔφθανε. Τεντώνεται, κρεμιέται, γλυστρᾷ καὶ πέφτει, σκώνεται, ὁρμᾷ, πηδάει ἀκόμα ἀνδρειωμένο πήδημα κι’ ἀνέλπιστ’ ἀνεβαίνει. Ἀρπάζει μὲς στὰ δόντια του τὸ φοβερὸ κεφάλι κι’ ἀντάμα φεύγουνε τὰ δυό, παίρνουν βουνὰ καὶ λόγγους. Κ’ ἐκεῖθε ποὺ διαβαίνουνε, ξαφνίζονται τὰ δέντρα καὶ τὄνα τ’ ἄλλο ρώταγε, ὁ πεῦκος τὰ πλατάνια, τὸ κυπαρίσσι τὴν ἐτιὰ καὶ ἡ φτελιὰ τὴ δάφνη:
Μνημόσυνα (1857) και έτερα ποιήματα · Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed