Μαρία Νεφέλη
Οδυσσέας Ελύτης, 1978
Ένας ανήσυχος ποιητικός διάλογος για την ελευθερία, την επιθυμία και τους εαυτούς που επινοούμε, σε κοφτά, αξέχαστα αποσπάσματα.
Ατμόσφαιρα: αντίσταση, χιούμορ και ελπίδα. Μιλά για τον θάνατο, την ελευθερία και την ταυτότητα.
Μια σελίδα από το βιβλίο
Ακόμη κι ο θάνατος αφήνει χώρο για μια παράτολμη φιλοδοξία.
Αν είναι να πεθάνεις πέθανε αλλά κοίτα να γίνεις ο πρώτος πετεινός μέσα στον Άδη. Οδυσσέας Ελύτης.Ο Ελύτης τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979, έναν χρόνο μετά την έκδοση της «Μαρίας Νεφέλης».
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Μνημόσυνα (1857) και έτερα ποιήματα
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, 1857
Κοινά στοιχεία: θάνατος και ελευθερία.
Περισσότερα βιβλία — Οδυσσέας Ελύτης
Το Άξιον Εστί
Οδυσσέας Ελύτης, 1959
Ένας ποιητικός στοχασμός για την ελληνική ιστορία και ταυτότητα, και για το φως που κερδίζεται μέσα από το σκοτάδι.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Πώς είναι το «Μαρία Νεφέλη»;
- Ατμόσφαιρα: αντίσταση, χιούμορ και ελπίδα. Μιλά για τον θάνατο, την ελευθερία και την ταυτότητα.
- Τι να διαβάσω μετά το «Μαρία Νεφέλη»;
- Αν σου άρεσε το «Μαρία Νεφέλη», δοκίμασε «Οκτάνα» (Ανδρέας Εμπειρίκος), «Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» (Διονύσιος Σολωμός) και «Ο δωδεκάλογος του Γύφτου» (Κωστής Παλαμάς).
Μια γεύση από τη ροή
Η άνοιξη γίνεται πιο όμορφη και πιο επικίνδυνη μαζί.
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε, Κι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε. Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει, Και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι, Κι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη. Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα, Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα, Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο· Το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο. Μάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη, Η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι· Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει· Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι · Διονύσιος Σολωμός
Πρώτα κυριάρχησε στον εαυτό σου· ύστερα δώσου στους άλλους.
Δείξε εσύ πως πρώτα είσαι ο άρχοντας κι ο εξουσιαστής του θυμού σου, της βουλής σου, της ψυχής σου γίνε δουλευτής. Σβήσε κάθε σου ξεχώρισμα, ρίχ’ το δαχτυλίδι σου αρραβώνα μεσα στο κανάλι του λαού· ένας γίνε από τους στύλους τούς αμέτρητους του μεγάλου έργου τού συντροφικού. Γρίκησε τι λέει το δέντρο που το κόψαν και το κάμανε καράβι: «Μες στο νέο κορμί μου ολάσβηστη η παντοτινή ψυχή μου ανάβει».
Ο δωδεκάλογος του Γύφτου · Κωστής Παλαμάς
Ένας σκύλος περνά τη νύχτα προσπαθώντας να φτάσει το κομμένο κεφάλι του αφέντη του.
Ὁ σκύλος μόνος ἔμεινε. Ξαπλώνεται στὸ χῶμα καὶ βόγγει, βόγγει ὁ δύστυχος ἀπ’ τὴν πολλὴ τὴν πίκρα. Σὰν ἦλθαν τὰ μεσάνυχτα μὲ μιᾶς ὀρθὸς πετιέται καὶ μὲ τὸ στόμα μάχεται νὰ φθάσῃ τὸ κεφάλι. Κ’ αἱμάτωνε καὶ πλήγιαζε τὰ ἔρμα του τὰ νύχια, ποὺ ξεκολλοῦν καὶ πέφτουνε σγαρλίζοντας τὴν πέτρα. Εἶναι ψηλά, δὲν ἔφθανε. Τεντώνεται, κρεμιέται, γλυστρᾷ καὶ πέφτει, σκώνεται, ὁρμᾷ, πηδάει ἀκόμα ἀνδρειωμένο πήδημα κι’ ἀνέλπιστ’ ἀνεβαίνει. Ἀρπάζει μὲς στὰ δόντια του τὸ φοβερὸ κεφάλι κι’ ἀντάμα φεύγουνε τὰ δυό, παίρνουν βουνὰ καὶ λόγγους. Κ’ ἐκεῖθε ποὺ διαβαίνουνε, ξαφνίζονται τὰ δέντρα καὶ τὄνα τ’ ἄλλο ρώταγε, ὁ πεῦκος τὰ πλατάνια, τὸ κυπαρίσσι τὴν ἐτιὰ καὶ ἡ φτελιὰ τὴ δάφνη:
Μνημόσυνα (1857) και έτερα ποιήματα · Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή