Η Μαυρομαντηλού
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851–1911), 1908
A narrator looks at his poor cousin's little garden and his one battered boat, and finds there a whole sea, a myth and a drowning. Papadiamantis writes the sea and a poor island garden with slow, lyrical tenderness, letting memory and myth gather around small things.
Feels like wonder, tenderness and awe. About nature, memory and family.
Who it’s for
You may like this if you enjoy quiet, image-rich stories where island life, nature and old legends matter more than plot. The Greek is old-fashioned and polytonic, with long, rhetorical sentences, so it can be slow going if you read modern Greek easily.
Why read it
It offers a brief, intense look at how a small place can hold grief, myth and the sea, in prose that rewards close attention.
Pages from the book
A rock off the coast that some say is a mother who lost seven sons.
Λέγεται, ἀλλὰ τίς τὸ πιστεύει; ―καὶ ὅμως ἂν ἦτον ἀληθές!― ὅτι ἡ Μαυρομαντ᾽λοὺ ὑπῆρξέ ποτε καὶ αὐτὴ γυνὴ καὶ μήτηρ, μήτηρ ἑπτὰ υἱῶν· ὅτι καὶ οἱ ἑπτὰ υἱοί της, ἔμπειροι ναυβάται, φθονηθέντες ὑπὸ τῆς θαλασσίας Γοργόνος, ἐπνίγησαν εἰς τὸ πέλαγος· ὅτι ἵλεως μοῖρα, σπλαγχνισθεῖσα τὸν πόνον τῆς μητρός, τὴν μετεμόρφωσεν εἰς σκόπελον, καὶ τὴν ἐφύτευσεν ἐκεῖ, οὐ μακρὰν τοῦ αἰγιαλοῦ, μόλις ὀρθοῦσαν τὴν κεραυνόβλητον κεφαλήν της, τὴν οἱονεὶ μελάμπεπλον, χαιρεκακοῦσαν μακρόθεν ὅταν βλέπῃ συμφορὰς καὶ πνιγμοὺς ἀνθρώπων εἰς τὸ πέλαγος, προσδεχομένην ὡς ἱλαστήριον θυσίαν τὰ ἐκβραζόμενα ὑπὸ τῶν κυμάτων ναυάγια, δροσίζουσαν τὸν πόνον της ἐκεῖ εἰς τὸν πόντον. Τοιαύτη ἡ Μαυρομαντηλού. A garden that behaves like the sea, and keeps no account of anyone.
Τῷ ὄντι, τὰ χόρτα καὶ οἱ θάμνοι τοῦ περιβολίου τοῦ ἐξαδέλφου μου τοῦ Γιαννιοῦ, γιγαντιαῖα, πελώρια, ἄγρια ἢ κηπευτά, δὲν ἔπαυσαν νὰ ὀργώνωνται, νὰ σχηματίζωσιν αὔλακας καὶ νὰ εἶναι γαλήνια, ὁμαλά, ἀπ᾽ ἀρχῆς, ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Δὲν ἔπαυσαν νὰ συγχέωσι τὰς ἀτόμους των, νὰ εἶναι ποικιλόμορφα, ἀναλλοίωτα καὶ ρευστά, νὰ ὀρθῶσι τὴν χαίτην, νὰ στηλώνωσι τὰ στέρνα, νὰ φρίσσωσι, νὰ κροαίνωσι, νὰ βρέμωσι, νὰ ἠχῶσι, νὰ πλαταγῶσι, νὰ κτυπῶσι πᾶν ἀντίτυπον σῶμα. Καὶ οἱ Ζέφυροι προσέπαιζον κυλινδούμενοι ἐντός των, ὡς ἄτακτα παιδία, καὶ αἱ ἀπόγειοι καὶ αἱ τροπαῖαι ἡμιλλῶντο τίς νὰ αὐλακώσῃ βαθύτερον, τίς νὰ ὑπεγείρῃ ὑψηλότερον τὰ κυανᾶ καὶ πορφύρεα νῶτά των, μετὰ φωσφορίζοντος σελαγισμοῦ, μετ᾽ ἀκτινωτοῦ ἀφρώδους στεφάνου. The one who complains the loudest is often the one who never leaves.
Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ Γιαννιὸς ἐξεφράζετο μετὰ πικρίας περὶ τοῦ ἀδελφοῦ του, ἀλλὰ καὶ ἡ γραῖα, ἡ μήτηρ του, ποτὲ δὲν τοῦ εἶπεν ἕνα εὐχαριστῶ τοῦ πτωχοῦ σκλάβου. Αἱ λογομαχίαι δὲ μεταξύ των ἐτραχύνοντο ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ἀδελφοῦ τούτου, πρὸς ὃν ἡ γερόντισσα ἔτρεφεν ἀδυναμίαν τυφλὴν καὶ δὲν ἠνείχετο ν᾽ ἀκούῃ κακὸν ἐναντίον του. Ἡ πτωχὴ γυνὴ ἐφαντάζετο ὅτι ὁ Γιαννιὸς ὅ,τι ἔκαμνε τὸ ἔκαμνε φυσικῶς, διότι ὤφειλε νὰ τὸ κάμνῃ, ποτὲ δὲ δὲν τῆς ἐπέρασεν ἀπὸ τὸν νοῦν ὅτι καὶ οὗτος ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ τὴν ἐγκαταλίπῃ, καθὼς τὴν ἐγκατέλιπεν ὁ νεώτερος, καὶ εἶχε δίκαιον· ὁ Γιαννιὸς ἦτο ἐξ ἐκείνων, οἵτινες συχνὰ μὲν γογγύζουσιν, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἀποκαρτεροῦσι. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.Papadiamantis, a priest's son, spent his life between the island of Skiathos and a modest desk in Athens, writing demotic prose. In 1908, when this was published, his grief wasn't public. He died in 1911.
Books that feel like this
More by Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Λαμπριάτικος Ψάλτης
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1912
A priest waits for a helper on Easter night in a crumbling chapel above the sea, while a stranded elder takes the wrong path in the moonlight.
Θέρος-Ἔρος
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1911
Spring and hunger, maidens and wolves, on a Greek island where the fields blaze with poppies and a gypsy girl reads a letter three times.
Στο Χριστό στο Κάστρο
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1892
A priest vows to hold Christmas liturgy in a ruined cliff-top church. To keep it, he must cross a winter sea with his parish.
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Η Μαυρομαντηλού for me?
- You may like this if you enjoy quiet, image-rich stories where island life, nature and old legends matter more than plot. The Greek is old-fashioned and polytonic, with long, rhetorical sentences, so it can be slow going if you read modern Greek easily.
- What is Η Μαυρομαντηλού like?
- Papadiamantis writes the sea and a poor island garden with slow, lyrical tenderness, letting memory and myth gather around small things. Feels like wonder, tenderness and awe. About nature, memory and family.
- What should I read after Η Μαυρομαντηλού?
- If you liked Η Μαυρομαντηλού, try Το μόνον της ζωής του ταξείδιον (Γεώργιος Βιζυηνός), Λόγια της Πλώρης (Ανδρέας Καρκαβίτσας) and Τετράδιον Ε' (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης).
A taste of the feed
A ruler sleeps wrapped in the skin of a lion; the city holds its breath.
Ἐπέσανε τὰ Γιάννενα, σιγὰ νὰ κοιμηθοῦνε, ἐσβήσανε τὰ φῶτα τους, ἐκλείσανε τὰ μάτια. Ἡ μάννα σφίγγει τὸ παιδὶ βαθιὰ στὴν ἀγκαλιά της, γιατὶ εἶναι χρόνοι δίσεκτοι καὶ τρέμει μὴν τὸ χάσει. Τραγούδι δὲν ἀκούγεται, ψυχὴ δὲν ἀνασαίνει. Ὁ ὕπνος εἶναι θάνατος καὶ μνῆμα τὸ κρεβάτι κι ἡ χώρα κοιμητήριο κι ἡ νύχτα ρημοκλήσι. Ἄγρυπνος ὁ Ἀλὴ πασᾶς, ἀκόμη δὲ νυστάζει, κι εἰς ἕνα δέρμα λιονταριοῦ βρίσκεται ξαπλωμένος. Τὸ μέτωπό του εἶναι βαρύ, θολό, συγνεφιασμένο καὶ τὄβαλεν ἀντίστυλο τὸ χέρι του, μὴν πέσει. Χαϊδεύει μὲ τὰ δάκτυλα τὰ κάτασπρα του γένια, ποὺ σέρνονται στοῦ λιονταριοῦ τὴν τρομερὴ τὴ χαίτη.
Τετράδιον Ε' · Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Beauty arrives with a warning attached.
Κόβε λουλούδια, κοριτσάκι, κόκκινα λουλούδια σαν το αίμα των παρθένων και σα χείλια που τα ματώνουν τα φιλιά! Μάζευε κίτρινα άστρα σαν τουρανού, γιατί σε λίγο η ψυχή σου θα γίνη ουρανός κι αυτά θα τη φωτίσουνε! Γέμιζε την ποδιά σου άσπρους ανθούς για στεφάνι σταθώο μέτωπό σου, μα ξεφύλλισε τους πάλι, γιατί δε θα προκάμης να το φορέσης . . και τάνθινα γαλανά ματάκια, σκύβε και παίρνε τα στην αγκαλιά σου προτού σε ιδούν και κλάψουν. . . Μα σαν αγνάντεψες από μακριά ανθισμένες μυγδαλιές, στάσου και κρύψε το πρόσωπό σου μες τα χέρια σου, γιατί δεν πρέπει να τις ιδούν τα μάτια σου . . .
Η κερένια κούκλα · Κωνσταντίνος Χρηστομάνος
The night as a scarecrow, and a harvester walking over your bed.
Απόψε στις κιθάρες τους τα Πνεύματα θα μέλπουνε κρυφούς ρυθμούς και τρόμους και στο ρυθμό του χαλαζιού θα σέρνουνε μαύρους χορούς οι καταχνιές στους δρόμους. Οι Αγέρηδες μανιάζοντας θα στήνουνε τις σκήτες τους στ’ αφρόλουστα ακρογιάλια, των λουλουδιών τα ταίρια θα χωρίζουνε, μα και θα ορμούν, θα οργώνουν τα κανάλια. Απόψε η Νύχτα σκιάχτρο στις ψυχούλες μας και Χάροντας απάνου από την κλίνη... -Οι καταχνιές, που υφαίνουν το τρισκόταδο, θα’ ρθούν να σαβανώσουν τη Σελήνη...
Ποιήματα · Ρώμος Φιλύρας
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed
