1940
Γιώργος Σαραντάρης (1908–1941), 1940
Poems written in the last year of a short life: sea, light and the dead spoken of without dread. The poems move with a clear, almost plain lyricism, turning sea, light and birds into a mood of wonder that carries a quiet melancholy underneath.
Feels like wonder, melancholy and hope. About nature.
Who it’s for
You may like it if you read poetry for light and sea air, and don't mind verse that speaks of the dead calmly rather than tragically. The Greek is the polytonic demotic of 1940, so the plain, repeating lines ask for some patience with older spelling and accents.
Why read it
These are poems from a last year, and they give you sea light, birds and a calm way of naming death that is hard to find elsewhere.
Pages from the book
He claims the dead are somehow born again, and you want to know how.
Πάλι σηκώνει τὴ σημαίαἘμεῖς μπαίνουμε χωρὶς φόβοΤὰ μάτια τὰ πουλιὰ μαζί μας μπαίνουνἈστράφτει ἡ πολιτεία ἀστράφτει ὁ νοῦς μαςἩ φαντασία τοὺς κήπους πλημμυράειΕἶναι παιδιὰ ποὺ στέκονται στὶς βρύσεςΚορυδαλλοὶ στοὺς ὄρθρους ἀκουμπᾶνεΣτὶς λεμονιὲς ἄγγελοι χορτάτοιΕἶναι ἀηδόνια ποὺ παντοῦ ξυπνᾶνεΦλογέρες παίζουν ἔντομα βουίζουνΕἶναι τραγούδια ἡ στάχτη τῶν νεκρῶνΚαὶ οἱ νεκροὶ κάπου ἀναγεννιοῦνται πάλιὉλοῦθε μᾶς μαζεύει ὁ ΘεὸςἜχουμε χέρια καθαρὰ καὶ πᾶμε. A morning so large that even the sun cannot seem to contain it.
Ξυπνάμε και η θάλασσα ξυπνά μαζί μαςΜε όραση καινούρια προχωρούμεΗ μέρα έχει μαιάνδρουςΌπως η θάλασσα κύματαΣτην καρδιά μας αδειάσαμε (προσωρινά)Την πόληΕμείναμε με την εικόνα τ’ ουρανούO ήλιος εμέτρησε τη γη μαςΗ μέρα τούτη όπου ξυπνήσαμεΜε θάλασσα και κύματαΜε όραση και μνήμη καθαρήΤόσο μεγάλωσεΠου ο ήλιος δεν μπόρεσε να τη μετρήσειΠου ο ήλιος δεν μπόρεσε να τη χωρέσει. Why do souls die, and why does the earth keep blooming over them?
Γιατί πεθαίνουν οι ψυχές;Γιατί πεθαίνουν οι ψυχέςΌσων μαζί μας έρχονταιΚαι μίλησαν και πάνε;Ένα σκοπό ετόνισε ο ύπνοςΣ’ όλες τις γλώσσεςΣε κάθε εποχή·Έδιωχνε τον θάνατοΤον έφερνε σιμά στη θάλασσαΤον έπνιγε εκεί·Πάνω στον θάνατοΕσώπασε η θάλασσαΣαν πάνω σε νεκρόΜε τραγούδι εσκέπασε τον θάνατοΜε τραγούδι εσκέπασε το πρόσωπο της γηςΜε τα μαλλιά της χάιδεψε τον θάνατοΜε το φιλί της φίλησε το πρόσωπο της γηςΚι όταν ανθίζει η γη στον άνεμο στον ήλιοΞανανθίζει ο θάνατος Γιώργος Σαραντάρης.Sarantaris died at thirty-two in 1941, the year after these poems; much of his work was published only after his death.
Books that feel like this
More by Γιώργος Σαραντάρης
1935
Γιώργος Σαραντάρης, 1935
A young Greek poet and diarist writes to a woman he loves and to his own disappearing self, in verse and feverish prose, months before his early death.
1939
Γιώργος Σαραντάρης, 1939
A young Greek poet writes the sea, the sun and the body as if all three were about to dissolve. Short, strange, luminous poems from the eve of war.
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is 1940 for me?
- You may like it if you read poetry for light and sea air, and don't mind verse that speaks of the dead calmly rather than tragically. The Greek is the polytonic demotic of 1940, so the plain, repeating lines ask for some patience with older spelling and accents.
- What is 1940 like?
- The poems move with a clear, almost plain lyricism, turning sea, light and birds into a mood of wonder that carries a quiet melancholy underneath. Feels like wonder, melancholy and hope. About nature.
- What should I read after 1940?
- If you liked 1940, try Ποιήματα (Τέλλος Άγρας), Ποιήματα (Ρώμος Φιλύρας) and Ποιήματα (Ζαχαρίας Παπαντωνίου).
A taste of the feed
All the ways we arrange forgetting, told in a voice that keeps catching itself.
Ήθελες κάτι να μου πεις και δεν σου το ρωτούσα, (Το καλοκαίρι είχε σωθεί και τ’ άνθη που αγαπούσα). Ήθελες κάτι να μου πείς και τόχα λησμονήσει. (Τη ρίζα που καθόμαστε -θυμάσαι;- έχουν γκρεμίσει). (Είχε από τότε εντός μου σε φθινόπωρο γυρίσει). Μου είπες, α, ναι! - πως μ’ αγαπάς - μα τόχω λησμονήσει.
Ποιήματα · Τέλλος Άγρας
The night as a scarecrow, and a harvester walking over your bed.
Απόψε στις κιθάρες τους τα Πνεύματα θα μέλπουνε κρυφούς ρυθμούς και τρόμους και στο ρυθμό του χαλαζιού θα σέρνουνε μαύρους χορούς οι καταχνιές στους δρόμους. Οι Αγέρηδες μανιάζοντας θα στήνουνε τις σκήτες τους στ’ αφρόλουστα ακρογιάλια, των λουλουδιών τα ταίρια θα χωρίζουνε, μα και θα ορμούν, θα οργώνουν τα κανάλια. Απόψε η Νύχτα σκιάχτρο στις ψυχούλες μας και Χάροντας απάνου από την κλίνη... -Οι καταχνιές, που υφαίνουν το τρισκόταδο, θα’ ρθούν να σαβανώσουν τη Σελήνη...
Ποιήματα · Ρώμος Φιλύρας
A prayer that asks for nothing, not even to live again.
Κύριε, σὰν ἦρθεν ἡ βραδιά, σοῦ λέω τὴν προσευχή μου. Ἄλλη ψυχὴ δὲν ἔβλαψα στὸν κόσμο ἀπ᾿ τὴ δική μου. Ἐκεῖνοι ποὺ μὲ πλήγωσαν ἦταν ἀγαπημένοι. Τὴν πίκρα μου τὴ βάσταξα. Μοῦ δίνεις καὶ τὴν ξένη. Μ᾿ ἀπαρνηθῆκαν οἱ χαρές. Δὲν τὶς γυρεύω πίσω. Προσμένω τὰ χειρότερα. Εἶν᾿ ἁμαρτία νὰ ἐλπίσω. Σὰν εὐτυχία τὴν ἀγαπῶ τῆς νύχτας τὴ φοβέρα. Στὴν πόρτα μου ἄλλος δὲν χτυπᾷ κανεὶς ἀπ᾿ τὸν ἀγέρα. Δὲν ἔχω δόξα. Εἶν᾿ ἥσυχα τὰ ἔργα ποὺ ἔχω πράξει. Ἄκουσά τη γλυκιὰ βροχή. Τὴ δύση ἔχω κοιτάξει. Ἔδωκα στὰ παιδιὰ χαρές, σὲ σκύλους λίγο χάδι. Ζευγᾶδες καλησπέρισα ποὺ γύριζαν τὸ βράδυ. Τώρα δὲν ἔχω τίποτα νὰ διώξω ἢ νὰ κρατήσω. Δὲν περιμένω ἀνταμοιβή. Πολύ ῾ναι τέτοια ἐλπίδα.
Ποιήματα · Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed