BookFeed Ελληνικά

Passages from 1940

Pages from 1940 that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.

He claims the dead are somehow born again, and you want to know how.

Πάλι σηκώνει τὴ σημαίαἘμεῖς μπαίνουμε χωρὶς φόβοΤὰ μάτια τὰ πουλιὰ μαζί μας μπαίνουνἈστράφτει ἡ πολιτεία ἀστράφτει ὁ νοῦς μαςἩ φαντασία τοὺς κήπους πλημμυράειΕἶναι παιδιὰ ποὺ στέκονται στὶς βρύσεςΚορυδαλλοὶ στοὺς ὄρθρους ἀκουμπᾶνεΣτὶς λεμονιὲς ἄγγελοι χορτάτοιΕἶναι ἀηδόνια ποὺ παντοῦ ξυπνᾶνεΦλογέρες παίζουν ἔντομα βουίζουνΕἶναι τραγούδια ἡ στάχτη τῶν νεκρῶνΚαὶ οἱ νεκροὶ κάπου ἀναγεννιοῦνται πάλιὉλοῦθε μᾶς μαζεύει ὁ ΘεὸςἜχουμε χέρια καθαρὰ καὶ πᾶμε.
— 1940, Γιώργος Σαραντάρης (1940)

A morning so large that even the sun cannot seem to contain it.

Ξυπνάμε και η θάλασσα ξυπνά μαζί μαςΜε όραση καινούρια προχωρούμεΗ μέρα έχει μαιάνδρουςΌπως η θάλασσα κύματαΣτην καρδιά μας αδειάσαμε (προσωρινά)Την πόληΕμείναμε με την εικόνα τ’ ουρανούO ήλιος εμέτρησε τη γη μαςΗ μέρα τούτη όπου ξυπνήσαμεΜε θάλασσα και κύματαΜε όραση και μνήμη καθαρήΤόσο μεγάλωσεΠου ο ήλιος δεν μπόρεσε να τη μετρήσειΠου ο ήλιος δεν μπόρεσε να τη χωρέσει.
— 1940, Γιώργος Σαραντάρης (1940)

Why do souls die, and why does the earth keep blooming over them?

Γιατί πεθαίνουν οι ψυχές;Γιατί πεθαίνουν οι ψυχέςΌσων μαζί μας έρχονταιΚαι μίλησαν και πάνε;Ένα σκοπό ετόνισε ο ύπνοςΣ’ όλες τις γλώσσεςΣε κάθε εποχή·Έδιωχνε τον θάνατοΤον έφερνε σιμά στη θάλασσαΤον έπνιγε εκεί·Πάνω στον θάνατοΕσώπασε η θάλασσαΣαν πάνω σε νεκρόΜε τραγούδι εσκέπασε τον θάνατοΜε τραγούδι εσκέπασε το πρόσωπο της γηςΜε τα μαλλιά της χάιδεψε τον θάνατοΜε το φιλί της φίλησε το πρόσωπο της γηςΚι όταν ανθίζει η γη στον άνεμο στον ήλιοΞανανθίζει ο θάνατος
— 1940, Γιώργος Σαραντάρης (1940)

He watches the sea from a window and cannot say whether time is friend or enemy.

Δεν είμαι εγώ ο άνθρωπος που φτύνειΠάνω στη δόξα των πουλιώνΔεν είμαι εγώ εκείνος που ζηλεύειΤους δρόμους στο χρυσάφιΑν περπατώ ανάμεσα σε στάχυαΚαλό μου κάνει να σε λησμονώΧρόνε που ήρθες τόσο πια μαζί μουΝα μη διακρίνω πια το πρόσωπό σουΚαι να μην ξέρω αν είσαι εχθρός ή φίλοςΜα ποιος το ξέρει τ’ όνομα του χρόνου;
— 1940, Γιώργος Σαραντάρης (1940)

Can you look at the past without flinching and without longing?

Εμείς τώρα ανακαλύπτουμε το παρελθόνΚαι δεν κρατάμε θύμηση παράπονο ή κακίαΑρμονικές εύμολπες στήλες ατενίζουμεΌπου αν θέλαμε θα διαβαίναμε με τις αναπνοές μαςΚαι θ’ ακουμπούσαμε τον ύπνο μας για ν’ αρωματιστείΌμως την όμορφη απόσταση μετράμε και μας αρκείΕμείς εδώ το παρελθόν εκεί με την υγεία της πέτραςΚαι τα κανονικά διαστήματα ανάμεσα σε στήλη και στήληΣτη φαντασία και στην καρδιά αρέσουν χωρίς νοσταλγίαΕμείς θίγουμε το παρελθόν και το παρελθόν δεν μας θίγει
— 1940, Γιώργος Σαραντάρης (1940)

Spring gave everything away to us, then left so we would not ask again.

Η άνοιξη σαν έκλεισε τα μάτιαΉταν γιομάτη θόρυβοΕίχε το πρόσωπο ξανθόΑπ’ το μεθύσιΤα μαλλιάΤης σκέπαζαν τον ύπνοΕίχε τρέξει στο δάσοςΚαι ονειρεύονταν τον ουρανόΓιατί λυπότανεΠου δεν της έμειναν λουλούδιαΝα χαρίσειΣτον ουρανόΤα είχε χαρίσει όλαΣτην καρδιά μαςΚαι είχε φύγειΝα μην την ξαναδούμεΝα μη ζητάμε πιαΝα μη θέλουμε πια
— 1940, Γιώργος Σαραντάρης (1940)

The seasons are not children and not flowers — and there is a way to see them.

Ενός βλέμματος καρποίΟι εποχές του χρόνουΟι ώρες οι στιγμέςΜην τις πεις παιδιάΓιατί τα παιδιά θα σε ραπίσουνΜην τις πεις λουλούδιαΓιατί αόρατα θα γίνουν τα λουλούδιαΜην τις πεις καρπούς της γηςΓιατί οι καρποί της γης θα χάσουν το χυμό τουςΜάθε να τις κοιτάζειςΜάθε τη γονιμότητα του ματιούΌπως μαθαίνεις τον ουρανό με τα σύννεφαΤη θάλασσα με τα κύματαΜάθε τα μάτια με τον καιρό και τα χρώματα.
— 1940, Γιώργος Σαραντάρης (1940)

The stars are not dead lights; they are company, and not everyone sees it that way.

Τ’ αστέρια κάνουν συντροφιά σ’ εμέναΔεν ξεψυχούν όπως εσύ νομίζειςΜόνο την ευτυχία απαγγέλλουνΣε ρυθμό προσευχήςΑπάνω από τ’ αστέρια εγώ κοιτάζωΣαν να είταν κεφαλές παιδιώνΣαν να είτανε φωνές που με ανεβάζουνΠάνω σε άλλες φωνέςΣτη φλόγα τ’ ουρανού καίομαιΚαι δεν φθείρομαι πιαΚ’ είναι ωραίο να βλέπω ωραίαΧωρίς τ’ αστέρια να βλέπωΕνώ αγαπώ τ’ αστέριαΕίναι ωραίο τα πάντα να είναι ωραία
— 1940, Γιώργος Σαραντάρης (1940)

A clear-eyed command to lift the trees, because they are in the way.

Από δω χάμου να σηκώστε τα δέντραΓιατί δεν μας αφήνουν να πετάμεΜην βλέπετε πως άνοιξαν τ’ αστέριαΘέλουμε από δω ν’ αρχίζει ο δρόμοςΚαι σαν εγκαταλείψουμε τη γηΧαμόγελο λουλούδια την ευθεία να την κρατάνεΕσύ τα δέντρα μες στα μπράτσα σου να φέρνειςΚάτω απ’ τους ώμους μου τα σύννεφα εγώ
— 1940, Γιώργος Σαραντάρης (1940)

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.