BookFeed Ελληνικά

Books like Οδύσσεια

If Οδύσσεια stayed with you, these share its feel: home, nostalgia and awe. Each comes with a real page, so you can tell in a minute.

About Οδύσσεια · Όμηρος

  1. 1.The Odyssey

    Homer, -800

    Also home and dread. The first great story about a journey home — and every stop along the way is a good reason to give up.

    “I spake; Achilles quickly answered me:—‘Noble Ulysses, speak not thus of death,As if thou couldst console me. I would beA laborer on earth, and serve for hireSome man of mean estate, who makes scant cheer,Rather than reign o’er all who have gone downTo death. Speak rather of my noble son,Whether or not he yet has joined the warsTo fight among the foremost of the host.
  2. 2.Διονυσίου Σολωμού

    Διονύσιος Σολωμός, 1859

    Also awe and freedom. The good poet of modern Greece whose greatest works survive as fragments. Read what he finished, what he abandoned, and what his friends remembered.

    Η Ζάκυνθος. Ανάμεσα ’ς τα τόσα, ’ς τα γοργά και τα διαβατικά που μας εντυπώνονται, και που τα γράφ’ η μνήμη και τα ξεγράφει, κάποιες ενθύμησες από τα πρώτα χρόνια, κρατειούνται πλέον επίμονα, απείραχτες από τον καιρό. Μια τέτοια ενθύμηση μου απομένει του τόπου που γεννήθηκεν ο Σολωμός, όταν επρωτοπέρασ’ από κείθε, παιδί. Διάβα γληγωρότατο, μιας ώρας μόλις· και ζωηρότατη εντύπωση κόσμου αγνώριστου ως τότε, ονειρευτού. Του αέρα ήταν η αξεθύμαστη μοσκοβολιά· άρχιζε ’ς του νησιού το σίμωμα μέσ’ από το καράβι ακόμα, σα να μη χύνονταν η ευωδιά μονάχ’ από τα περιβόλια, σα να ήταν εκείνη το μοναδικό και το μυστικό χάρισμα γης και αέρα και ουρανού εκεί.
  3. 3.Μετάφραση της Ιλιάδας στα Νέα Ελληνικά

    Αλέξανδρος Πάλλης, 1904

    Also war and dread. A radical 1904 rendering of the Iliad into everyday Greek, full of sea-salt, market speech and sudden tenderness. Read it to hear Homer the way a fisherman might.

    Τότε έτσι εκείνος κοίταξε σωπώντας το παιδί τουμε θλιβερό χαμόγελο· κι’ η όμορφη Αντρομάχηήρθε κλαμένη, τούπιασε σφιχτά το χέρι κι’ είπε« Καημένε, αχ το φιλότιμο θα σ’ αφανίσει. Πες μου,» τ’ αθώο αφτό δεν το πονάς, δε λυπάσαι εμένα» που μάβρη χήρα κι’ έρημη σε λίγο θα μ’ αφήκεις ;» Τι γρήγορα όλοι οι Δαναοί θα τρέξουν να σε σφάξουν.» Μα αν είναι να σε στερηθώ, καλύτερα για μένα» να με σκεπάσει η μάβρη Γης! Γιατί άλλο πια αντιστύλι» δε θα μου μείνει, μόν καημοί, τα μάτια σα σφαλίσεις.» Μηγάρ πατέρα εγώ ’χω πια ή τη γλυκιά μου μάννα ;
  4. 4.Λόγια της Πλώρης

    Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1899

    Also awe and dread. Sailors, sponge-divers and captains tell of the sea's justice, its monsters and its dead, in stories that turn folk belief into salt-stung literature.

    Σύγνεφα μεγάλα, σταχτιά σαν βουνά αθάλης με χοντρά ισκιόφωτα, με λαγκαδιές πυκνοντυμένες, μ’ εξογκώματα εδώ που άστραφτε το αφράτο μάρμαρο, με κορυφές εκεί ψιλοπελεκημένες που έλαμπε το χρυσοβαμμένο κρύσταλλο, εδώ με ποτάμια πλατιά και κόκκινα, εκεί με καταρράχτες ψηλούς, ασημόχυτους, έφραζαν από άκρη σε άκρη της δύσις τα ουρανοθέμελα. Και απάνω στις ομάλιες είτε στις πλαγιές, χωριά έβλεπες με τ’ άσπρα τους σπιτάκια να κρέμωνται στην άβυσσο και παληκάρια με βιολιά και λαβούτα να μεθοκοπούν στους δρόμους και παρθένες βεργολυγερές να χορεύουν στις αυλές ανεμοπόδαρες. Μέσα στα ποτάμια έβλεπες καράβια ν’ αρμενίζουν με άξιους κ’ ευτυχισμένους ναύτες και στις λαγκαδιές βαθειά, ασπρόμαλλα κοπάδια να δροσολογιώνται τόσο, που επρόσμενες ώρα την ώρα ν’ ακούσης τα κυπριά να κουδουνίσουν και τη φλογέρα του βοσκού τους να γλυκολαλή.
  5. 5.Ο Αρίονας

    Γεράσιμος Μαρκοράς, 1890

    Also awe and freedom. The poet Arion, thrown into the sea by pirates, sings for his life — a Greek romance of music, rescue, and a love that turns poison into honey.

    Σὰ νύφη στολισμένη ἔπειτα πάεικαὶ ρίχνεται στὸ στρῶμα, ὅπου δειλιάζει·ἀλλὰ ξάφνου σὲ λίγο ἀνασκιρτάεικαί, δίχως φρίκη, ἕνα ποτῆρι ἀδράζει.Σὰν κἄτι ἀκούει· προσέχει, καὶ γελάει:Μὲ κράζει! - μουρμουρίζοντας – μὲ κράζει!Γλήγορα! ἂν τρέξω εἰς τὸ πλευρό του· ἂς κάμωπικρότατη σπονδὴ γιὰ οὐράνιο γάμο!Τ’ ἄδειο ποτῆρι καταγῆς, τὸ σῶμαπέφτει βάρος ἀναίσθητο στὴν κλίνη·ἀλλ’, ὡς γελοῦν τὰ ὡραῖα της χείλη ἀκόμα,φαντάζεσαι πῶς κἄτι ἔχει νὰ κρίνῃ.
  6. 6.Αθανάσης Διάκος

    Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, 1867

    Also awe and war. A Romantic epic in demotic Greek verse where Athanasios Diakos lies down on the eve of his last battle — and nature, saints and the dead gather around him.

    «Ὅταν ἡ μαύρ᾿ ἡ μάνα μου, ἐμπρὸς σὲ μίαν εἰκόνα,Πλάστη μου, μ᾿ ἐγονάτιζε μὲ σταυρωτὰ τὰ χέριακαὶ μώλεγε νὰ δεηθῶ γιὰ κειοὺς ποὺ τὸ χειμῶνασὰ λύκοι ἐτρέχαν στὰ βουνά, μὲ χιόνια, μ᾿ ἀγριοκαίριαγιὰ νὰ μὴ ζοῦνε στὸ ζυγό, ἔνοιωθα τὴ φωνή μου,νὰ ξεψυχάει στὰ χείλη μου. ἐσπάραζε ἡ καρδιά μου,μοῦ ἐτρέμανε τὰ γόνατα, σὰν νἄθελε ἡ ψυχή μουνὰ φύγῃ μὲ τὴ δέηση ἀπὸ τὰ σωθικά μου.Ὕστερα μὤλεγε κρυφὰ νὰ σοῦ ζητῶ τὴ χάρηνὰ μ᾿ ἀξιώσῃς μία φορὰ ἕνα σπαθὶ νὰ ζώσωκαὶ νὰ μὴν ἔρθῃ ὁ θάνατος νὰ μ᾿ εὕρῃ, νὰ μὲ πάρῃπρὶν πολεμήσω ἐλεύθερος, γιὰ σὲ πρὶν τὸ ματώσω.Πατέρα παντοδύναμε! Ἄκουσες τὴν εὐχή μου.

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.