Μετάφραση της Ιλιάδας στα Νέα Ελληνικά
Αλέξανδρος Πάλλης (1850–1935), 1904
A radical 1904 rendering of the Iliad into everyday Greek, full of sea-salt, market speech and sudden tenderness. Read it to hear Homer the way a fisherman might. War and grief press close, yet the voice stays plain and salty, with sudden tenderness breaking through the dust.
Feels like grief, dread and tenderness. About war and love.
Who it’s for
You may like it if you want Homer in everyday speech, close to market and shore rather than schoolroom polish. Be ready for 1904 demotic with old spelling and dialect forms, which can slow a modern reader.
Why read it
It lets you hear the Iliad's anger and farewells in a Greek that feels spoken, not preserved, and shows how far a translation can carry a poem.
Pages from the book
A wife tells her husband she would rather die than be left behind.
Τότε έτσι εκείνος κοίταξε σωπώντας το παιδί τουμε θλιβερό χαμόγελο· κι’ η όμορφη Αντρομάχηήρθε κλαμένη, τούπιασε σφιχτά το χέρι κι’ είπε« Καημένε, αχ το φιλότιμο θα σ’ αφανίσει. Πες μου,» τ’ αθώο αφτό δεν το πονάς, δε λυπάσαι εμένα» που μάβρη χήρα κι’ έρημη σε λίγο θα μ’ αφήκεις ;» Τι γρήγορα όλοι οι Δαναοί θα τρέξουν να σε σφάξουν.» Μα αν είναι να σε στερηθώ, καλύτερα για μένα» να με σκεπάσει η μάβρη Γης! Γιατί άλλο πια αντιστύλι» δε θα μου μείνει, μόν καημοί, τα μάτια σα σφαλίσεις.» Μηγάρ πατέρα εγώ ’χω πια ή τη γλυκιά μου μάννα ; An old king kneels at his son's killer's feet. What happens next is unexpected.
Είπε, και πόθο τ’ άναψε τον γέρο του να κλάψει,κι’ έσπρωξε αγάλια πιάνοντας τον Πρίαμο απ’ το χέρι.Και σα θυμήθηκαν κι’ οι δυο, ο ένας τους το γυιό τουθρηνούσε, στ’ Αχιλλέα ομπρός τα πόδια ’να κουβάρι,πικρά κι’ ο άλλος έκλαιγε τον γέρο του, ή και πάλιτο βλάμη του, κι’ οι στεναγμοί παντού τριγύρω αχούσαν.Μα πια το κλάμα ο θεϊκός σαν χόρτασε Αχιλλέας,τότες σηκώθη οχ το θρονί, και σήκωσε απ’ το χέριτον γέρο —τ’ άσπρα του μαλλιά πονώντας, τ’ άσπρα γένια—και με φωνή ήμερη τού λέει δυο φτερωμένα λόγια« Α δόλιε, ναι πολλά η ψυχή σού᾽πιε πικρά φαρμάκια !» Πώς, πες μου, βάσταξες εδώ να᾽ρθείς στα πλοία μόνος» μπροστά σ’ εκείνον που σωρό πολύτιμα παιδιά σου» σού᾽χει σφαγμένα ; Σίδερο πρέπει η καρδιά σου νά᾽ναι. A man explains why he cannot stay home, even knowing it will destroy him.
Τότε ο μεγάλος Έχτορας της απαντάει διό λόγια« Γυναίκα, ναι κι’ εγώ όλα αφτά στο νου μου τ’ αναδέβω·» όμως ντροπή απ’ τις Τρώϊσσες, ντροπή ’ναι ομπρός στους Τρώες» να σέρνουμαι έτσι σαν κιοτής αλάργα απ’ τους πολέμους...» μήτε το θέλει μου η καρδιά! τι πάντα παλικάρι» έμαθα νάμαι και μπροστά στις κονταριές να τρέχω,» μ’ απόφαση το γονικό να διαφεντέψω θρόνο. Αλέξανδρος Πάλλης.Pallis, a wealthy Alexandrian who gave away much of his fortune, translated the Gospels into demotic Greek too — and was denounced as a blasphemer for it. The Orthodox Church condemned his Iliad as well. But note: the Iliad's first edition of Pallis' translation was published in 1904; the author's dates are 1850–1935. This fact about Pallis translating the Gospels into demotic and being condemned is well documented. Let me keep it short. Also the pitch is under 30 words. Need to add tags. Greek version needs title.
Books that feel like this
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Μετάφραση της Ιλιάδας στα Νέα Ελληνικά for me?
- You may like it if you want Homer in everyday speech, close to market and shore rather than schoolroom polish. Be ready for 1904 demotic with old spelling and dialect forms, which can slow a modern reader.
- What is Μετάφραση της Ιλιάδας στα Νέα Ελληνικά like?
- War and grief press close, yet the voice stays plain and salty, with sudden tenderness breaking through the dust. Feels like grief, dread and tenderness. About war and love.
- What should I read after Μετάφραση της Ιλιάδας στα Νέα Ελληνικά?
- If you liked Μετάφραση της Ιλιάδας στα Νέα Ελληνικά, try Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου (Πηνελόπη Δέλτα), Ιφιγένεια εν Αυλίδι (Ευριπίδης) and The Iliad (Homer).
A taste of the feed
What the night sky looks like after a massacre.
Και πολλήν ώρα δε μίλησαν πια. Στο κάστρο, πάνω από το κεφάλι τους, οι χαρούμενες φωνές λίγο - λίγο ησύχαζαν. Οι Βούλγαροι, χορτασμένοι από αίμα και σφαγές, είχαν χαιρετίσει τη νίκη τους με ό,τι κρασί βρέθηκε στο φρούριο και, αποκαμωμένοι από της νυχτιάς τους κόπους, έγερναν να κοιμηθούν. Η νύχτα ήταν ήσυχη, φύλλο δεν κουνούσε. Από το μαύρο ουρανό τ’ άστρα τους κοίταζαν με τα χρυσά τους φωτεινά μάτια, άψυχα, παγωμένα στην ολύμπια αταραξία τους, αδιαφορώντας για τους ανθρώπινους πόνους που δεν έφθαναν στα ύψη τους. Κάτω, στο ριζό του βράχου, το ποτάμι, φουσκωμένο από τις τελευταίες βροχές, μούγκριζε ανάμεσα στις πέτρες, και ο ήχος του ανέβαινε θυμωμένος, τάραζε την ηρεμία της χειμωνιάτικης νύχτας.
Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου · Πηνελόπη Δέλτα
He has no comfort to give her except the shape of what is coming.
So speaking, to the arms of his dear spouse He gave the boy; she on her fragrant breast Received him, weeping as she smiled. The chief Beheld, and, moved with tender pity, smoothed Her forehead gently with his hand and said:— “Sorrow not thus, beloved one, for me. No living man can send me to the shades Before my time; no man of woman born, Coward or brave, can shun his destiny. But go thou home, and tend thy labors there— The web, the distaff—and command thy maids To speed the work: The cares of war pertain To all men born in Troy, and most to me.”
The Iliad · Homer
What a mother teaches a child to pray for can become his whole life.
«Ὅταν ἡ μαύρ᾿ ἡ μάνα μου, ἐμπρὸς σὲ μίαν εἰκόνα, Πλάστη μου, μ᾿ ἐγονάτιζε μὲ σταυρωτὰ τὰ χέρια καὶ μώλεγε νὰ δεηθῶ γιὰ κειοὺς ποὺ τὸ χειμῶνα σὰ λύκοι ἐτρέχαν στὰ βουνά, μὲ χιόνια, μ᾿ ἀγριοκαίρια γιὰ νὰ μὴ ζοῦνε στὸ ζυγό, ἔνοιωθα τὴ φωνή μου, νὰ ξεψυχάει στὰ χείλη μου. ἐσπάραζε ἡ καρδιά μου, μοῦ ἐτρέμανε τὰ γόνατα, σὰν νἄθελε ἡ ψυχή μου νὰ φύγῃ μὲ τὴ δέηση ἀπὸ τὰ σωθικά μου. Ὕστερα μὤλεγε κρυφὰ νὰ σοῦ ζητῶ τὴ χάρη νὰ μ᾿ ἀξιώσῃς μία φορὰ ἕνα σπαθὶ νὰ ζώσω καὶ νὰ μὴν ἔρθῃ ὁ θάνατος νὰ μ᾿ εὕρῃ, νὰ μὲ πάρῃ πρὶν πολεμήσω ἐλεύθερος, γιὰ σὲ πρὶν τὸ ματώσω. Πατέρα παντοδύναμε! Ἄκουσες τὴν εὐχή μου.
Αθανάσης Διάκος · Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed