Η πτώσις του Αρκαδίου
Ιωάννης Κονδυλάκης (1861–1920), 1900
The siege of Arkadi, told forty years later from the mouths of survivors: not a monument but a night of wet dawn, wet powder and ordinary courage. The prose is plain and grave, slow where it needs to be, and carries you through wet dawn, fear and ordinary courage without ornament.
Feels like awe and grief. About war, freedom and faith.
Who it’s for
You may like it if you want a survivor's account of a siege, with faith and grief held close and no heroic gloss. The Greek is old-fashioned and formal, and some stretches dwell on prayer and testimony more than action.
Why read it
It offers a grounded, witness-shaped view of a famous siege: ordinary people, wet powder, and courage remembered rather than staged.
Pages from the book
What a roomful of people looks like when they have all decided to die.
Ἀλλὰ κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην καὶ οἱ ἐν τῷ μοναστηρίῳ εἶχον ἐτοιμασθῇ ν’ ἀντιστῶσι μέχρι θανάτου. Δὲν εἶχον πυροβολικὸν αὐτοί, ἀλλ’ εἶχον τὴν δύναμιν τῶν ἀσθενῶν, τὴν εἰς τὸν Θεὸν ἐλπίδα, καὶ εἰς αὐτὴν προσέτρεξαν. Συνελθόντες εἰς τὸν ναὸν ἐδεήθησαν τοῦ Θεοῦ νὰ τοὺς ἐνισχύσῃ εἰς τὸν ἄνισον ἀγῶνα καὶ διατηρήσῃ μέχρι τέλους τὴν εὐψυχίαν αὐτῶν, ἵνα ἀκλόνητοι, ὡς μάρτυρες, ἀποθάνωσιν ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος. Ἔπειτα ἐζήτησαν παρ’ ἀλλήλων συγχώρησιν καὶ προσελθόντες ἐκοινώνησαν τῶν ἀχράντων μυστηρίων ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ἡγουμένου Γαβριήλ. Τὶς δύναται νὰ περιγράψῃ τὸ μεγαλεῖον τῶν στιγμῶν ἐκείνων ἐν τῇ ἠρεμίᾳ τοῦ βροχεροῦ καὶ ὀμιχλώδους ὄρθρου; Ἀνὴρ ἐπιζήσας ἐκ τῶν ἐν Ἀρκαδίῳ τότε εὑρεθέντων μοῦ διηγεῖται ὅτι κάτι τί ἐκ τοῦ ἄλλου κόσμου ὑπῆρχεν εἰς τὰ πρόσωπα ὅλων. Γαλήνη μαρτυρικὴ, ἡ ἁγία καὶ φοβερὰ συγχρόνως γαλήνη τῆς αὐταπαρνήσεως τοὺς μετεμόρφωνε. She keeps putting the flag back up until there is no pole left to hold it.
Αἱ γυναῖκες καὶ κατὰ τὰς δύο φοβερὰς ἡμέρας ἔδειξαν μεγάλην εὐψυχίαν, κομίζουσαι πολεμοφόδια, ὕδωρ καὶ τροφὴν εἰς τοὺς ἐπὶ τῶν τειχῶν πολεμιστάς. Διεκρίθη δὲ ἰδίως ἡ Χαρίκλεια Δασκαλάκη, ἥτις [...]οῦσα ἀπὸ τῆς μιᾶς πλευρᾶς εἰς τὴν ἄλλην, ἐδείκνυεν ἀπα[...]ιγμάτιστον ἀφοβίαν. Ἐπὶ τοῦ τείχους ἐκυμάτιζεν ἡ σημαία τοῦ υἱοῦ της. Καὶ ἐπειδὴ ἔπιπτε, κοπτομένου ὑπὸ τῶν σφαιρῶν τοῦ κοντοῦ της, δὲν παρέλειπεν ἑκάστοτε ν’ ἀναβαίνῃ καὶ τὴν ἐπανορθώνῃ, ἕως οὗ ἐπὶ τέλους τὸ ξύλον κατεστράφη καὶ τότε διπλώσασα τὴν σημαίαν, τὴν ἐφύλαξεν εἰς τὸν κόλπον της. Two kinds of light in one sky: gunfire, and every star falling at once.
Ὁ Μουσταφὰς ἀνέβαλε τὴν τελευταίαν ἕφοδον διὰ τὴν ἐπιοῦσαν. Ἀλλ’ οἱ πολιορκούμενοι περιμένοντες ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ἐπίθεσιν, ἔμειναν ἀγρυπνοῦντες ἐπὶ τῶν θέσεων αὐτῶν, ξεθεώμενοι ἐκ τῆς μακρᾶς ἀϋπνίας καὶ τῆς κοπώσεως. Οἱ δὲ Τοῦρκοι, διὰ να μὴ τοὺς ἀφήσουν νὰ ἠσυχάσουν, ἐξηκολούθουν ἀρεὸν πυροβολισμὸν καθ’ ὅλην τὴν νύκτα. Ὡς ἐὰν δὲ ἀντανεκλῶντο εἰς τὸν οὐρανὸν τὰ διασταυρούμενα πυρά, ἄπειρον πλῆθος διαττόντων ἄστρων διέτρεχε κατὰ παντοίας διευθύνσεις τὸ στερέωμα. Ιωάννης Κονδυλάκης.Kondylakis wrote this history of the Arkadi holocaust in 1900, forty years after the event, working from the testimony of survivors — among them the priest who had been inside the monastery.
Books that feel like this
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Η πτώσις του Αρκαδίου for me?
- You may like it if you want a survivor's account of a siege, with faith and grief held close and no heroic gloss. The Greek is old-fashioned and formal, and some stretches dwell on prayer and testimony more than action.
- What is Η πτώσις του Αρκαδίου like?
- The prose is plain and grave, slow where it needs to be, and carries you through wet dawn, fear and ordinary courage without ornament. Feels like awe and grief. About war, freedom and faith.
- What should I read after Η πτώσις του Αρκαδίου?
- If you liked Η πτώσις του Αρκαδίου, try Αθανάσης Διάκος (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης), Απομνημονεύματα περί του γαλατικού πολέμου (Ιούλιος Καίσαρ) and Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, σχεδίασμα Β΄ (Διονύσιος Σολωμός).
A taste of the feed
What a mother teaches a child to pray for can become his whole life.
«Ὅταν ἡ μαύρ᾿ ἡ μάνα μου, ἐμπρὸς σὲ μίαν εἰκόνα, Πλάστη μου, μ᾿ ἐγονάτιζε μὲ σταυρωτὰ τὰ χέρια καὶ μώλεγε νὰ δεηθῶ γιὰ κειοὺς ποὺ τὸ χειμῶνα σὰ λύκοι ἐτρέχαν στὰ βουνά, μὲ χιόνια, μ᾿ ἀγριοκαίρια γιὰ νὰ μὴ ζοῦνε στὸ ζυγό, ἔνοιωθα τὴ φωνή μου, νὰ ξεψυχάει στὰ χείλη μου. ἐσπάραζε ἡ καρδιά μου, μοῦ ἐτρέμανε τὰ γόνατα, σὰν νἄθελε ἡ ψυχή μου νὰ φύγῃ μὲ τὴ δέηση ἀπὸ τὰ σωθικά μου. Ὕστερα μὤλεγε κρυφὰ νὰ σοῦ ζητῶ τὴ χάρη νὰ μ᾿ ἀξιώσῃς μία φορὰ ἕνα σπαθὶ νὰ ζώσω καὶ νὰ μὴν ἔρθῃ ὁ θάνατος νὰ μ᾿ εὕρῃ, νὰ μὲ πάρῃ πρὶν πολεμήσω ἐλεύθερος, γιὰ σὲ πρὶν τὸ ματώσω. Πατέρα παντοδύναμε! Ἄκουσες τὴν εὐχή μου.
Αθανάσης Διάκος · Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
The enemy laughed at the Romans' little tower. Then it started moving.
Ὡς δὲ προσαχθεισῶν τῶν στοῶν καὶ χώματος ἀνεγερθέντος εἶδον μακρὰν πύργον ἀνιδρυόμενον, τὸ μὲν πρῶτον κατεγέλων ἐκ τοῦ τείχους καὶ ἔσκωπτον διὰ λόγων, ὅτι τηλικαύτη μηχανὴ ἀπὸ τοσαύτης ἀποστάσεως ἀνηγείρετο: διὰ ποίων ἆρα χειρῶν ἢ διὰ ποίων δυνάμεων ἀνθρωπάρια μάλιστα τηλικαῦτα τὸ μέγεθος (διότι εἰς ἄνδρας Γαλάτας ὡς ἐκ τοῦ μεγέθους τῶν σωμάτων αὑτῶν ἡ βραχύτης ἡμῶν φαίνεται ἀξιοκαταφρόνητος) πιστεύουσι νὰ κινήσωσι πύργον τοσούτου βάρους;
Απομνημονεύματα περί του γαλατικού πολέμου · Ιούλιος Καίσαρ
Spring has never looked more beautiful—or more dangerous.
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε, Κι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε. Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει, Και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι, Κι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη. Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα, Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα, Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο· Το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο. Μάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη, Η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι· Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει· Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, σχεδίασμα Β΄ · Διονύσιος Σολωμός
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed
