BookFeed Ελληνικά

Books like Η φλογέρα του Βασιλιά

If Η φλογέρα του Βασιλιά stayed with you, these share its feel: awe, memory and melancholy. Each comes with a real page, so you can tell in a minute.

About Η φλογέρα του Βασιλιά · Κωστής Παλαμάς

  1. 1.Ποιήματα

    Ρώμος Φιλύρας, 1939

    Also melancholy and memory. An unjustly forgotten Greek poet sings a world of sea, ghosts and erotic longing in a language that is almost incantation. Read a few lines and you will hear him.

    Απόψε στις κιθάρες τους τα Πνεύματαθα μέλπουνε κρυφούς ρυθμούς και τρόμουςκαι στο ρυθμό του χαλαζιού θα σέρνουνεμαύρους χορούς οι καταχνιές στους δρόμους.Οι Αγέρηδες μανιάζοντας θα στήνουνετις σκήτες τους στ’ αφρόλουστα ακρογιάλια,των λουλουδιών τα ταίρια θα χωρίζουνε,μα και θα ορμούν, θα οργώνουν τα κανάλια.Απόψε η Νύχτα σκιάχτρο στις ψυχούλες μαςκαι Χάροντας απάνου από την κλίνη...-Οι καταχνιές, που υφαίνουν το τρισκόταδο,θα’ ρθούν να σαβανώσουν τη Σελήνη...
  2. 2.Ποίηση

    Άγγελος Σικελιανός, 1946

    Also awe and power. Ancient rites, sunburnt fields and a Greece that feels older than myth — poetry that makes the landscape a state of the soul.

    Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένας λαός,σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...κι ακέριος φλέγεται ως με τ’ άδυτο ο Ναός,κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει. πρώτη φορά.Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμόςτης αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώραΟρφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμόςτην άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιάστη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχομε τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.
  3. 3.Ποιήματα

    Ιωάννης Πολέμης, 1921

    Also melancholy and memory. Polemis wrote for recitation and for school benches: nightingales, marble caryatids, and a violinist's fiddle that grows sweeter as the worm eats it. Read aloud or under your breath at midnight and it works.

    Ό,τι κι αν είχε το ’χασε: γυναίκα, βιός, παιδιά του,τίποτε δε τ’ απόμεινε στερνή παρηγοριά.Πέταξ’ η έννοια από το νου κι η ελπίδα απ’ τη καρδιά τουκι η υπομονή μαρμάρωσε στα στήθη του βαριά.Όπως τα λείψανα περνούν, περνά αργά ο καιρός τουκαι ζει, δίχως ο δύστυχος να ξέρει το γιατί.Μες στη ταβέρνα ολημερίς με το ποτήρι μπρος τουτου κάκου κει κι ανώφελα τη λησμονιά ζητεί.«Καταραμένε κάπελα και κλέφτη ταβερνιάρη,τι το νερώνεις το κρασί και πίνω απ’ το ξανθόκαι πίνω κι απ’ το κόκκινο κι από το γιοματάρικι από το σώσμα το τραχύ, πίνω και δε μεθώ;Δεν ήρθα για ξεφάντωμα μήτε για πανηγύρι,ήρθα να βρω τη λησμονιά στο θάνατο κοντά...»
  4. 4.Σονέτα

    Λορέντζος Μαβίλης, 1915

    Also melancholy and memory. A Greek patriot and translator of Heine, Mavilis wrote sonnets that praise the glorious and quarrelled with the chauvinists. Poems of beauty, of the dead, of love that slips away into the terrible falling dusk.

    Τοῦ μυστήριου ἀνασήκωσε τὴν πέτραΚαὶ μὴ σκιαχτῇς τὸ δάγκωμα τοῦ ἀστρίτα·Τὴν ἀλήθεια ἀκατάπαυστα ἀναζήταΚαὶ ἰδὲς ἂν εἶναι, ὡς λέν, ψυχοπονέτρα.Μία μία τὲς σαγιττιὲς τοῦ πόνου μέτραΚαὶ ἄγρυπνος τὲς πληγὲς ποῦ ἀνοίγουν κοίτα·Μηνύτρα φτάνει ἡ κάθε μιὰ σαγίτταἈπ’ τῆς ἄσπλαχνης Μοίρας τὴ φαρέτρα.Καὶ ἂ βρῇς ποῦ ὁ πόνος εἶναι ἡ μόνη ἀλήθεια,Τότες ἀπ’ τ’ ἀντριωμένα σου τὰ στήθιαΓδύσου τὴν ταπεινότη τῆς ὀρφάνιας·Στῆς Ὀμορφιᾶς, στῆς Δύναμης τὴ γλύκα,Μὲ ἀλαλητὸ χαρὰς καὶ περηφάνειαςΓίνε Θεός σου καὶ τὴ Μοῖρα νίκα.
  5. 5.Τετράδιον Ε'

    Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, 1847

    Also awe and memory. A Leucadian poet who sang the klephts, the drowned Patriarch and the ruined marble of Olympus — verse that turns history into weather, blood and stone.

    Ἐπέσανε τὰ Γιάννενα, σιγὰ νὰ κοιμηθοῦνε,ἐσβήσανε τὰ φῶτα τους, ἐκλείσανε τὰ μάτια.Ἡ μάννα σφίγγει τὸ παιδὶ βαθιὰ στὴν ἀγκαλιά της,γιατὶ εἶναι χρόνοι δίσεκτοι καὶ τρέμει μὴν τὸ χάσει.Τραγούδι δὲν ἀκούγεται, ψυχὴ δὲν ἀνασαίνει.Ὁ ὕπνος εἶναι θάνατος καὶ μνῆμα τὸ κρεβάτικι ἡ χώρα κοιμητήριο κι ἡ νύχτα ρημοκλήσι.Ἄγρυπνος ὁ Ἀλὴ πασᾶς, ἀκόμη δὲ νυστάζει,κι εἰς ἕνα δέρμα λιονταριοῦ βρίσκεται ξαπλωμένος.Τὸ μέτωπό του εἶναι βαρύ, θολό, συγνεφιασμένοκαὶ τὄβαλεν ἀντίστυλο τὸ χέρι του, μὴν πέσει.Χαϊδεύει μὲ τὰ δάκτυλα τὰ κάτασπρα του γένια,ποὺ σέρνονται στοῦ λιονταριοῦ τὴν τρομερὴ τὴ χαίτη.
  6. 6.1823-1833

    Διονύσιος Σολωμός, 1859

    Also melancholy and awe. The poems Solomos wrote while inventing a Greek poetry that could carry a nation — fragments of longing, grief and resurrection, some never finished.

    Στὴν ἐκκλησίαν ὡστόσο ὁ Λάμπρος μένει,Ὅπου ἀνθρώπου πνοὴ δὲν ἀγροικιέται.Ἀπ᾿ ἕνα εἰς ἄλλο στοχασμὸ πηγαίνει·Εἶναι ὁ νοῦς του ἔρμος κόσμος ποῦ χαλιέται.Μέσ᾿ ἀπὸ τὸ στασίδι ἀγάλι βγαίνει,Καὶ ὀχ τὴ ψυχή του ὁ στεναγμὸς πετειέται·Μόνον οἱ σκόρπιαις δάφναις, ποῦ ἐμυρίζανἘκεῖ ποῦ αὐτὸς ἐπερπατοῦσε ἐτρίζαν.Καὶ τὸ πρόσωπο γέρνει ὡσὰν τὴ δειάφη,Καὶ χαμηλὰ τοῦτα τὰ λόγια ρίχτει:«Κουφοί, ἀκίνητ᾿ οἱ Ἁγίοι, καθὼς καὶ οἱ τάφοι·»Εἶπα κ’ ἔκραξα ὥς τ᾿ ἄγριο μεσανύχτι:

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.