Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου
Γεώργιος Βιζυηνός (1849–1896), 1883
★ 4,22 από 367 βαθμολογίες στο Goodreads
Μια μάνα κρατά την πόρτα ανοιχτή για έναν γιο που δεν γυρίζει. Χρόνια μετά, ένας φόνος σε χωριό της Θράκης θέτει το ερώτημα: ποιος από τους ζωντανούς χρωστά λογαριασμό στους νεκρούς; Η αφήγηση κινείται μελαγχολικά και ανήσυχα, με ζωντανή γλώσσα που φωτίζει τον πόνο μιας οικογένειας και τα βάρη της μνήμης.
Ατμόσφαιρα: θλίψη, μελαγχολία και ανησυχία. Μιλά για την οικογένεια, τον θάνατο και την ηθική.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσει αν σε ενδιαφέρουν οι οικογενειακές ιστορίες, τα ηθικά διλήμματα και η ψυχολογική ένταση, μαζί με στοιχεία από τη ζωή στη Θράκη. Η καθαρεύουσα και η παλιότερη γλώσσα μπορεί στην αρχή να σε δυσκολέψουν ή να σε κουράσουν.
Γιατί να το διαβάσεις
Διάβασέ το για να δεις πώς η απώλεια και η ευθύνη μπλέκονται σε μια ιστορία που συχνά θεωρείται η πρώτη ελληνική αστυνομική αφήγηση.
Σελίδες από το βιβλίο
Μια μάνα αφήνει την πόρτα ανοιχτή ως τα μεσάνυχτα, μήπως γυρίσει ο γιος της.
– Διες εσύ! είπε, πως περνούν τα χρόνια, και γυρνούν τα πράγματα! Δεν θα γυρίση το παιδί μου, έλεγα, δεν θα προφθάση να έλθη πίσω, και θ’ αποθάνω, και θα μείνουν τα μάτια μου ανοιχτά, από την λαχτάρα που έχουν να το διούνε! Όλ’ ημερίτσα παραφύλαγα τους δρόμους και ρωτούσα τους διαβάτας. Και όταν εβράδυαζεν, άφην’ ανοιχτή την θύρα έως στα μεσάνυχτα. Μη σφαλείς, Μηχαήλε, μπορεί να έλθ’ ακόμη. Και δεν θέλω να έλθη το παιδί μου και να ’βρη κλειστή την θύρα μου. Φθάνει που είναι τόσα χρόνια έρημο και ξένο, ας μην έρθη και στο χωριό του να του φανή πως δεν έχει κανέναν εις τον κόσμο, που να φυλάγη τον ερχομό του. Σαν επλάγιαζα, σ’ έβλεπα στον ύπνο μου, και μ’ εφαίνετο πως άκουα την φωνή σου, κ’ εσηκονόμουν και άνοιγα την θύρα: ήλθες, παιδί μου; – Ήταν ο αγέρας, που σβυντζίνιζε στον δρόμο. Η μάνα θα έπαιρνε το τουφέκι, αν δεν είχε άλλους γιους.
– Δεν μπορεί να είναι αλλοιώς, έλεγεν. Ο φονιάς πρέπει να ήταν μανιασμένος μαζί του, και πρέπει να το ήξευρε. Αλλέως δεν μπορούσε να τον παραμονεύση αυτή την πρώτη την ημέρα, που πήρε την πόστα πάνου του. Είναι λοιπόν χωρίς άλλο χωριανός μας, ή κανείς από τα περίχωρα. Όταν επήραν αυτόν, που είχε πρώτα την πόστα, στην φυλακή, είπα πως έκαμεν ο Θεός κρίσι. Μα ύστερ’ από δύο ημέραις τον έβγαλαν, γιατί ευρέθη, πως, όταν έγεινε το φονικό, εκείνος ήταν στο χωριό μας. Ποιος το ξεύρει; Ίσως κ’ εψευτομαρτύρησαν... Μα τώρα, που ήρθες πια και συ, παιδί μου, μην αφήστε τον αδερφό σας ανεκδίκητο. Μη με βλέπεις έτσι και σιωπάς! Αν δεν είχα παιδιά στον κόσμο, θενάκοφτα τα μαλλιά μου, θενάβαζα ανδρίκια ρούχα, και με το τουφέκι στον ώμο θενά κυνηγούσα τα ιχνάρια του φονιά, ως που να κδικήσω τον νεκρό μου. Ο κήπος όπου έπαιζαν παιδιά είναι τώρα γεμάτος λουλούδια.
Παρά την ετέραν του οίκου μας πλευράν ήτον ανοικτή η θύρα του κήπου. Εν τω κήπω τούτω ακμάζει ακόμη μία μηλέα, υπό την σκιάν της οποίας τόσον ευτυχείς συνεπαίζομεν άλλοτε, εγώ και οι αδελφοί μου. Αλλ’ αι ηχηραί εκείναι φωναί, οι παιδικοί μας γέλωτες δεν ακούονται πλέον εκεί. Αιωνία σιγή βασιλεύει υπ’ αυτήν, και λευκός λίθινος σταυρός, προ του οποίου καίει ακοίμητος λύχνος, μαρτυρεί την ιερότητα του τόπου. Εκεί κείται τεθαμμένος ο πολύκλαυστος αδελφός μου. Εκεί διηύθυνα δακρυρροών τα βήματά μου. Τα λαμπρότερα ρόδα, τα εκλεκτότερα άνθη κοσμούσι το αναπαυτήριον αυτού. Ο κήπος ημών ήτο πολύ ατημέλητος άλλοτε. Τώρα είναι πλήρης ανθέων, τα οποία φαίνονται ως εάν ανέβλυσαν πολυπληθή εκ του τάφου εκείνου και διεχύθησαν ολίγον κατ’ ολίγον μέχρι των απωτάτων γωνιών του κήπου. Περισσότερα αποσπάσματα από το «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου»
Τι λένε οι αναγνώστες
Οι αναγνώστες περιγράφουν την ιστορία ως δυνατή και τραγική, με σοκαριστικό τέλος, και πολλοί επαινούν τη γλαφυρή γλώσσα, το ψυχολογικό βάθος και τις λαογραφικές και κοινωνικές λεπτομέρειες· κάποιοι, όμως, βρίσκουν την καθαρεύουσα δύσκολη ή κουραστική στην αρχή.
Γεώργιος Βιζυηνός.Ο Βιζυηνός έγραψε το διήγημα το 1883, πριν από τον Φρόυντ· συχνά θεωρείται το πρώτο ελληνικό αστυνομικό αφήγημα. Σπούδασε φιλοσοφία και ψυχολογία στη Γερμανία για χρόνια.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Περισσότερα βιβλία — Γεώργιος Βιζυηνός
Ο Μοσκώβ-Σελήμ
Γεώργιος Βιζυηνός, 1895
Ένας περίεργος ταξιδιώτης συναντά σ’ ένα θρακιώτικο λιβάδι έναν Οθωμανό στρατιώτη που συστήνεται ως Μοσκώβ-Σελήμ: πολέμησε τους Ρώσους, αγάπησε μια Ρωσίδα και έζησε μια ζωή δανεική.
Το αμάρτημα της μητρός μου
Γεώργιος Βιζυηνός, 1883
Ένα αγόρι αγρυπνά νύχτες ολόκληρες σε μια εκκλησία για την άρρωστη αδερφή του και τριάντα χρόνια αργότερα μαθαίνει τι εξομολογείται η μάνα του. Μια οικογενειακή ιστορία για την ενοχή, την πίστη και την πεισματική αγάπη.
Το μόνον της ζωής του ταξείδιον
Γεώργιος Βιζυηνός, 1883
Ένα αγόρι επισκέπτεται τον παππού του, που ισχυρίζεται πως ταξίδεψε στα πέρατα του κόσμου. Μια ιστορία για το πού πηγαίνουμε πραγματικά και γιατί μένουμε.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου»;
- Μπορεί να σου αρέσει αν σε ενδιαφέρουν οι οικογενειακές ιστορίες, τα ηθικά διλήμματα και η ψυχολογική ένταση, μαζί με στοιχεία από τη ζωή στη Θράκη. Η καθαρεύουσα και η παλιότερη γλώσσα μπορεί στην αρχή να σε δυσκολέψουν ή να σε κουράσουν.
- Πώς είναι το «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου»;
- Η αφήγηση κινείται μελαγχολικά και ανήσυχα, με ζωντανή γλώσσα που φωτίζει τον πόνο μιας οικογένειας και τα βάρη της μνήμης. Ατμόσφαιρα: θλίψη, μελαγχολία και ανησυχία. Μιλά για την οικογένεια, τον θάνατο και την ηθική.
- Τι να διαβάσω μετά το «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου»;
- Αν σου άρεσε το «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου», δοκίμασε «Η Φόνισσα» (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης), «Ο ζητιάνος» (Ανδρέας Καρκαβίτσας) και «Οιδίπους Τύραννος» (Σοφοκλής).
Μια γεύση από τη ροή
Ένα χέρι κλείνει το στόμα ενός βρέφους και το δωμάτιο σωπαίνει.
Ἡ φωνὴ τοῦ βρέφους ἐπνίγη. Μίαν χεριὰν ἀκόμη ἐχρειάζετο νὰ κάμῃ ἡ Φραγκογιαννού. Μὲ τὴν ἄλλην χεῖρα, τοῦ ἔσφιξε δυνατὰ τὸν λαιμόν… Εἶτα ἐμάζωξε τὸ λεπτὸν πανίον διὰ νὰ τὸ ρίψῃ πάλιν ἐπάνω τῆς στεφάνης. Ἡ χείρ της προσέκοψεν εἰς τὴν σανίδα, κ᾽ ἔκαμε μικρὸν θόρυβον. Ἡ γραῖα, ἥτις δὲν ἐκοιμᾶτο βαρέως, ἐξύπνησεν. Ἀνετινάχθη, ἐσκίρτησεν. Εἶδε τὴν Φραγκογιαννοὺ ν᾽ ἀποσύρῃ τὴν χεῖρά της καὶ ν᾽ ἀποχωρῇ, ἀνεγειρομένη ἐπὶ τῶν γονάτων, ὀπίσω εἰς τὴν θέσιν της.
Η Φόνισσα · Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Μια ζωή μπορεί να μοιάζει ζηλευτή ώσπου να γραφτεί η τελευταία της σελίδα.
Αλλοί σας γενεές θνητών, πως η ζωή σας τίποτε, τίποτε δεν αξίζει! Ποιος τάχα, ποιος θε να ’ν’ αυτός ο ζηλεμένος ο θνητός,που πιότερη ευτυχία φέρει παρ’ όσηνε χρειάζεται ευτυχισμένος να φανή, κι έπειτα στην κακομοιριά να πέση; Τη δική σου πέρνοντας εγώ παράδειγμα την τύχην, δυστυχισμένε Οιδίπου, κανέναν δεν καλοτυχίζω.
Οιδίπους Τύραννος · Σοφοκλής
Ο άντρας βλέπει τη θάλασσα να αγριεύει και φαντάζεται έναν άλλον στην αγκαλιά της γυναίκας που αγαπά.
Κι ωστόσο ο Αντρέας εσυλλογιότουν: «Τι, ένας άλλος, χειρότερος του του την έπαιρνε την κορασιά που αυτός αγαπούσε και που θα τον ευτύχιζε; Ω πόσο του τάραζε αυτή η ιδέα όλα τα σπλάχνα, πόσο τού ’σφιγγε την καρδιά που δυνατά του χτυπούσε στα στήθη!» Κι ο αγέρας εσφύριζε τώρα ανάμεσα στα σκοινιά και στ’ άλμπουρα, και η θάλασσα όλο αγρίευε, σα να ανταριαζόνταν και τα στοιχεία από τη θλίψη του. «Η Ρήνη θα επήγαινε σ’ άλλα χέρια, άλλος θα εμάλαζε το παρθενικό κορμί της, άλλος θα την είχε γυναίκα του, γιατί αυτός ο ίδιος δεν είχε τα χρήματα να ξαγοράσει το πατρικό του το σπίτι και γιατί η κυρά Επιστήμη δεν επειθότουν να δώσει τα περσότερα που του εχρειαζόνταν.»
Η τιμή και το χρήμα · Κωνσταντίνος Θεοτόκης
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή