1.Το μόνον της ζωής του ταξείδιον
Γεώργιος Βιζυηνός, 1883
Κοινά στοιχεία: θαυμασμός και τρυφερότητα. Ένα αγόρι επισκέπτεται τον παππού του, που ισχυρίζεται πως ταξίδεψε στα πέρατα του κόσμου. Μια ιστορία για το πού πηγαίνουμε πραγματικά και γιατί μένουμε.
Τόσα χρόνια πανδρεμμένος, ἐγὼ ἔκαμνα ταὶς ἑτοιμασίαις κ’ ἐκείνη πήγαινε στὸ ταξείδι! Ἔτσι στὸ Ραιδεστό· ἔτσι στὴν Συληβριά· ἔτσι στὴν Μήδεια· ἔτσι παντοῦ. Ἕνα ταξείδι, ψυχή μου, αὐτὸ τὸ μελετοῦσα στὰ κρυφά, τo φύλαγα γιὰ λόγου μου. Καιροὺς καὶ χρόνους ἑμάζευα τὰ «μαδιὰ» καὶ τὰ ἔκρυβα ὅπου κι’ ὅπως εἰμποροῦσα. Σὰν ἑμάζωξα πενήντα χιλιάδες γρόσια, τὸ βάλλω μία μέρα στὸ «κέφι», καὶ φωνάζω τὴν γιαγιά σου — Ὅταν τὸ εἶχα στὸ κέφι δὲν τὴν ἐγιώρταζα πολὺ πολύ·— Τῆς λέγω λοιπόν, ψυχή μου, ἔτσι δὰ μ’ ἀπόφασι: -Χρουσῆ! Ἐβάλθηκα νὰ πάγω σὲ ταξείδι, κύτταξε μὴν εἶναι κανένα πράμμα ἑτοιμόγεννο, ἢ ἄρρωστο, ἢ χρειαζούμενο, καὶ κύτταξε μὴν ἔμβῃ κανένας «μουσαφίρης» στὸ σπίτι γιατί, διές, τοῦ σπάζω τὰ πόδια του! Καὶ ὁ παπποὺς ἔκαμεν ὡς ἐὰν ἐθαύμαζε τὸν ἑαυτόν του πῶς τὰ ἐκατάφερεν. Σὲ ἤθελα, εἶπεν εἶτα πρὸς ἐμέ, νὰ τὴν διης πῶς τὰ ἐχρειάσθηκε! Τσιμουδιὰ δὲν ἔβγαλε! Κ’ ἐγὼ αὐτὸ ἤθελα. 