BookFeed English

Βιβλία σαν το «Ο τυφλοσύρτης»

Αν σου έμεινε το «Ο τυφλοσύρτης», αυτά τα βιβλία έχουν παρόμοια ατμόσφαιρα: νοσταλγία, μνήμη και ελευθερία. Διάβασε ένα απόσπασμα από το καθένα για να δεις ποιο σου ταιριάζει.

Για το «Ο τυφλοσύρτης» · Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

  1. 1.Το μόνον της ζωής του ταξείδιον

    Γεώργιος Βιζυηνός, 1883

    Κοινά στοιχεία: θαυμασμός και τρυφερότητα. Ένα αγόρι επισκέπτεται τον παππού του, που ισχυρίζεται πως ταξίδεψε στα πέρατα του κόσμου. Μια ιστορία για το πού πηγαίνουμε πραγματικά και γιατί μένουμε.

    Τόσα χρόνια πανδρεμμένος, ἐγὼ ἔκαμνα ταὶς ἑτοιμασίαις κ’ ἐκείνη πήγαινε στὸ ταξείδι! Ἔτσι στὸ Ραιδεστό· ἔτσι στὴν Συληβριά· ἔτσι στὴν Μήδεια· ἔτσι παντοῦ. Ἕνα ταξείδι, ψυχή μου, αὐτὸ τὸ μελετοῦσα στὰ κρυφά, τo φύλαγα γιὰ λόγου μου. Καιροὺς καὶ χρόνους ἑμάζευα τὰ «μαδιὰ» καὶ τὰ ἔκρυβα ὅπου κι’ ὅπως εἰμποροῦσα. Σὰν ἑμάζωξα πενήντα χιλιάδες γρόσια, τὸ βάλλω μία μέρα στὸ «κέφι», καὶ φωνάζω τὴν γιαγιά σου — Ὅταν τὸ εἶχα στὸ κέφι δὲν τὴν ἐγιώρταζα πολὺ πολύ·— Τῆς λέγω λοιπόν, ψυχή μου, ἔτσι δὰ μ’ ἀπόφασι: -Χρουσῆ! Ἐβάλθηκα νὰ πάγω σὲ ταξείδι, κύτταξε μὴν εἶναι κανένα πράμμα ἑτοιμόγεννο, ἢ ἄρρωστο, ἢ χρειαζούμενο, καὶ κύτταξε μὴν ἔμβῃ κανένας «μουσαφίρης» στὸ σπίτι γιατί, διές, τοῦ σπάζω τὰ πόδια του! Καὶ ὁ παπποὺς ἔκαμεν ὡς ἐὰν ἐθαύμαζε τὸν ἑαυτόν του πῶς τὰ ἐκατάφερεν. Σὲ ἤθελα, εἶπεν εἶτα πρὸς ἐμέ, νὰ τὴν διης πῶς τὰ ἐχρειάσθηκε! Τσιμουδιὰ δὲν ἔβγαλε! Κ’ ἐγὼ αὐτὸ ἤθελα.
  2. 2.Φυλλάδες του Γεροδήμου

    Αργύρης Εφταλιώτης, 1900

    Κοινά στοιχεία: μνήμη και νοσταλγία. Σκόρπιες σελίδες γεμάτες νοσταλγία, σαρκασμό, τρυφερότητα και γλωσσικό πάθος, που υπερασπίζονται την ψυχή του λαού και τη ζωντανή γλώσσα του.

    — Τρέχα λοιπόν, ίσια στη θάλασσα. Βάρκα δεν έμεινε, έφυγαν όλες και πάνε. Ίσια στο γιαλό, και μας πιάσανε. Σκλάβα θα σε πάρουν, καημένη, κι αλλοίμονό σου! Στο γιαλό, στο γιαλό, κι ο Θεός μαζί μας! Έτσι, γεια σου, στα βαθιά τα νερά. Στάσου μια στιγμή. Το Κωσταντινάτο σου! Πού είναι το Κωσταντινάτο σου; Στα χέρια μου, στα χέρια μου βάλ’ το. Όχι, φίλησε το πρώτα. Δώσ’ μου το τώρα και μένα να το φιλήσω. Η μάνα! Πού να είναι η μάνα! Αχ, την πρόφταξαν την ταλαίπωρη! Βλέπε βλέπε πίσωθέ της να βρει το γέρο, την έπιασαν τα σκυλιά! Δε θα της χαρίσουν τη ζωή της κακόμοιρης! Έννοια σου, μανούλα, κι ερχούμαστε, μη λυπάσαι. Βούτηξε τώρα, Μαριώ μου, αγάπη μου! Βούτηξε και μας σημαδεύουν. Έμπα και συ, χρυσό μου Κωσταντινάτο, και κρύψου στη θάλασσα. Η ώρα σου δεν ήρθε ακόμα. Μα θα ’ρθει, θα ’ρθει η ώρα σου…
  3. 3.Ποιήματα

    Ιωάννης Πολέμης, 1921

    Κοινά στοιχεία: μνήμη και νοσταλγία. Ο Πολέμης γράφει για ν’ ακούγεται: αηδόνια, μαρμαρένιες Καρυάτιδες κι ένα βιολί που γλυκαίνει όσο το τρώει το σαράκι. Διάβασέ το φωναχτά ή σιγανά μέσα στη νύχτα.

    Ό,τι κι αν είχε το ’χασε: γυναίκα, βιός, παιδιά του,τίποτε δε τ’ απόμεινε στερνή παρηγοριά.Πέταξ’ η έννοια από το νου κι η ελπίδα απ’ τη καρδιά τουκι η υπομονή μαρμάρωσε στα στήθη του βαριά.Όπως τα λείψανα περνούν, περνά αργά ο καιρός τουκαι ζει, δίχως ο δύστυχος να ξέρει το γιατί.Μες στη ταβέρνα ολημερίς με το ποτήρι μπρος τουτου κάκου κει κι ανώφελα τη λησμονιά ζητεί.«Καταραμένε κάπελα και κλέφτη ταβερνιάρη,τι το νερώνεις το κρασί και πίνω απ’ το ξανθόκαι πίνω κι απ’ το κόκκινο κι από το γιοματάρικι από το σώσμα το τραχύ, πίνω και δε μεθώ;Δεν ήρθα για ξεφάντωμα μήτε για πανηγύρι,ήρθα να βρω τη λησμονιά στο θάνατο κοντά...»
  4. 4.Διηγήματα

    Παύλος Νιρβάνας, 1930

    Κοινά στοιχεία: νοσταλγία και μνήμη. Διηγήματα για προδομένους εραστές, πληγωμένα σπουργίτια και σπίτια που ζουν περισσότερο από τους ανθρώπους τους, γραμμένα από έναν γιατρό που παρατηρούσε τους ανθρώπους και τους συγχωρούσε γελώντας.

    Ο καημένος ο ζητιάνος δεν ήθελε να το πιστέψει: «Μήπως έκανες λάθος, παιδάκι μου; Για ρώτησε τους γονιούς σου. Δεν έχω όρεξη να με παίρνουν στις αστυνομίες για κλέφτη, μέρα που είναι». Του εξήγησα με τι τρόπο είχαμε μοιρασθεί το φλουρί της βασιλόπιτας. Ο γέρος έτρεμε τώρα περισσότερο. Μα έτρεμε από τη χαρά του. Σήκωσε ψηλά τ’ αρρωστημένα του μάτια και είπε: «Ο Θεός είναι μεγάλος. Να ζήσεις, παιδάκι μου, να σε χαίρονται οι γονείς σου. Και ο Θεός να σ’ αξιώσει να ’χεις πάντα όλα τα καλά, να τα μοιράζεις με τους φτωχούς και τους αδικημένους. Την ευχή μου να ’χεις». Μου ’δωσε την ευχή του, σήκωσε πάλι ψηλά, κατά τον ουρανό τα αρρωστημένα του μάτια και κατέβηκε, με το ραβδί του, τη σκάλα. Έτσι τέλειωσε η ιστορία του φλουριού της βασιλόπιτας εκείνη τη χρονιά. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια.
  5. 5.Συλλογές

    Κωστής Παλαμάς, 1886

    Κοινά στοιχεία: νοσταλγία και μνήμη. Ο μεγάλος λαϊκός ποιητής της νεότερης Ελλάδας: μπαλάντες, θρύλοι νησιών και μικρά μοιρολόγια, στη γλώσσα που μιλούσε ο κόσμος. Ένα φθινόπωρο, ένας καθρέφτης, μια γιαγιά που κρατά τα ρούχα του γάμου της.

    Θυμούμαι τη λαχταριστήν ημέρα μας· τους τοίχουςγεμάτους χάρτες, ζωγραφιές, και γνωμικά και στίχους.Και δάφνες και μυρτιές παντού ριγμένες άνω κάτου,το λόγο του δασκάλου μας με τα ελληνικά του,και των μητέρων τις ματιές και των παιδιών την έννοιακαι το Δεσπότη σοβαρό με τ’ άσπρα του τα γένιαμε το βραβείο το χρυσό να με βραβεύει εμένα,και να το παίρνω τρέμοντας με μάγουλ’ αναμμένα.Τότε —μου φαίνετ’ η στιγμή αυτή πως είναι τώρα—εκέρωσε η μονάκριβη μικρούλα η ασπροφόρα,κι εξέφυγε απ’ τα μάτια της ένα μεγάλο δάκρυ.Από το πλάι μου γοργά τραβήχθη σε μιαν άκρη,και κρύβοντας στα χέρια της σφιχτά το πρόσωπό τηςπικρόκλαιγε κι επνίγονταν στη ζήλια η αθωότης.
  6. 6.Από την εφημερίδα «Ρωμηός»

    Γεώργιος Σουρής, 1880

    Κοινά στοιχεία: θαυμασμός και μνήμη. Ο μεγάλος σατιρικός της παλιάς Αθήνας, ο Ρωμηός, σατιρίζει βασιλιάδες, δεσποτάδες και πολιτικούς με στίχους γραμμένους το πρωί που θα διαβαστούν.

    Ἤμεθα τότε μιὰ εὔθυμη συντροφιὰ νέων εἰς τὰ Χανιά, ποῦ εἴχαμε κοινὴν τὴν ἀγάπην πρὸς τὴν ἱππασίαν. Εἰς τὴν εἴσοδον τῆς πόλεως ἕνας Τοῦρκος, ὁ Τζανερῖκος, ἔδιδεν ἄλογα μὲ νοῖκι. Ἐπαίρναμε ἀπὸ ἕνα κ’ ἐτραβούσαμε στὰ περίχωρα. Τί ὑπέφεραν ἐκεῖνα τὰ ἄλογα ἀπὸ τὴ νεανική μας τρέλα δὲν περιγράφεται. Ἐτρέχαμε σὰ δαιμονισμένοι καὶ τ’ ἀναγκάζαμε νὰ ὑπερπηδοῦν κάθε ἐμπόδιο ποῦ συναντούσαμε, εἴτε τοῖχος ἦτο, εἴτε χαντάκι. Μάλιστα ἅμα μεθούσαμε, δὲν εἴχαμε πειὰ κανένα οἶκτον δι’ αὐτὰ τὰ ζῶα. Τὰ σπιρούνια ἐχώνοντο βαθειὰ στὰ πλευρά των καὶ ἡ βίτσες αὐλάκωναν τὸ δέρμα των. Καὶ ἐμεθούσαμε τακτικὰ εἰς τὶς ἐκδρομὲς ἐκεῖνες. Σὲ κάθε χωριὸ ποῦ περνούσαμε βρίσκαμε ταβέρνες ἢ φίλους ποὺ μᾶς ἔπαιρναν στὰ σπίτια των· καὶ τὸ βράδυ ὅταν ἐφθάναμε στὴ Σούδα, εἴμεθα Ροῦσσοι μεθυσμένοι. Καὶ καμμιὰ φορά, ὅπως ἦσαν ἀφρισμένα τἄλογα, τ’ ἀναγκάζαμε νὰ προχωρήσουν στὴ θάλασσα κ’ ἐκάναμε τὰ λουτρὰ τῶν Κενταύρων, ὅπως ἐλέγαμε τὸ ἔφιππον ἐκεῖνο κολύμπημα.
  7. 7.Παραμύθια Δανικά, εκ των του Ανδερσεν

    Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, 1835

    Κοινά στοιχεία: ελευθερία και θαυμασμός. Ένα ασχημόπαπο, ένας ματαιόδοξος βασιλιάς κι ένας μονόποδος στρατιώτης που ερωτεύεται μια χορεύτρια. Τα παραμύθια του Άντερσεν, γυμνά και αληθινά.

  8. 8.Ποιήματα

    Τέλλος Άγρας, 1940

    Κοινά στοιχεία: τρυφερότητα και χρόνος. Ποιήματα για λιμάνια, βροχερές γειτονιές και δρομάκια που δεν οδηγούν πουθενά: η λεπτή, τραγουδιστή φωνή ενός δασκάλου που αγάπησε τη χαρά των άλλων πιο πολύ από τη δική του. Διάβασέ τα για τη μουσική τους και για την εποχή τους: πίσω από τους στίχους ακούγονται η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη του μεσοπολέμου. Εδώ η ποίηση γίνεται μικρή, ζεστή συντροφιά: ένα πουλί σε κλαδί, νοτισμένο χώμα, φεγγάρι πάνω από σοκάκι. Ένα εισιτήριο για μια φωνή που ακόμα διαβάζεται λιγότερο απ’ όσο της αξίζει.

  9. 9.Ζωή

    Γεράσιμος Μαρκοράς, 1898

    Κοινά στοιχεία: μνήμη και νοσταλγία. Ο Επτανήσιος ποιητής κάνει τα πουλιά, το πέλαγος, τη μάνα και τη χαμένη νιότη να τραγουδούν σε στίχους που μυρίζουν ακόμη θάλασσα.

  10. 10.Τετράδιον Ε'

    Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, 1847

    Κοινά στοιχεία: μνήμη και χρόνος. Ο Λευκαδίτης ποιητής που τραγούδησε τους κλέφτες, τον πνιγμένο Πατριάρχη και τα χαλάσματα της Ολυμπίας — στίχοι που κάνουν την ιστορία καιρό, αίμα και μάρμαρο.

  11. 11.Αι εξοχαί των Αθηνών

    Εμμανουήλ Ροΐδης, 1896

    Κοινά στοιχεία: νοσταλγία και μνήμη. Ένας οξυδερκής περιηγητής διασχίζει τα ξεχασμένα προάστια της Αθήνας τη δεκαετία του 1890 και θρηνεί για τα ρυάκια και τα δέντρα που η πρόοδος έθαψε κάτω από τη σκόνη.

  12. 12.Ποιήματα

    Κωνσταντίνος Καβάφης, 1937

    Κοινά στοιχεία: χρόνος και μνήμη. Ένας Αλεξανδρινός υπάλληλος κάνει την ελληνική ιστορία καθρέφτη για όποιον έχει αποτύχει ή σκέφτεται να τα παρατήσει. Ένα ποίημα κάθε βράδυ και σου μένει.

Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.

Άνοιξε το BookFeed

Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.