1.Θάνατος Παλληκαριού
Κωστής Παλαμάς, 1904
Κοινά στοιχεία: θλίψη και δέος. Σ' ένα παραθαλάσσιο χωριό, ένας νέος ναυτικός είναι το καμάρι όλων· ένας τραυματισμός δοκιμάζει όσα θαυμάζουν οι άλλοι πάνω του.
Ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας κ’ η Ταρία Ταρέλα, στοιχημάτιζαν με τάλλα τα παιδιά πως ήταν αντρειωμένος, πως γεννήθηκε με ουρά· την είδαν, έλεγαν. Αντρειωμένος ήταν· τον κίνδυνο δεν τον συνερίζονταν, την αρρώστια δεν την λαχτάριζε, το Χάρο δεν τον έτρεμεν. Ένας μόνο στοχασμός του έκοβε τα ήπατα, του πάγωνε το αίμα, τον εμαρμάρωνε. Δεν ήθελε να μείνη σημαδεμένος. Του ποδαριού του το χτύπημα του κόστιζε πιώτερο από κάθε συμφορά. Κάλλιο νάχανε βιος, κάλλιο να τον εύρισκαν χίλιων λογιών αρρώστιες, παρά ναπομείνη σημειωμένος. Καλήτερα ο θάνατος. Αν είναι να γιατρευτή, να γιατρευτή χωρίς να ταπομείνη σημάδι. Κι αν είναι να σηκωθή από το κρεββάτι, να μη σηκωθή στραβοπόδης· όλα κι όλα! Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, χωρίς καλά καλά να το νοιώθη, μονάχα ένα θεόν ελάτρευε: την Εμορφιά, την άγια την Εμορφιά της λεβεντιάς και της υγείας, πόχει εκκλησιά της το κορμί. 
