Αυτόχειρ
Μιχαήλ Μητσάκης (1868–1916), 1896
A stranger shoots himself in a Patras hotel. A passer-by walks the simmering town at night, and the night turns the suicide into a mirror. A night walk through gaslit Patras, melancholy and lyrical, with a quiet unease and a stranger’s death always nearby.
Feels like melancholy, unease and curiosity. About death, solitude and adventure.
Who it’s for
You may like it if you enjoy inward, atmospheric stories that turn a town at night into a mirror for solitude. The 1896 Greek prose is old and unhurried, so the five-word note and the long night walk may demand patience with archaic phrasing.
Why read it
It gives you a short, moody look at urban loneliness from an early chronicler of modern Greek city life, and its mirroring night still feels immediate.
Pages from the book
A suicide note of five polite, perfectly spelled words.
Και ο νέος αστυνόμος, έβγαλε το πορτοφόλι του, το άνοιξε, ετράβηξε ένα χαρτάκι, διπλωμένο εις τα δύο, άπλωσε το χέρι του από πάν’ από τα πιάτα, και μου τώδωκε για να το διαβάσω. Ήτον το μισό κομμάτι μισής κόλλας του χαρτιού εκείνου του ταχυδρομείου, που μεταχειρίζονται συνήθως εις της επαρχίες, του ριγωμένου κατά πλάτος, με τα πράσινα ριγώματα, ζαρωμένο αρκετά, τσαλακωμένο, μ’ ορατά τα ίχνη δαχτυλιών, ως να επέρασε από διαφόρους χείρας, άγραφο όλο, και μονάχα εις την μίαν των γραμμών, την πρώτην, διεκρίνοντο, λεπτά-λεπτά γραμμένες, με μικρότατα ψηφία, πέντε λέξεις: «Αυτοκτονώ. Ας μην ενοχληθή κανείς». Και από κάτω το όνομα της πόλεως, η ημερομηνία και το έτος, και ολίγο παραπέρα, η υπογραφή του αυτοκτόνου. Τίποτ’ άλλο. A hotel with one candle burning in a third-floor window, and everyone asleep.
Εσταμάτησα δύο-τρεις που ηύρα μπρος μου, ερωτών αυτούς πού έγινε η αυτοκτονία• διότι ήμουν περίεργος να ιδώ τι όψιν καν θα είχε το ξενοδοχείον, όπου έγινε το πράγμα• μα κανείς δεν ήξερε να μου απαντήση. Τέλος πάντων, ένας οπού εκάθετο απέξω από κάποιον μικροκαφφενέν, μου έδειξε το σπήτι, απ’ τα πρώτα της γραμμής, εκείπου, οπίσω και ολίγο δώθε από το τελωνείον. Και πλησιάσας, εκύτταξα προς αυτό προσεκτικά, εξετάζων την όλην θέαν του. Υψηλόν, αφώτιστον, σιγών, εγείρετο, ωσάν άψυχον εν τη σκιά. Κανένας δεν εστέκετο προ αυτού, κανένας δεν εφαίνετο κινούμενος μέσα εις αυτό. Ήρεμον, και άφωνον, και σκοτεινόν, ωρθοστατούσεν επί της θέσεώς του, απαθώς αποβλέπον προς την οδόν. Μόνον, οι φανοί της εισόδου του, έκαιαν, με ασθενές φως, και μόνον, εις ένα εκ των παραθύρων του, επάνω, εις το τρίτο πάτωμα, απομέσ’ από το τζάμι, διεκρίνετο, τρεμολάμπον, ένα κερί. The dead man's one polite request sends the narrator into an argument with the whole world.
Ας μην ενοχληθή κανείς! Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δι’ όσους η χειρ του Θανάτου σημειόνει με την μαύρην σφραγίδα της! Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δι’ όσους η αρπάγη του Πάθους, της Νόσου ή της Ανάγκης σκορπίζει εις τα τετραπέρατα του ορίζοντος, αγέλην οικτρών σφαγίων! Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δια τους δυστυχείς ή τους ανοήτους, όσοι κατατρεγμένοι από την Μοίραν των ή καββαλικεμένοι από την Χίμαιράν των δεν επρόφθασαν να σκεφθούν πώς έμελλαν ν’ αποθάνουν! Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγενίαν του ο άγνωστος αυτός ξένος, ο οποίος ήρθε χθες μία νύχτα για να κοιμηθή σήμερα τον τελευταίον του ύπνον εις ένα ξενοδοχείον; Μιχαήλ Μητσάκης.Michail Mitsakis, the first Greek novelist of modern urban life, wrote in the 1880s–90s, translated Maupassant, and died of syphilis in a psychiatric hospital — his Byronic suicide narrative appeared in 1896. Sanitized version: Mitsakis, translator of Maupassant, chronicled the Patras of gaslight and currant warehouses. He died young, after a life of literary struggle and illness. His prose influenced later Greek modernists.
Books that feel like this
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Αυτόχειρ for me?
- You may like it if you enjoy inward, atmospheric stories that turn a town at night into a mirror for solitude. The 1896 Greek prose is old and unhurried, so the five-word note and the long night walk may demand patience with archaic phrasing.
- What is Αυτόχειρ like?
- A night walk through gaslit Patras, melancholy and lyrical, with a quiet unease and a stranger’s death always nearby. Feels like melancholy, unease and curiosity. About death, solitude and adventure.
- What should I read after Αυτόχειρ?
- If you liked Αυτόχειρ, try Ποιητικές συλλογές (Κώστας Καρυωτάκης), Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα (Κωνσταντίνος Θεοτόκης) and Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου (Γεώργιος Βιζυηνός).
A taste of the feed
On being a broken guitar, a snapped antenna, a set of unfocused senses.
Εἴμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες. Ὁ ἄνεμος, ὅταν περνάει, στίχους, ἤχους παράφωνους ξυπνάει στὶς χορδὲς ποὺ κρέμονται σὰν καδένες. Εἴμαστε κάτι ἀπίστευτες ἀντέννες. Ὑψώνονται σὰ δάχτυλα στὰ χάη, στὴν κορυφή τους τἄπειρο ἀντηχάει, μὰ γρήγορα θὰ πέσουνε σπασμένες. Εἴμαστε κάτι διάχυτες αἰσθήσεις, χωρὶς ἐλπίδα νὰ συγκεντρωθοῦμε. Στὰ νεῦρα μας μπερδεύεται ὅλη ἡ φύσις. Στὸ σῶμα, στὴν ἐνθύμηση πονοῦμε. Μᾶς διώχνουνε τὰ πράγματα, κ’ ἡ ποίησις εἶναι τὸ καταφύγιο ποὺ φθονοῦμε.
Ποιητικές συλλογές · Κώστας Καρυωτάκης
Why a station the moment the train has gone is the loneliest place there is.
Τι θλιβερό πράμμα ο Σταθμός, που μόλις νάχη φύγει το τραίνο. Ούτε στιγμή, μολίς που εδώ στις ράγιες του βαριά σταματημένο και πηγαινοέρχονταν γοργά, ανίδεα γελώντας ταξειδιώτες. Κι’ όσοι που μείνανε κι’ αυτοί δεν έχουνε την όψη τους σαν τότες. Η άδεια θέση κ’ η σιωπή μεσ’ στο Σταθμό που τούφυγε το τραίνο. Κι’ αυτοί που μείνανε σκορπούν κ’ έχουν το βήμα το αποφασισμένο όσων τη μοίρα ακολουθούν.
Ανέκδοτα ποιήματα · Μαρία Πολυδούρη
What a week of disappearing does to the person who loves you.
Poor Wakefield! little knowest thou thine own insignificance in this great world. No mortal eye but mine has traced thee. Go quietly to thy bed, foolish man, and on the morrow, if thou wilt be wise, get thee home to good Mrs. Wakefield and tell her the truth. Remove not thyself even for a little week from thy place in her chaste bosom. Were she for a single moment to deem thee dead or lost or lastingly divided from her, thou wouldst be woefully conscious of a change in thy true wife for ever after. It is perilous to make a chasm in human affections—not that they gape so long and wide, but so quickly close again.
Twice-told tales · Nathaniel Hawthorne
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed
