BookFeed Ελληνικά

Books like Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου

If Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου stayed with you, these share its feel: war, love and wonder. Each comes with a real page, so you can tell in a minute.

About Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου · Πηνελόπη Δέλτα

  1. 1.Μετάφραση της Ιλιάδας στα Νέα Ελληνικά

    Αλέξανδρος Πάλλης, 1904

    Also war and dread. A radical 1904 rendering of the Iliad into everyday Greek, full of sea-salt, market speech and sudden tenderness. Read it to hear Homer the way a fisherman might.

    Τότε έτσι εκείνος κοίταξε σωπώντας το παιδί τουμε θλιβερό χαμόγελο· κι’ η όμορφη Αντρομάχηήρθε κλαμένη, τούπιασε σφιχτά το χέρι κι’ είπε« Καημένε, αχ το φιλότιμο θα σ’ αφανίσει. Πες μου,» τ’ αθώο αφτό δεν το πονάς, δε λυπάσαι εμένα» που μάβρη χήρα κι’ έρημη σε λίγο θα μ’ αφήκεις ;» Τι γρήγορα όλοι οι Δαναοί θα τρέξουν να σε σφάξουν.» Μα αν είναι να σε στερηθώ, καλύτερα για μένα» να με σκεπάσει η μάβρη Γης! Γιατί άλλο πια αντιστύλι» δε θα μου μείνει, μόν καημοί, τα μάτια σα σφαλίσεις.» Μηγάρ πατέρα εγώ ’χω πια ή τη γλυκιά μου μάννα ;
  2. 2.Στο Χριστό στο Κάστρο

    Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1892

    Also wonder and love. A priest vows to hold Christmas liturgy in a ruined cliff-top church. To keep it, he must cross a winter sea with his parish.

    Εὐτυχῶς δέν ἐχιόνιζεν, ἀλλ’ ὁ ἄνεμος ἦτο παγερός. Αἴθριος ὁ οὐρανός, σαρωμένος ἀπό τόν βορρᾶν. Ἡ σελήνη ἦτο εἰς τό πρῶτον τέταρτον, καί εἶχε δύσει πρό πολλοῦ. Τά ἄστρα ἔτρεμαν εἰς τό στερέωμα, ἡ πούλια ἐμεσουράνει, ὁ γαλαξίας ἔζωνε τόν οὐρανόν. Ὁ πῆχυς καί ἡ ἄρκτος καί ὁ ἀστήρ τοῦ πόλου ἔλαμπαν μέ βαθεῖαν λάμψιν ἐκεῖ ἐπάνω. Ἡ θάλασσα ἔφρισσεν ὑπό τήν πνοήν τοῦ βορρᾶ, καί ἠκούοντο τά κύματα πλήττοντα μετά ρόχθου τήν ἀκτήν, εἰς ἣν μελαγχολικῶς ἀπήντα ὁ φλοῖσβος τοῦ ὕδατος περί τήν πρῷραν τῆς μεγάλης καί δυνατῆς βάρκας.
  3. 3.Μεταφράσεις

    Ηλίας Βουτιερίδης, 1940

    Also wonder and war. Greek verse translations of poems, hymns and dithyrambs from Sappho to the Greek Anthology, in a Greek poet's turning of ancient voices into his own language.

    Πῶλε Θρηικίη, τί δή μελοξὸν ὄμμασι βλέπουσανηλέως φεύγεις, δοκεῖς δέμ’ οὐδὲν εἰδέναι σοφόν;ἴσθι τοι, καλῶς μὲν ἄν τοιτὸν χαλινὸν ἐμβάλοιμι,ἡνίας δ’ ἔχων στρέφοιμίσ’ ἀμφὶ τέρματα δρόμου•νῦν δὲ λειμῶνάς τε βόσκεαικοῦφά τε σκιρτῶσα παίζεις,δεξιὸν γὰρ ἱπποπείρηνοὐκ ἔχεις ἐπεμβάτην.
  4. 4.Ο Βασιλιάς Ανήλιαγος

    Ιωάννης Πολέμης, 1909

    Also love. A prince raised in total darkness, a kingdom of night, and a love that can only exist before sunrise. A verse drama about daylight as both promise and danger.

    Ήλιε, χρυσέ μου θάνατε ! τόσο ώμορφο ποτέ μουδεν σ’ εφαντάστηκα, ποτέ! Λάφυρο του πολέμουτου χάους με τη θεία βουλή, δείχνεις τη νίκη εκείνηςκαι στη λαχτάρα της ζωής ζωή απ’ το φως σου δίνειςκαι μέσ’ από τη λάμψι σου σκορπάς το χρώμα. Τώδατο χρώμα που ελαχτάριζα. Του κήπου όλα τα ρόδα,ωραία τα ρόδα κι’ ώμορφα κι’ οι κρίνοι ωραίοι, ωραίοικ’ η χλόη ωραία και το νερό που μέσ’ τ’ αυλάκι ρέει,ωραία κ’ η γη κι’ ο ουρανός και τα βουνά κ’ οι κάμποι,μα απ’ όλα πειο ώμορφος εσύ ! Το πρόσωπό σου λάμπειτόσο, που μάτια δεν βαστούν να το κυττάζουν!...
  5. 5.Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά

    Nikos Kazantzakis, 1946

    Also wonder. A bookish man and a wild workman try to run a Cretan mine; one of them knows how to live.

    Look, one day I had gone to a little village. An old grandfather of ninety was busy planting an almond tree. ‘What, grandfather!’ I exclaimed. ‘Planting an almond tree?’ And he, bent as he was, turned around and said: ‘My son, I carry on as if I should never die.’ I replied: ‘And I carry on as if I was going to die any minute.’Which of us was right, boss?
    Excerpt from Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Nikos Kazantzakis, Faber & Faber Ltd 1946. Quoted for discovery. Source Rights & removals
  6. 6.Μαζώχτρα

    Αργύρης Εφταλιώτης, 1900

    Also love and dread. A Cretan girl is caught loving the wrong man. A village turns its gossip into a weapon, and an older story of blood and honour begins to breathe.

    Δεν άργησε να ζυγώσει τα δάση της σύδεντρης εκείνης κοιλάδας. Κοντοστέκεται, ρίχνει περίγυρα σιγανή ματιά, και διαλέγει πηχτόκλαδη και πλατύσκιωτη καστανιά. Εκεί από κάτω καθίζει, και γεύεται τ’ απλοϊκό της φαγί. Άψε σβήσε το γιόμα της. Λες κι ήτανε πουλί και τσίμπησε μερικά ψίχουλα. Ξαναδένει στο μεσάλι ό,τι απόμεινε, και τηράει πάλε γύρω με μάτια σα νυσταγμένα, ορθάνοιχτα όμως και γαλήνη γεμάτα· θάλασσα σωστή, όσο θέλεις βαθιά, μα αυτή την ώρα ατάραγη κι ακυμάτιστη. Δε βλέπει ψυχή πουθενά! Της ήρθε όρεξη να πλαγιάσει απάνω σε μερικά, κιτρινόφυλλα που θάρρειες πρόλαβαν και πέσανε, να της δώσουνε στρώμα πιο ταιριαστό. Τα πιότερα φύλλα γλυκόπαιζαν ακόμα το ’να με τ’ άλλο απάνω στους κλώνους. Πλάγιασε η Ασήμω ανάστηθα και ξένοιαστα, και κοίταζε την ολοπράσινη στέγωσή της, αναγυρισμένα τα δυο της μπράτσα ζερβόδεξα, και τα δάχτυλα μπλεγμένα απάνω στην αναμαλλιασμένη κορφή της.

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.