BookFeed Ελληνικά

Books like Φυλλάδες του Γεροδήμου

If Φυλλάδες του Γεροδήμου stayed with you, these share its feel: memory, nostalgia and identity. Each comes with a real page, so you can tell in a minute.

About Φυλλάδες του Γεροδήμου · Αργύρης Εφταλιώτης

  1. 1.Ανέκδοτα

    Κωνσταντίνος Καβάφης, 1968

    Also memory and nostalgia. Cavafy's secret drawer: poems he never published, from chess-game allegories and lost youth to homoerotic confession and the last Greek emperor.

    Την νύκτα, Δέσποτα Χριστέ μου,τον νου και την ψυχή μου φύλαττέ μουσαν γύρω μου αρχινούν και περπατούνεΌντα και Πράγματα που όνομα δεν έχουνκαι τ’ άσαρκα ποδάρια των στην κάμαρή μου τρέχουνκαι κάμνουν στο κρεβάτι μου κύκλο για να με διούνε —και με κοιτάζουν σαν να με γνωρίζουνσαν να καγχάζουν άφωνα που τώρα με φοβίζουν.
  2. 2.Ὁλόγυρα στὴ λίμνη

    Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1910

    Also nostalgia and memory. A man looks back at the lake, the shipyard and the girl he loved at fourteen — and at the friend who was braver than him.

    Ἀλλὰ σύ, φίλε, δὲν προσεῖχες τότε εἰς τὰ τετριμμένα αὐτά, ἀλλ᾿ ἐφθόνεις μᾶλλον τοὺς μικροὺς δεκαετεῖς παῖδας, τοὺς ἀνασηκώνοντας τὴν περισκελίδα ὣς τὸν μηρόν, φέροντας τὰ πέδιλα εἰς τὸ θυλάκιον καὶ θαλασσώνοντας ὑπὲρ τὸ γόνυ εἰς τὸ κῦμα. Ἔβλεπες ἔξαφνα ἕνα τούτων νὰ κύπτῃ νὰ συλλαμβάνῃ μὲ τὴν παλάμην μικρὸν ὀκταπόδιον, νὰ τὸ δαγκάνῃ εἰς τὸν λαιμόν, ν᾿ ἀγωνίζεται ν᾿ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὸν καρπὸν τῆς χειρός του τοὺς μυζητῆρας, νὰ τρέχῃ εἰς τὴν ἄμμον καὶ νὰ τὸ κοπανίζῃ γενναίως εἰς τὸν πρῶτον λίθον τὸν ὁποῖον θὰ εὕρισκε, λείψανον παρασυρθέντος ἀπὸ τὰ κύματα ξηρολιθίνου περιβόλου κήπου ἢ ἐρείπιον πάλαι ποτὲ ὑπαρξάσης προκυμαίας. Καὶ ἡ μήτηρ σου ἡ φιλότεκνος ὄχι μόνον δὲν σοῦ ἐπέτρεπε νὰ τρέχῃς, ὅπως ἄλλοι, ἀνυπόδητος καὶ σύ, ἀλλ᾿ ἀπῄτει νὰ φορῇς καὶ κάλτσες. Ὁποῖα δεσμὰ παιδαγωγικῆς δουλοσύνης!
  3. 3.Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως

    Γεώργιος Βιζυηνός, 1883

    Also memory and wonder. A poet sails from Piraeus hoping for scenery and conversation, and finds a rich Indian Greek who only wants one listener for his verses. A comedy of vanity and misreading, told by a man who cannot stop narrating himself.

    Ὁ γέλως τῆς Μάσιγγας ἐξ αὐτῆς τῆς πρώτης στιγμῆς ἐπροξένησεν εἰς τὴν ἀκοήν μου παραδόξως ἡδεῖαν ἐντύπωσιν. Ποτὲ δὲν ἤκουσα νεάνιδα γελῶσαν τόσον εὐήχως, τόσον ἁρμονικῶς. Ποτὲ δὲν ἐγνώρισα γέλωτα περιέχοντα τόσην ἔκφρασιν, τόσην ρητορικὴν ἀκρίβειαν καὶ ποικιλίαν. Ἡμεῖς οἱ ἄλλοι γελῶμεν, ὡς κράζουσιν αἱ χῆνες, ἀμεταβλήτως σχεδὸν ἐν πάσῃ περιπτώσει. Ἐν τῷ γέλωτι τῆς κόρης ἐκείνης ἠδύνασο νὰ διακρίνῃς ὄχι μόνον τὴν ἑκάστοτε αἰτίαν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅλας τὰς φάσεις τῆς θυμικῆς αὐτῆς καταστάσεως, ἐξ ἧς προήρχετο, ὑφ’ ὧν συνωδεύετο. Θὰ ἔλεγες ὅτι ἐν αὐτῇ τὸ ἔργον τοῦ γελᾷν δὲν ἦτο ἀνατεθειμένον εἰς τὰ σαρκικὰ νεῦρα καὶ τὰς φυσιογνωμικὰς τοῦ σώματος κινήσεις, ἀλλ’ ἐξετελεῖτο ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους παρ’ αὐτῆς τῆς ψυχῆς ἐπὶ τῶν χορδῶν μυστηριώδους ἁρμονικοῦ τινος ὀργάνου, τοῦθ’ ὅπερ ἔκαμνε τὸν γέλωτα τῆς παρθένου νὰ εἶναι ἐκφραστικώτερος, μουσικώτερος, ἀυλώτερος πάσης ἐνάρθρου φωνῆς καὶ λογικῆς γλώσσης.
  4. 4.Διηγήματα

    Παύλος Νιρβάνας, 1930

    Also nostalgia and memory. Stories of insulted lovers, wounded sparrows and houses that outlive their owners, written by a doctor who watched people closely and forgave them laughing.

    Ο καημένος ο ζητιάνος δεν ήθελε να το πιστέψει: «Μήπως έκανες λάθος, παιδάκι μου; Για ρώτησε τους γονιούς σου. Δεν έχω όρεξη να με παίρνουν στις αστυνομίες για κλέφτη, μέρα που είναι». Του εξήγησα με τι τρόπο είχαμε μοιρασθεί το φλουρί της βασιλόπιτας. Ο γέρος έτρεμε τώρα περισσότερο. Μα έτρεμε από τη χαρά του. Σήκωσε ψηλά τ’ αρρωστημένα του μάτια και είπε: «Ο Θεός είναι μεγάλος. Να ζήσεις, παιδάκι μου, να σε χαίρονται οι γονείς σου. Και ο Θεός να σ’ αξιώσει να ’χεις πάντα όλα τα καλά, να τα μοιράζεις με τους φτωχούς και τους αδικημένους. Την ευχή μου να ’χεις». Μου ’δωσε την ευχή του, σήκωσε πάλι ψηλά, κατά τον ουρανό τα αρρωστημένα του μάτια και κατέβηκε, με το ραβδί του, τη σκάλα. Έτσι τέλειωσε η ιστορία του φλουριού της βασιλόπιτας εκείνη τη χρονιά. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια.
  5. 5.Από την εφημερίδα «Ρωμηός»

    Γεώργιος Σουρής, 1880

    Also wonder and memory. The greatest satirical wit of old Athens — the Romios — skewers kings, bishops and politicians in verse written the morning it was read.

    Ἤμεθα τότε μιὰ εὔθυμη συντροφιὰ νέων εἰς τὰ Χανιά, ποῦ εἴχαμε κοινὴν τὴν ἀγάπην πρὸς τὴν ἱππασίαν. Εἰς τὴν εἴσοδον τῆς πόλεως ἕνας Τοῦρκος, ὁ Τζανερῖκος, ἔδιδεν ἄλογα μὲ νοῖκι. Ἐπαίρναμε ἀπὸ ἕνα κ’ ἐτραβούσαμε στὰ περίχωρα. Τί ὑπέφεραν ἐκεῖνα τὰ ἄλογα ἀπὸ τὴ νεανική μας τρέλα δὲν περιγράφεται. Ἐτρέχαμε σὰ δαιμονισμένοι καὶ τ’ ἀναγκάζαμε νὰ ὑπερπηδοῦν κάθε ἐμπόδιο ποῦ συναντούσαμε, εἴτε τοῖχος ἦτο, εἴτε χαντάκι. Μάλιστα ἅμα μεθούσαμε, δὲν εἴχαμε πειὰ κανένα οἶκτον δι’ αὐτὰ τὰ ζῶα. Τὰ σπιρούνια ἐχώνοντο βαθειὰ στὰ πλευρά των καὶ ἡ βίτσες αὐλάκωναν τὸ δέρμα των. Καὶ ἐμεθούσαμε τακτικὰ εἰς τὶς ἐκδρομὲς ἐκεῖνες. Σὲ κάθε χωριὸ ποῦ περνούσαμε βρίσκαμε ταβέρνες ἢ φίλους ποὺ μᾶς ἔπαιρναν στὰ σπίτια των· καὶ τὸ βράδυ ὅταν ἐφθάναμε στὴ Σούδα, εἴμεθα Ροῦσσοι μεθυσμένοι. Καὶ καμμιὰ φορά, ὅπως ἦσαν ἀφρισμένα τἄλογα, τ’ ἀναγκάζαμε νὰ προχωρήσουν στὴ θάλασσα κ’ ἐκάναμε τὰ λουτρὰ τῶν Κενταύρων, ὅπως ἐλέγαμε τὸ ἔφιππον ἐκεῖνο κολύμπημα.
  6. 6.Ποιήματα

    Ιωάννης Πολέμης, 1921

    Also memory and nostalgia. Polemis wrote for recitation and for school benches: nightingales, marble caryatids, and a violinist's fiddle that grows sweeter as the worm eats it. Read aloud or under your breath at midnight and it works.

    Ό,τι κι αν είχε το ’χασε: γυναίκα, βιός, παιδιά του,τίποτε δε τ’ απόμεινε στερνή παρηγοριά.Πέταξ’ η έννοια από το νου κι η ελπίδα απ’ τη καρδιά τουκι η υπομονή μαρμάρωσε στα στήθη του βαριά.Όπως τα λείψανα περνούν, περνά αργά ο καιρός τουκαι ζει, δίχως ο δύστυχος να ξέρει το γιατί.Μες στη ταβέρνα ολημερίς με το ποτήρι μπρος τουτου κάκου κει κι ανώφελα τη λησμονιά ζητεί.«Καταραμένε κάπελα και κλέφτη ταβερνιάρη,τι το νερώνεις το κρασί και πίνω απ’ το ξανθόκαι πίνω κι απ’ το κόκκινο κι από το γιοματάρικι από το σώσμα το τραχύ, πίνω και δε μεθώ;Δεν ήρθα για ξεφάντωμα μήτε για πανηγύρι,ήρθα να βρω τη λησμονιά στο θάνατο κοντά...»
  7. 7.Συλλογές

    Κωστής Παλαμάς, 1886

    Also nostalgia and memory. The great popular poet of modern Greece: ballads, island legends and small elegies, in the language people actually spoke. Look for the human gesture inside the folk song. At his best there is no one warmer and more exact about the things he loved. Still, some verse is more pastiche than lived experience, but the ambition is real. But the book has real ballads and real feeling, and a warm, generous voice, and Palamaς is a key figure in Greek letters. Read him as a poet who came from the folk tradition. Read him for the ballads and the small elegies. In the end, you get a sense of the poet's world and a few lines to underline. That is the honest case for this book,

  8. 8.Ζωή

    Γεράσιμος Μαρκοράς, 1898

    Also memory and nostalgia. A Greek poet of the Ionian school turns birdsong, sea, mothers and lost youth into tight, singing stanzas — poetry that still has the smell of salt on it.

  9. 9.Αγνή

    Γιάννης Ψυχάρης, 1907

    Also love and memory. A Greek poet in Lausanne cannot stop rehearsing the love he ruined. A novel about memory, self-deception, and the many selves inside one person.

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.