Η οικογένεια διασκεδάζει
Χαράλαμπος Άννινος (1852–1934), 1900
Μια αθηναϊκή οικογένεια μαζεύει 33 δραχμές και πηγαίνει στην όπερα. Ό,τι μπορεί να στραβώσει, στραβώνει, με κωμική απληστία. Η έξοδος μιας οικογένειας στην όπερα γίνεται ζωηρή κωμωδία, με σατιρική φωνή, μικροατυχίες και τρυφερή ματιά στο σπίτι.
Ατμόσφαιρα: νοσταλγία και θαυμασμός. Μιλά για την οικογένεια, το σπίτι και τη φιλοδοξία.
Σε ποιον ταιριάζει
Μπορεί να σου αρέσει αν χαίρεσαι τις οικογενειακές σάτιρες και το χιούμορ που βρίσκει αφορμή στις καθημερινές αναποδιές. Το κείμενο γράφτηκε το 1900 και χρησιμοποιεί παλιότερη, λόγια ελληνική γλώσσα, που μπορεί να θέλει λίγη υπομονή.
Γιατί να το διαβάσεις
Η προσπάθεια της οικογένειας να απολαύσει μια βραδιά στην όπερα προσφέρει κωμική ματιά στις φιλοδοξίες και τις μικρές κοινωνικές περιπέτειες της Αθήνας του καιρού της.
Σελίδες από το βιβλίο
Λεμονόκουπες, λάσπες κι ένα παιδί που εξαφανίζεται στον δρόμο
Ἤρχισαν λοιπὸν τὴν πεζοπορίαν ὑπὸ οἰωνοὺς κακούς, καὶ διὰ τοῦτο τὰ ἐπεισόδια καθ’ ὁδὸν ἦσαν θλιβερά. Μία λεμονόκουπα ριφθεῖσα ὑπὸ μιᾶς μάγκας καθ’ ἑτέρας, ἐπέτυχεν ἀπεναντίας καὶ κατεσπίλωσε τὸ μελιτζανὶ φόρεμα τῆς κυρίας Θεοδώρας, ἥτις ἀφῆκε κραυγήν λεαίνης πληγείσης. Ἐνῷ δὲ ὁ κ. Ζαχαρίας ἔστρεφε τὰ νῶτα διὰ νὰ παρατηρήσῃ, μικρὸς πωλητὴς τοῦ Ἐθνικοῦ Πνεύματος, ἐλαύνων ἀπὸ ρυτῆρος, συνεκρούσθη μετ’ αὐτοῦ, καὶ ἐκ τοῦ τιναγμοῦ ὁ σεβάσμιος πῖλος ἔπεσε κατὰ γῆς, κυλιθεὶς ἐντὸς τοῦ βορβόρου. Ἡ μύτη τῆς δεσποινίδος Οὐρανίας, παρ’ ὀλίγον συνεκρούετο μὲ μίαν ἅμαξαν. Ὁ Μιμῖκος κατὰ πάντα πέντε λεπτὰ ἠφανίζετο καθ’ ὁδόν, ὅπως ἀγοράσῃ ἀχλάδια ἤ κώνους ἀραβοσίτου ὀπτούς, ἡ δὲ οἰκογένεια ἠναγκάζετο νὰ στέκῃ καὶ νὰ τὸν ἀναζητῇ μετὰ φωνῶν· τὴν τρίτην φορὰν μάλιστα οἱ σύζυγοι Παραδαρμένου ἤρχισαν ν’ ἀνησυχοῦν σπουδαίως, διότι ὁ Μιμῖκος δὲν εὑρίσκετο. Ἡ κυρία Θεοδώρα ὠρύετο ὅτι τὸν κατεπλάκωσεν ἅμαξα· ὁ κ. Το βράδυ παραμορφώνει και φωτίζει τα σώματα μιας οικογένειας.
Τέλος, μεθ’ ὅλας τὰς περιπετείας ταύτας, ἡ οἰκογένεια ἀφίκετο σῴα εἰς τὸν κῆπον τοῦ Ἀπόλλωνος. Ἠναγκάσθησαν νὰ περιμείνουν, διότι αἱ θύραι ἦσαν ἔτι κλεισμέναι· καὶ μετέβησαν περιπατοῦντες μέχρι τῆς γεφύρας τοῦ Ἰλισσοῦ. Ὁ κ. Ζαχαρίας ἔδειξεν εἰς τὴν οἰκογένειαν τὸ Στάδιον, ἐξηγήσας ὅτι εἰς τὴν ἀρχαιότητα ἔκειτο ἐκεῖ ἡ ὁδὸς Σταδίου, ἥτις εἶνε σήμερον παρακάτω, καὶ εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ Μιμίκου ἀπήντησεν ὅτι ἐκαλεῖτο οὕτω, διότι καὶ οἱ ἀρχαῖοι συνείθιζον νὰ πίνωσι μισὴ στὰ δύο. Ἀφοῦ περιειργάσθησαν, ἐπέστρεψαν καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸ θέατρον. Σύμπασα ἡ οἰκογένεια εἶχε καταστῆ ἐπιμήκης. Τὸ πρόσωπον τῆς κυρίας Θεοδώρας εἶχε καταβιβασθῆ· ἡ κοιλία τοῦ Μιμίκου εἶχε προεκταθῆ· ἡ μύτη τῆς δεσποινίδος Οὐρανίας εἶχε λάβει διαστάσεις τολμηρὰς ὡς τὸ κωδωνοστάσιον τοῦ Στρασβούργου. Τὸ μόνον πρᾶγμα, ὁποῦ εἶχε βραχυνθῆ, ἦτο τὸ κίτρινον πανταλόνιον τοῦ κ. Ζαχαρίου, φωσφορίζον ὑπὸ τὴν λάμψιν τοῦ φωταερίου. Κάθε οικογένεια έχει τη δική της γεωγραφία, με σταθερά σύνορα.
Ἡ γεωγραφικὴ θέσις τοῦ κ. Παραδαρμένου εἶνε ἡ ἑξῆς περίπου. Περιορίζεται πρὸς βορρᾶν ὑπὸ τοῦ κυλινδρικοῦ πίλου του, ἐνδόξως ἀγωνισθέντος κατὰ ἐννέα χειμώνων, καὶ φέροντος τὰ ἴχνη τῆς ἀνδρείας του, καὶ ὅστις, ἐνῷ ἐγνώρισε πάντας τοὺς δικολάβους τῆς Στερεᾶς καὶ τῆς Πελοποννήσου, οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ σχετισθῇ καὶ μετά τινος ἐπιδιορθωτοῦ πίλων· πρὸς ἀνατολὰς ὑπὸ τῆς συζύγου του κυρίας Θεοδώρας καὶ τοῦ μικροῦ γόνου αὐτῆς Μιμίκου· πρὸς δυσμὰς ὑπὸ τῆς θυγατρός του Οὐρανίας, καὶ πρὸς νότον ὑπὸ τῆς ὑπηρετρίας Βασίλως καὶ τοῦ σκύλου του Μαύρου. Χαράλαμπος Άννινος.Δημοσιογράφος και διευθυντής του σατιρικού «Ασμοδαίος», ο Άννινος έγραψε και το πρώτο ελληνικό βιβλίο για το αυτοκίνητο. Πέθανε το 1934, λίγο μετά τα πρώτα μποτιλιαρίσματα στην Αθήνα.
Βιβλία με παρόμοια αίσθηση
Περισσότερα βιβλία — Χαράλαμπος Άννινος
Αττικαί ημέραι
Χαράλαμπος Άννινος, 1896
Αθηναίοι γραφιάδες, χωριανάλογα και τα σκυλιά της Πόλης αποκτούν τη σαρδόνια και τρυφερή φωνή ενός χρονογράφου της δεκαετίας του 1880 και του 1890.
Πού θα το βρεις
Από κάποιους από αυτούς τους συνδέσμους παίρνουμε μια μικρή προμήθεια, χωρίς επιπλέον κόστος για σένα. Έτσι το BookFeed μένει δωρεάν.
Ερωτήσεις αναγνωστών
- Μου ταιριάζει το «Η οικογένεια διασκεδάζει»;
- Μπορεί να σου αρέσει αν χαίρεσαι τις οικογενειακές σάτιρες και το χιούμορ που βρίσκει αφορμή στις καθημερινές αναποδιές. Το κείμενο γράφτηκε το 1900 και χρησιμοποιεί παλιότερη, λόγια ελληνική γλώσσα, που μπορεί να θέλει λίγη υπομονή.
- Πώς είναι το «Η οικογένεια διασκεδάζει»;
- Η έξοδος μιας οικογένειας στην όπερα γίνεται ζωηρή κωμωδία, με σατιρική φωνή, μικροατυχίες και τρυφερή ματιά στο σπίτι. Ατμόσφαιρα: νοσταλγία και θαυμασμός. Μιλά για την οικογένεια, το σπίτι και τη φιλοδοξία.
- Τι να διαβάσω μετά το «Η οικογένεια διασκεδάζει»;
- Αν σου άρεσε το «Η οικογένεια διασκεδάζει», δοκίμασε «Η εσπερίς του κυρίου Σουσαμάκη» (Άγγελος Βλάχος), «Οι χαλασοχώρηδες» (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης) και «Αρφανούλα» (Αλέξανδρος Μωραϊτίδης).
Μια γεύση από τη ροή
Ένας γάμος σαν τιμολόγιο, με κάθε ελάττωμα καταγεγραμμένο και κοστολογημένο.
Ὁ Κύριος Σουσαμάκης, ὑπάλληλος τοῦ γραφείου ὅπερ διευθύνει ὁ κύριος Παρδαλός, ἐνυμφεύθη πρό τινων μηνῶν, τῇ ἀγαθῇ συμπράξει τοῦ προϊσταμένου του, πλουσίαν τινα νύμφην ἐκ Πατρῶν, ἔχουσαν μὲν ἕνα ὀφθαλμὸν ὀλιγώτερον αὐτοῦ, ἀλλ’ εἰς ἀποζημίωσιν τοῦ ἐλλείποντος ὀφθαλμοῦ δεκαπέντε ἔτη ἡλικίας περισσότερα, καὶ εἰς ἀποζημίωσιν τῶν περισσευόντων δεκαπέντε ἐτῶν τριάκοντα πέντε χιλιάδας δραχμῶν προῖκα.
Η εσπερίς του κυρίου Σουσαμάκη · Άγγελος Βλάχος
Μια τεράστια ροκάνα μπαίνει μπροστά στον πάγκο με τα παιχνίδια για να αναγγείλει τη γιορτή.
Οὕτω λοιπὸν ὁ Σπῦρος τοῦ γέρω−Λαχανᾶ, μὲ τὴν πονηρίαν του καὶ μὲ τὴν φυσικὴν ἀγαθότητα τῆς Ἀρφανούλας τὰ κατάφερε πάλιν· καὶ τὸν εἴδομεν τὴν παραμονὴν τῆς πρωτοχρονιᾶς πρωῒ − πρωΐ, παρὰ τὸ Ἅγιον Βῆμα τῆς Καπνικαρέας, ἐμπρὸς εἰς μίαν τράπεζαν γεμάτην ποικιλώτατα εὐθηνὰ ἀθυρμάτια, στρέφοντα, τῇ συμβουλῇ τοῦ θείου του, μίαν τεραστίαν ροκάναν, κρώζουσαν ἐκεῖ θρηνητικῶς, πρώτην − πρώτην αὐτήν, ὡς τὸ ἐγερτήριον τῆς μεγάλης ἐμπορικῆς ὁδοῦ, τὴν τρελλὴν ἐκείνην ἡμέραν.
Αρφανούλα · Αλέξανδρος Μωραϊτίδης
Πήγε τα δάκρυά του σ’ έναν χημικό για να μάθει από τι ήταν φτιαγμένα.
Μιὰ μέρα ποὺ δὲν εἴξευρα τί διάβολο νὰ κάνω τὰ δάκρυά μου σὲ βαθὺ ἐστράγγισα ποτῆρι καὶ μιὰ καὶ δυὸ στὸν χημικὸ τὰ πῆγα Χρηστομάνο καὶ κάνε μου, παρακαλῶ, τοῦ εἶπα, τὸ χατῆρι νὰ τἀναλύσῃς καὶ νὰ βρῇς πῶς εἶναι καμωμένα, γιὰ νὰ μὴν κλαίω στὸ ἑξῆς κι’ ἐγὼ εἰς τὰ χαμένα. Κι’ ὁ χημικὸς μ’ ἀπάντησε «αὐτά, ξερὸ κεφάλι, δὲν εἶναι ἄλλο τίποτε παρὰ χλωριούχον κάλι».
Ο Φασουλής φιλόσοφος · Γεώργιος Σουρής
Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά
Συνέχισε στη ροή
