BookFeed English

Αποσπάσματα από το «Αττικαί ημέραι»

Σελίδες από το «Αττικαί ημέραι» που στέκονται μόνες τους, διαλεγμένες για το πώς διαβάζονται σήμερα. Το κείμενο ανήκει στο κοινό κτήμα.

Η μικρή πόλη που γίνεται Σιβηρία μόλις πέσει το σκοτάδι.

— Ανεκδιήγητα είνε τα βάσανά μου, εξηκολούθησεν ο Ιερεμιάδης, εις την γωνίαν εκείνην της Σιβηρίας, την οποίαν περιλαμβάνουν αι Αθήναι χωρίς να το γνωρίζουν. Δεν δύναμαι να σοι διηγηθώ ποσάκις συνέτριψα τους πόδας μου επιστρέφων την εσπέραν με βαθύτατον σκότος εις την κατοικίαν μου, ποσάκις συνήψα μάχας εκ του συστάδην με τον άγριον σκύλον του λαχανοπώλου, ποσάκις ετρόμαξα μη εμπέσω εις συμμορίαν λωποδυτών. Μίαν φοράν μάλιστα συνελήφθην και εγώ ως λωποδύτης παρά τινος κλητήρος πλανηθέντος κατ’ εκείνα τα μέρη, όστις μοι εζήτησε σπίρτον διά ν’ ανάψη το σιγάρον του, εγώ δε αφηρημένος του προσέφερα το σπίρτον του καμινέτου, το οποίον είχον αγοράσει προ ολίγου από τον μπακάλην. Μίαν φοράν ολίγον έλειψε να κατασυντριβώ υπό τους τροχούς μιας αμάξης και προς ανταπόδοσιν, αλλά χωρίς να το θέλω, κατεπλάκωσα εγώ μίαν άμαξαν.
— Αττικαί ημέραι, Χαράλαμπος Άννινος (1896)

Όταν έρχεται η ώρα του ενοικίου, το πρόσωπο γίνεται καιρός.

— Η σπιτονοικοκυρά μου. Μη πλανηθής από το όνομα· ουδέποτε έγινε μεγαλυτέρα του ευφημισμού κατάχρησις. Ο Εύξεινος απέναντί της είνε πινάκιον κρέμας και αι Ευμενίδες αδελφαί του Ελέους. Ενώπιον αυτής, καθημένης πάντοτε προ της εισόδου, ως φρούριον εκ σαρκός, είνε ηναγκασμένοι να διέρχωνται πτήσσοντες οι ταλαίπωροι ενοικιασταί της. Από της δευτέρας ημέρας του μηνός περιμένει το ενοίκιο του επιόντος· και ως να είχε σπουδάσει επιμελέστατα την θεωρίαν του Λαβάτερ, παρατηρεί την φυσιογνωμίαν εκάστου και προσπαθεί να εξαγάγη χρησμόν περί της πληρωμής του ενοικίου. Την προτελευταίαν του μηνός το βαρόμετρον της όψεώς της προμηνύει θύελλαν. Την τελευταίαν το πορφυρούν πρόσωπον της κυράς Αγγέλως φεγγοβολεί ως ηφαίστειον· προς την εσπέραν επακολουθεί η έκρηξις και αλλοίμονον εις τον άθλιον εκείνον, όστις τον όρθρον της πρώτης του νέου μηνός ευρέθη υπό την λάβαν της οργής της!
— Αττικαί ημέραι, Χαράλαμπος Άννινος (1896)

Τα άλογα αποφασίζουν να βάλουν όρους πριν καταταγούν.

Χρεμετισμοί επιδοκιμασίας υπεδέχθησαν τους λόγους τούτους και οι πρόκριτοι της ομηγύρεως συνελθόντες ευθύς απεφασίσαμεν να υποβάλωμεν την παρούσαν αναφοράν προς την κυβέρνησιν διά να δηλώσωμεν ότι, αν πρόκειται να πολεμήσωμεν πράγματι, είμεθα έτοιμοι να κατέλθωμεν. Αν πρόκειται όμως να υποβληθώμεν εις κακουχίας χάριν επιδείξεων και παρατάξεων, διά να ποξηρανθή το δέρμα επί των οστών μας ως η σταφίς επί των σπαγοστοιχιών ενός των εφευρετών μιας, των χιλίων μεθόδων της αποξηράνσεως της σταφίδος, αν θα πωληθώμεν εις το Αναβρυτήριον μεταξύ των παλαιών επίπλων, των μαχαιροπηρούνων και των φιλοσοφικών συγγραμμάτων, τότε δεν ερχόμεθα και καλύτερα θα κάμη η κυβέρνησις να προμηθευθή διά μέσου του κ. Μάιφαρτ ίππους εκ των εργοστασίων της Νυρεμβέργης, καταλληλοτέρους από ημάς διά τα μικρά καθώς και διά τα μεγάλα παιγνίδια. Ημείς δεν πωλούμεθα, διότι δεν είμεθα ούτε ψηφοφόροι ούτε δημοσιογράφοι, ούτε ειρηνοδίκαι· δεν στέργομεν δε να υποταχθώμεν εις την βίαν.
— Αττικαί ημέραι, Χαράλαμπος Άννινος (1896)

Τι σου κοστίζει να διαβάζεις κάθε πρωί ειδήσεις για φόνους.

Επικατάρατοι αι εφημερίδες! επικατάρατος ο τύπος! επικατάρατος ο Γουτεμβέργιος, όστις τον εφεύρε! Κατήντησα μανιακός τας ημέρας ταύτας. Δεν ημπορώ ν’ αναγνώσω εφημερίδα, χωρίς ν’ ανεύρω καρατομήσεις καταδίκων, εικόνας καταδίκων, συνεντεύξεις μετά δημίων, περιγραφάς κεφαλών αποτετμημένων, ιστορίας της λαιμητόμου και άλλα πράγματα φρικώδη και αποτρόπαια. Το λογικόν μου εταράχθη εις τοιούτον βαθμόν, ώστε βλέπω αιωνίως εμπρός μου πτώματα ακέφαλα. Νομίζω ότι βλέπω πανταχού αίμα· όλα τα βλέπω κόκκινα. Απήντησα καθ’ οδόν ένα ικτερικόν και μου εφάνη και αυτός κόκκινος!
— Αττικαί ημέραι, Χαράλαμπος Άννινος (1896)

Πώς τρώνε το ίδιο και τα αδύναμα σκυλιά.

Αλλά υπάρχουν κύνες εύσωμοι και κύνες μικροί, κύνες ρωμαλέοι και κύνες ασθενικοί. Οι τελευταίοι δεν τολμούν οι δυστυχείς να πλησιάσουν, αλλ’ αποτελούν δεύτερον κύκλον πέριξ των ισχυροτέρων. Τώρα τι νομίζετε ότι είνε φυσικόν και επακόλουθον; να φάγουν μέχρι κορεσμού οι ισχυρότεροι και να μείνουν νήστεις οι άλλοι. Και όμως απατάσθε· τρώγουν όλοι εξ ίσου και ιδού πώς. Οι ρωμαλεώτεροι τρώγοντες υποβλέπουν αλλήλους, έως ότου παρουσιάζεται μεταξύ του σωρού ογκώδες τι και ορεκτικόν τεμάχιον· την κατοχήν αυτού διαφιλονεικούν δύο ή τρεις, και εις το τέλος συμπλέκονται· αυτήν την ευκαιρίαν αναμένουν οι εν τη δευτέρα γραμμή αποκλεισθέντες, οίτινες ορμούν τότε, αρπάζουν ό,τι δυνηθή έκαστος και τρέπονται δρομαίοι εις φυγήν.
— Αττικαί ημέραι, Χαράλαμπος Άννινος (1896)

Ο άνθρωπος που κοιτάζει στον κατάλογο μόνο τις τιμές.

Είχομεν γνωρισθή, διότι εγευματίζομεν εις το αυτό εστιατόριον. Μας εχώριζε μία τράπεζα και μας συνήνουν η γενναιότης και η εγκαρτέρησις, μεθ’ ής κατηναλίσκομεν τα προϊόντα της μυστηριώδους μαγειρικής του εστιατορίου. Οφείλω όμως να ομολογήσω ότι η γενναιότης του φίλου μου ήτο ασυγκρίτως ηρωικωτέρα της ιδικής μου. Οσάκις ελάμβανεν ανά χείρας τον κατάλογον, δεν έρριπτε το βλέμμα εις την απαρίθμησιν των εδεσμάτων, αλλ’ εις τας αντικρύ εκάστου σημειουμένας τιμάς. Τα ψητά, το μπιφτέκι, οι ιχθύες, η βραστή όρνιθα και τα λοιπά οπωσούν ακριβά φαγητά, ών η τιμή περιστρέφεται περί την δραχμήν, ήσαν δι’ αυτόν το Διαβαλαγιρί της δαπάνης, ύψος δυσθέατον, μέχρι του οποίου δεν ετόλμα ν’ ανέλθη· κατήρχετο λοιπόν ταπεινώς εις το χθαμαλόν πεδίον των 40 ή 50 λεπτών, καταβροχθίζων το περιεχόμενον πινακίων βαθυκοίλων, συνιστάμενον εις τεμάχιον απαλού και γλοιώδους κρέατος πλέοντος εντός λίμνης εμβάμματος κοκκινοβαφούς, ως να είχεν αύτη παρασκευασθή διά μίλτου.
— Αττικαί ημέραι, Χαράλαμπος Άννινος (1896)

Πώς διαλέγει ο σκύλος πού θα κοιμηθεί.

Οι κύριοι της οδού εν Κωνσταντινουπόλει είνε οι κύνες έχοντες δικαιώματα μονίμου κατοχής. Καταλαμβάνουν το πεζοδρόμιον και το δάπεδον των οδών και μένουν ακηδείς, είτε βροχή τους λούει, είτε ο ήλιος τους πυρακτώνει, είτε ο άνεμος τους μαστίζει, είτε η χιών τους περικαλύπτει με παγερόν στρώμα. Οι μάλλον προβλεπτικοί εκλέγουν εν ώρα χειμώνος ως μέρος διαμονής το έδαφος της οδού το κείμενον υπό τους προέχοντας υελοφράκτους εξώστας των οικιών, τους λεγομένους εν Κωνσταντινουπόλει σαχνισί· άλλοι, όταν η χιών είνε παχεία, ορύσσουν διά των ονύχων μικρούς λάκκους και συσπειρούνται εντός αυτών· την πρόνοιαν δε ταύτην ιδίως δεικνύουν αι θήλειαι, εγκυμονούσαι ή αρτίτοκοι, αι έχουσαι να περιθάλψουν πολυμελή και απροστάτευτον οικογένειαν. Οι λοιποί εντελώς αδιαφορούν περί των ατμοσφαιρικών επηρειών, εκ των οποίων μένουν απρόσβλητοι· το πολύ πολύ κατά τας χιονώδεις νύκτας εκλέγουν ως κοίτην το μέσον ακριβώς της οδού, όπου η χιών, ένθεν και ένθεν παρά τους τοίχους συνήθως στοιβαζομένη, είνε ολιγωτέρα.
— Αττικαί ημέραι, Χαράλαμπος Άννινος (1896)

Διάβασε σελίδες από βιβλία σαν αυτό, μία τη φορά

Το BookFeed είναι μια ροή με αποσπάσματα από βιβλία. Μαθαίνει τι σου αρέσει και σε βοηθά να βρεις το επόμενο βιβλίο σου.

Άνοιξε το BookFeed

Δωρεάν, χωρίς εγγραφή.