1.Φωτεινός
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, 1879
Κοινά στοιχεία: μελαγχολία και χρόνος. Ένα ταξίδι μέσα από κυκλικές δοκιμασίες και εύθραυστες στιγμές υπέρβασης. Ένας στοχασμός για το τι μένει όταν όλα τα άλλα διαλύονται.
Καὶ δυὸ σκιάδες πάραυτα ὠρμήσανε κι ἁρπάξαντὰ βόιδια πού ῾ταν στὸ ζυγό. Δυὸ ἄλλοι τὸν ἀδράξανκ᾿ ἐδέσανε τὸ χέρι του στὸ φοβερὸ χερούλιμὲ τὴ σφεντόνα πωὕρανε. Ὕστερα μὲ τὴ σκούλη,ἀρχίσαν, τοῦ κοντόσπαθου, ἀργὰ νὰ πελεκᾶνετ᾿ ἀντρειωμένα δάχτυλα καὶ νὰ περιγελᾶνε.Ὅλο τ᾿ ἀλέτρι ἐβάφηκε· τὸ μαῦρο τὸ παιδί τουστὸ χῶμα δίπλα ἐμούγκριζε, σὰν νά ῾βγαινε ἡ ψυχή του.K᾿ ἐκειὸς ὁ γέρο δράκοντας χωρὶς οὔτε ν᾿ ἀχνίσῃἐκύτταζε τὸ αἷμα του ποὺ πότιζε σὰ βρύσητὴ γῆ του τὴν ταλαίπωρη, καὶ μέσα στὴν καρδιά τουμὲ μιᾶς ἀστράφτουν τὰ παληὰ τ᾿ ἀνδραγαθήματά του,κ᾿ ἐσπιθοβόλησε στὸ νοῦ χρυσόφτερ᾿ ἡ ἐλπίδαμὲ τὴ δική του ἐκδίκηση νὰ σώσῃ τὴν πατρίδα. 