Ρόδα και μήλα
Γιάννης Ψυχάρης (1854–1929), 1888
A linguistic war fought with wit and bile: why the Greek people's living language deserved to be written, by the man who made it a literary weapon. The prose shifts between passionate linguistic argument and intimate, nostalgic memory, delivered in a sharp, highly stylized voice.
Who it’s for
You may like it if you enjoy intellectual debates wrapped in personal history and a strong sense of cultural identity. However, the archaic spelling and polemical nature may feel demanding for modern readers.
Why read it
This polemic offers a window into the birth of modern Greek literature and the fierce struggle for linguistic freedom.
Pages from the book
A man who has gone blind remembers the taste of unripe berries.
Όλα, όλα τα ξαναβλέπω με μιας. Τα χαρούμενά μου τα νιάτα, τη ζωή μου από παιδί. Κάθουνταν ο παππούς απάνω στο σοφά και μ’ έπαιρνε στη γούνα του μέσα και κρύφτουμουν και γελούσε ο παππούς! Αχ! όλα, όλα τα θυμούμαι. Πόσο μ’ αγαπούσε! Κάτω, εκεί κάτω στον μπαξέ μας, τι πρασινάδα που ήταν! Πήγαινα κι έτρωγα ερίκια. Άγουρα τα διάλεγα και μου άρεζαν. Όχι! κι από το παράθυρο να σκύψω να διω, δεν τα βλέπω πια τα δέντρα και τις πρασινάδες. Είναι νύχτα παντοτεινή για μένα. Αχ! τι καλός, τι ωραίος που είναι ο ήλιος! He tells the islanders of Tinos: if I were the Virgin, I'd have no other work but to heal you.
Τηνιακοί, συλλογισμένα μου παιδιά, ένα λόγο να σας πω. Συμπαθώ πολύ μαζί σας. Μου κακοφαίνεται και μένα που δε σας γιατρέβει κάθε μέρα η Παναγιά. Έμαθα μάλιστα πως μόνο τους ξένους γιατρέβει, και τους ντόπιους τους αφήνει κατά πώς είναι. Μου κακοφαίνεται και τούτο. Παιδιά μου, έναν άλλο λόγο να σας πω. Αν ήμουν Παναγιά, άλλη δουλειά δε θα είχα παρά να σας γιατρέβω. Θα γιάτρεβα μάλιστα όλο τον κόσμο όλη μέρα. Ο κόσμος ο κακόμοιρος πονεί. Δεν πονεί μόνο δυο φορές το χρόνο. Έχει βάσανα δίχως σκόλη. Δε σας βάρεσαν την ψυχή τα δάκρια που χύνει; Εμένα, η δική μου η ψυχή αναστενάζει και την έπνιξαν τα κλάματα του κόσμου. Two scholars fling books at each other over the people's heads.
Φυσικό ήτανε να γίνει το πράμα· έτσι βγαίνει κι ο τύπος ορθός. Οι καβγάδες τότες τι σημαίνουν και τι μας χρησιμέβουνε; Δυο λογιώτατοι, στην έδρα του ο καθένας, πολεμούν ο ένας με τον άλλονα, ποιος θα νικήσει, κι από τη μια έδρα στην άλλη, αψηλά αψηλά στα σύννεφα και μακριά αποπάνω από τα κεφάλια μας, πετούν τα βιβλία που μήτε τα διαβάζει και που μήτε τα είδε ο λαός. Από τα τέτοια τίποτις δε βγαίνει· από τα ρομάντσα, από τους στίχους, από το θέατρο θα φανεί αν είναι άξιο το έθνος να δείξει ποίηση και φαντασία, να κάμει και φιλολογία δική του, - όχι όμως από τας γλωσσικάς παρατηρήσεις! Οι δασκάλοι που κατηγορούν τη γλώσσα του λαού και που μας πουλούν τη δική τους, τι κατάφεραν ίσια με τώρα; Μας έβγαλαν και κανένα βιβλίο που να ’χει μέσα του λίγη ζωή; Χασμουριέσαι μόνο που τ’ ανοίγεις. Γιάννης Ψυχάρης.Psycharis wrote this long polemic from Paris in exile, in demotic Greek with a spelling of his own devising, and it scandalised the Athens literary establishment. Which is still exactly why it reads well. Actually,
Books that feel like this
Η Μηλιά
Εμμανουήλ Ροΐδης, 1894
A poor girl who shares her bread with birds goes to a palace where a king has stopped laughing — a fairy tale written by Greece's wittiest satirist.
Ποιήματα
Ιωάννης Πολέμης, 1921
Polemis wrote for recitation and for school benches: nightingales, marble caryatids, and a violinist's fiddle that grows sweeter as the worm eats it. Read aloud or under your breath at midnight and it works.
Μετάφραση της Ιλιάδας στα Νέα Ελληνικά
Αλέξανδρος Πάλλης, 1904
A radical 1904 rendering of the Iliad into everyday Greek, full of sea-salt, market speech and sudden tenderness. Read it to hear Homer the way a fisherman might.
Ποιήματα
Ζαχαρίας Παπαντωνίου, 1934
A gentle Greek poet of birds, donkeys and old women at the spindle — short poems that notice small lives and say a quiet, unsentimental goodbye to them.
Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη
Ιωάννης Βλαχογιάννης, 1907
A rough soldier of the revolution turns his eye and his pen on the men who took the credit and the salaries, and names them one by one.
Ο δωδεκάλογος του Γύφτου
Κωστής Παλαμάς, 1907
The Gypsy comes to a holidaying city with a lyre and a fiddle, and refuses every throne offered him. Twelve songs on freedom, labour and art.
More by Γιάννης Ψυχάρης
Το ταξίδι μου
Γιάννης Ψυχάρης, 1888
A fiercely playful travel book that turns landscapes, language and encounters into arguments about what Greece could become.
Αγνή
Γιάννης Ψυχάρης, 1907
A Greek poet in Lausanne cannot stop rehearsing the love he ruined. A novel about memory, self-deception, and the many selves inside one person.
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Ρόδα και μήλα for me?
- You may like it if you enjoy intellectual debates wrapped in personal history and a strong sense of cultural identity. However, the archaic spelling and polemical nature may feel demanding for modern readers.
- What is Ρόδα και μήλα like?
- The prose shifts between passionate linguistic argument and intimate, nostalgic memory, delivered in a sharp, highly stylized voice.
- What should I read after Ρόδα και μήλα?
- If you liked Ρόδα και μήλα, try Η Μηλιά (Εμμανουήλ Ροΐδης), Ποιήματα (Ιωάννης Πολέμης) and Μετάφραση της Ιλιάδας στα Νέα Ελληνικά (Αλέξανδρος Πάλλης).
A taste of the feed
A wife tells her husband she would rather die than be left behind.
Τότε έτσι εκείνος κοίταξε σωπώντας το παιδί του με θλιβερό χαμόγελο· κι’ η όμορφη Αντρομάχη ήρθε κλαμένη, τούπιασε σφιχτά το χέρι κι’ είπε « Καημένε, αχ το φιλότιμο θα σ’ αφανίσει. Πες μου, » τ’ αθώο αφτό δεν το πονάς, δε λυπάσαι εμένα » που μάβρη χήρα κι’ έρημη σε λίγο θα μ’ αφήκεις ; » Τι γρήγορα όλοι οι Δαναοί θα τρέξουν να σε σφάξουν. » Μα αν είναι να σε στερηθώ, καλύτερα για μένα » να με σκεπάσει η μάβρη Γης! Γιατί άλλο πια αντιστύλι » δε θα μου μείνει, μόν καημοί, τα μάτια σα σφαλίσεις. » Μηγάρ πατέρα εγώ ’χω πια ή τη γλυκιά μου μάννα ;
Μετάφραση της Ιλιάδας στα Νέα Ελληνικά · Αλέξανδρος Πάλλης
A prayer that asks for nothing, not even to live again.
Κύριε, σὰν ἦρθεν ἡ βραδιά, σοῦ λέω τὴν προσευχή μου. Ἄλλη ψυχὴ δὲν ἔβλαψα στὸν κόσμο ἀπ᾿ τὴ δική μου. Ἐκεῖνοι ποὺ μὲ πλήγωσαν ἦταν ἀγαπημένοι. Τὴν πίκρα μου τὴ βάσταξα. Μοῦ δίνεις καὶ τὴν ξένη. Μ᾿ ἀπαρνηθῆκαν οἱ χαρές. Δὲν τὶς γυρεύω πίσω. Προσμένω τὰ χειρότερα. Εἶν᾿ ἁμαρτία νὰ ἐλπίσω. Σὰν εὐτυχία τὴν ἀγαπῶ τῆς νύχτας τὴ φοβέρα. Στὴν πόρτα μου ἄλλος δὲν χτυπᾷ κανεὶς ἀπ᾿ τὸν ἀγέρα. Δὲν ἔχω δόξα. Εἶν᾿ ἥσυχα τὰ ἔργα ποὺ ἔχω πράξει. Ἄκουσά τη γλυκιὰ βροχή. Τὴ δύση ἔχω κοιτάξει. Ἔδωκα στὰ παιδιὰ χαρές, σὲ σκύλους λίγο χάδι. Ζευγᾶδες καλησπέρισα ποὺ γύριζαν τὸ βράδυ. Τώρα δὲν ἔχω τίποτα νὰ διώξω ἢ νὰ κρατήσω. Δὲν περιμένω ἀνταμοιβή. Πολύ ῾ναι τέτοια ἐλπίδα.
Ποιήματα · Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Inside the walls, the lice and the worms are arguing over the wounded.
Απόξω μαθαίναμεν ότι διαλύθηκαν· τους κυρίεψε ο Μπραΐμης κι’ ο Κιτάγιας. Αυτό μαθαίναμεν από τους Τούρκους· ότι μας κλείσαν στενά. Αφού μπήκε ο Κριτζώτης κι’ ο Μαμούρης, μας ζώσαν ολόγυρα το κάστρο με χαρακώματα κι’ ασκέρια πολλά μέσα ’σ αυτά. Το κάστρο πολεμοφόδια δεν είχε, ούτε άλλον ζαϊρέ όξω από κριθάρι μόνον. Χάθηκε ο ζαϊρές εξ αιτίας της ακαταστασίας των ανόητων. Κι’ αλοιφή και ξανθά δεν είχαμε τελείως. Κι’ όσοι πληγώνονταν πέθαιναν οι περισσότεροι, ότι βρωμούσαν· και μάλλωνε η ψείρα με το σκουλήκι. Τη βρώμα να υπόφερνε ο πληγωμένος, την ψείρα και πόνους ή την πείνα; Κι’ από αυτά πέθαιναν οι περισσότεροι. Εγώ τους έδινα ολίγον ζαϊρέ και κρασί να πλένουν τους γεράδες. Κι’ απολπίστηκαν όλοι.
Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη · Ιωάννης Βλαχογιάννης
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed