BookFeed Ελληνικά

Passages from Ρόδα και μήλα

Pages from Ρόδα και μήλα that stand on their own, chosen for how they read today. The text is in the public domain.

A man who has gone blind remembers the taste of unripe berries.

Όλα, όλα τα ξαναβλέπω με μιας. Τα χαρούμενά μου τα νιάτα, τη ζωή μου από παιδί. Κάθουνταν ο παππούς απάνω στο σοφά και μ’ έπαιρνε στη γούνα του μέσα και κρύφτουμουν και γελούσε ο παππούς! Αχ! όλα, όλα τα θυμούμαι. Πόσο μ’ αγαπούσε! Κάτω, εκεί κάτω στον μπαξέ μας, τι πρασινάδα που ήταν! Πήγαινα κι έτρωγα ερίκια. Άγουρα τα διάλεγα και μου άρεζαν. Όχι! κι από το παράθυρο να σκύψω να διω, δεν τα βλέπω πια τα δέντρα και τις πρασινάδες. Είναι νύχτα παντοτεινή για μένα. Αχ! τι καλός, τι ωραίος που είναι ο ήλιος!
— Ρόδα και μήλα, Γιάννης Ψυχάρης (1888)

He tells the islanders of Tinos: if I were the Virgin, I'd have no other work but to heal you.

Τηνιακοί, συλλογισμένα μου παιδιά, ένα λόγο να σας πω. Συμπαθώ πολύ μαζί σας. Μου κακοφαίνεται και μένα που δε σας γιατρέβει κάθε μέρα η Παναγιά. Έμαθα μάλιστα πως μόνο τους ξένους γιατρέβει, και τους ντόπιους τους αφήνει κατά πώς είναι. Μου κακοφαίνεται και τούτο. Παιδιά μου, έναν άλλο λόγο να σας πω. Αν ήμουν Παναγιά, άλλη δουλειά δε θα είχα παρά να σας γιατρέβω. Θα γιάτρεβα μάλιστα όλο τον κόσμο όλη μέρα. Ο κόσμος ο κακόμοιρος πονεί. Δεν πονεί μόνο δυο φορές το χρόνο. Έχει βάσανα δίχως σκόλη. Δε σας βάρεσαν την ψυχή τα δάκρια που χύνει; Εμένα, η δική μου η ψυχή αναστενάζει και την έπνιξαν τα κλάματα του κόσμου.
— Ρόδα και μήλα, Γιάννης Ψυχάρης (1888)

Two scholars fling books at each other over the people's heads.

Φυσικό ήτανε να γίνει το πράμα· έτσι βγαίνει κι ο τύπος ορθός. Οι καβγάδες τότες τι σημαίνουν και τι μας χρησιμέβουνε; Δυο λογιώτατοι, στην έδρα του ο καθένας, πολεμούν ο ένας με τον άλλονα, ποιος θα νικήσει, κι από τη μια έδρα στην άλλη, αψηλά αψηλά στα σύννεφα και μακριά αποπάνω από τα κεφάλια μας, πετούν τα βιβλία που μήτε τα διαβάζει και που μήτε τα είδε ο λαός. Από τα τέτοια τίποτις δε βγαίνει· από τα ρομάντσα, από τους στίχους, από το θέατρο θα φανεί αν είναι άξιο το έθνος να δείξει ποίηση και φαντασία, να κάμει και φιλολογία δική του, - όχι όμως από τας γλωσσικάς παρατηρήσεις! Οι δασκάλοι που κατηγορούν τη γλώσσα του λαού και που μας πουλούν τη δική τους, τι κατάφεραν ίσια με τώρα; Μας έβγαλαν και κανένα βιβλίο που να ’χει μέσα του λίγη ζωή; Χασμουριέσαι μόνο που τ’ ανοίγεις.
— Ρόδα και μήλα, Γιάννης Ψυχάρης (1888)

The deadliest attacks come sweetly, and you only notice when the glass is empty.

Ας αφήσουμε τα χωρατά. Είναι πολύ σπουδαίο πράμα, είναι όμως και πολύ πιτήδειο, σαν πολεμά κανείς μια ιδέα, να κατηγορήσει πρώτα πρώτα τους αντίπαλούς του απάνω στον πατριωτισμό τους. Φαίνεται μεγάλος πατριώτης ο ίδιος. Έπειτα, είναι ο καλύτερος τρόπος για να τους μισήσει και το πλήθος. Την τέχνη αφτή ο κ. Σωτηριάδης την παίζει στα δάχτυλά του. Κι άσκημα το είπα πως μας χτυπά, πως μας κατηγορεί. Τα λέει ξεναντίας ήσυχα, σοβαρά, τα λέει τόσο γλυκά που μόλις το νοιώθεις· είναι τα λόγια του σα μέλι, μα ίσως και σα φαρμάκι που στάζει στάζει και που σου γιόμισε άξαφνα το ποτήρι, δίχως να το καταλάβεις.
— Ρόδα και μήλα, Γιάννης Ψυχάρης (1888)

They preferred the ancestors' words, and often couldn't understand each other — or themselves.

Οι μικροπολίτες μιλούσανε μια πολύ παράξενη γλώσσα. Συνήθιζαν κάτι λέξες που τις είχαν πρώτα οι πατέρες τους, οι γιγάντοι. Μα όταν έβγαιναν από τα μικρούτσικό τους το στοματάκι φάνταζαν πολύ περίεργα. Με κανέναν τρόπο δεν ήθελαν οι μικροπολίτες να πουν τα πράματα νέττα σκέττα. Ξεσκάλιζαν και κάτι παλιούς τύπους μέσα στα βιβλία και καμάρωναν. Οι μικροπολίτισσες - αχ! τι άσκημα που το λέω! - αι μικροπολίτισσαι - όχι δα! έκαμα πάλε λάθος -αι μικροπολίτιδες λίαν εγοητεύοντο, και την ώρα που τους άκουγαν και κατόπι, που θυμούνταν τα λαμπρούτσικά τους τα λόγια — να το πούμε όπως πρέπει, λίαν εγοητεύοντο και ακούουσαι και ακηκυΐαι. Οι μικροπολίτες έγραφαν και μιλούσαν όλη μέρα. Συχνά δεν καταλάβαινε ο ένας τον άλλονα. Τι τύχη, αλήθεια, που την είχαν! Κάποτες ο μικροπολίτης δεν καταλάβαινε κι ο ίδιος τι έγραφε. Δεν είναι τύχη κι αφτό;
— Ρόδα και μήλα, Γιάννης Ψυχάρης (1888)

He hears his watch break in a dream, and wakes to a count he cannot finish.

«Άξαφνα, στον ύπνο μου μέσα, μου φάνηκε πως το ρολόι μου σπάνει. Δεν τ’ άκουγα πια. Ξύπνησα την ίδια στιγμή κι άρχισα αμέσως να μετρώ. Μετρούσα και στέκουμουν και δεν τολμούσα. Ήταν η ώρα μια το πρωί. Εκεί που κοιμούμουν ήσυχα, δεν ξέρω πώς, μου κατέβηκε μια υποψία, ορμητικά, σαν τ’ αστροπελέκι. Και τώρα, με τα μάτια ανοιχτά, πολεμούσα και δεν μπορούσα να τελειώσω το λογαριασμό μου.
— Ρόδα και μήλα, Γιάννης Ψυχάρης (1888)

The last mountain, wrapped in haze, looks like it might be where the gods sit.

Μ’ άρεσαν όλα και τα καμάρωνα όλα. Αμέ τα βουνά εκείνα της Αττικής, που τα ’βλεπα πρώτη φορά στην Κηφισιά και δεν μπορούσα να τα χορτάσω, πού θα τα χαρούν τα μάτια μου τώρα που φέβγω; Όταν ο ήλιος βασιλέβει, πέρα πέρα, τα βουνάκια ροδοσκοτεινιάζουν αράδα αράδα, το ένα πίσω από τ’ άλλο, λες πως πλαγιάζουνε να κοιμηθούνε· το τελεφταίο το βουνάκι, κάτω κάτω, που φαίνεται μόλις, το ’χει ψιλή καταχνιά κουκουλωμένο και δεν μπορείς να καταλάβεις αν είναι σύννεφο, αν είναι βουνό. Πήγαινε να το διεις και δεν έχεις ανάγκη να διαβάσεις μυθολογία μήτε κανένα βιβλίο που γράφει για τους αρχαίους θεούς. Το βλέπεις κι ανατριχιάζεις. Λες αμέσως πως εκεί, μέσα στο σύννεφο και στην καταχνιά, εκεί θα κάθουνται θεοί.
— Ρόδα και μήλα, Γιάννης Ψυχάρης (1888)

The river is easy to watch. Finding where it rises is the hard part.

Τώρα παρατηρείτε τι σημασία μπορεί να ’χει μια μέρα ένας στίχος του Πρόδρομου ή του Σπανέα. Πολλή ποίηση δεν έχουν, πρέπει να το πούμε παστρικά, μήτε ο ένας μήτε ο άλλος. Μα κι ο προομηρικός στίχος που λέγαμε, είμαι βέβαιος που πολλή ποίηση δε θα είχε. Ας ελπίζουμε που κι ο Πρόδρομος κατόπι, - σαν το στίχο τούτο ή ας είναι και σαν τα Serments de Strasbourg, - θα γεννήσει καμιά ποίηση μεγαλύτερη. Όταν τρέχει ο ποταμός, ο καθένας μπορεί να διει τα νερά του· το δύσκολο είναι να βρει την πηγή του. Άμα μορφωθεί, η καινούρια μας φιλολογία, θα σας δοξάσουν τότες και σας, όχι μόνο γιατί σώσετε τον Πλάτωνα τον αρχαίο, αλλά και γιατί δώσετε πρώτοι σας ζωή στον πατέρα του Πλάτωνα που θα μας έρθει.
— Ρόδα και μήλα, Γιάννης Ψυχάρης (1888)

You arrive to collect words for a living, and the whole household falls asleep in front of you.

Σου ανοίγει την πόρτα του ένας χωρικός και μπαίνεις μέσα. Σε καλοδέχεται. Τού είπες τι γυρέβεις και γιατί ήρθες· είναι πρόθυμος να κάμει ό,τι θέλεις. Θα μείνεις λίγες ώρες· απόψε πρέπει να γίνει η δουλειά κι άβριο το πρωί. - Μάλιστα, θα γίνει! - Εκεί που το πιστέβεις με τα σωστά σου, γυρίζεις και τι βλέπεις; Ο νοικοκύρης έφυγε· ο μεγαλύτερός του γιος έπεσε απάνω σε δυο σάκους πίτερα και ρουχαλίζει· η κόρη του ξαπλώθηκε στο κρεβάτι και κοιμάται, είκοσι χρονώ γυναίκα· μια άλλη, δεκαπέντε χρονώ, καμώνεται πως νυστάζει. Βουβάθηκαν όλοι. Μόνη της η γριά, καλή γριά, προσπαθεί να θυμηθεί κανένα παραμύθι. Οι άλλοι ξέρουνε, μα τι τους μέλει; Αδιαφορία και για τον κόπο το δικό σου και για την επιστήμη που σ’ έφερε ως εκειδά. Ν’ αγόραζες σμυρίγλι, θα τους βαστούσες όλη νύχτα στο ποδάρι.
— Ρόδα και μήλα, Γιάννης Ψυχάρης (1888)

One emperor changed their name, and the argument has not cooled in sixteen centuries.

Μα ποιος τους το ’δωσε στους Έλληνες τ’ όνομα ετούτο; Ποιος τόλμησε και τους είπε Ρωμαίους; Ποιος άλλος παρά ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος, όπως είναι και γνωστό; Τρομερός λοιπόν προπαγαντίστας αφτός! Τους άλλαξε τ’ όνομα, να δείτε που τους άλλαξε και την πίστη. Και βέβαια! Πρώτα λέγουνταν Έλληνες και λάτρεβαν τους αρχαίους τους θεούς. Ήρθε ο Κωσταντίνος και μας τους έκαμε καθολικούς! Να με συμπαθάτε και γελάστηκα, γιατί τότες καθολικούς βασιλιάδες δεν είχε, αφού πριν από τον Κωσταντίνο, δεν είχε στον αφτοκρατορικό θρόνο ούτε χριστιανούς! Μα δεν είχε τότε μήτε καθολικούς μήτε ορθόδοξους· χριστιανοί λέγουνταν όλοι, όσοι δεν ήταν ειδωλολάτρες ή εθνικοί. Φταίει ο κ. Σωτηριάδης που μου σκούνταψε η πέννα· θάρρεψα και γω πως άμα ήσουνα ρωμιός, ήσουνα και καθολικός. Να σου όμως που υπάρχουνε και Ρωμιοί που καθολικοί δεν είναι. Πρώτος ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος.
— Ρόδα και μήλα, Γιάννης Ψυχάρης (1888)

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.