BookFeed Ελληνικά

Books like Καλλίτσα

If Καλλίτσα stayed with you, these share its feel: grief, memory and wonder. Each comes with a real page, so you can tell in a minute.

About Καλλίτσα · Αργύρης Εφταλιώτης

  1. 1.Λουκής Λάρας

    Δημήτριος Βικέλας, 1879

    Also war and family. A survivor of the Chios massacre looks back on exile, poverty and the small kindnesses that saved him — a first-person reckoning with what war leaves behind.

    Τοιούτος ο άνθρωπος. Προσκολλάται τοσούτω μάλλον εις ό,τι αγαπά, καθόσον κινδυνεύει να το απολέση. Όταν δε η απώλεια σφραγισθή και η ελπίς απέλθη, τότε προ πάντων η χηρευμένη καρδία αισθάνεται οπόσην περιέκλειεν αγάπην. Ούτω πλανώμεθα εις τα κοιμητήρια και καθήμεθα επί των πλακών, αι οποίαι σκεπάζουν τα λείψανα των απελθόντων αγαπητών μας. Ούτω μετά πυρκαϊάν αποτεφρώσασαν ολόκληρον συνοικίαν, βλέπεις ανθρώπους πλανωμένους εντός των καπνιζόντων εισέτι ερειπίων, και αναζητούντας τα ίχνη των εστιών των, και βλέποντας επί ώρας τον χώρον, όπου υψούτο η διαμονή των και τους λίθους, οίτινες απετέλουν του κοιτώνος των τους τοίχους.
  2. 2.Η πατρίδα

    Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1893

    Also war and memory. Two old freedom fighters meet as strangers in an island shop and discover rival versions of what the Revolution cost them. Rugged demotic prose, dry wit, no sentimentality.

    Ο Ρουμελιώτης χολοταράχτηκε. Στην ορμητική κουβέντα του φίλου του είδε να συνεπαίρνονται όλα του τα αισθήματα, όπως κάτω από το κατρακύλημα του νερού ξεριζώνονται και τρίβονται και αφανίζονται τα δροσερά πολυτρίχια του βράχου. Και στη θέση τους ένιωσε να φυτρώσει και να τον ενοχλεί μια απορία πρωτόφαντη. Να αυτός, να κι ο φίλος του. Εκείνος αναπαύεται στους κόπους της νιότης του, τιμημένος από τον κόσμο, ευλογημένος από τους γονέους του, αγαπημένος από τους συγγενείς του. Προσμένει το θάνατο ήσυχος. Χέρια παιδιών θα του κλείσουν τα μάτια· μύριοι θα συναχτούν γύρω στο λείψανό του, να τον κλάψουν ειλικρινά και να βλογήσουν τη μνήμη του. Κι αυτός, που δεν αφιέρωσε ούτε ώρα της μακρινής ζωής του στη φροντίδα του εαυτού του, γυρίζει τώρα δίχως το τίποτε, περιφρονημένος από τον κόσμο, καταραμένος, βέβαια, από τους γονέους του, απορριμμένος από τους συγγενείς του.
  3. 3.Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη

    Ιωάννης Βλαχογιάννης, 1907

    Also war and memory. A rough soldier of the revolution turns his eye and his pen on the men who took the credit and the salaries, and names them one by one.

    Απόξω μαθαίναμεν ότι διαλύθηκαν· τους κυρίεψε ο Μπραΐμης κι’ ο Κιτάγιας. Αυτό μαθαίναμεν από τους Τούρκους· ότι μας κλείσαν στενά. Αφού μπήκε ο Κριτζώτης κι’ ο Μαμούρης, μας ζώσαν ολόγυρα το κάστρο με χαρακώματα κι’ ασκέρια πολλά μέσα ’σ αυτά. Το κάστρο πολεμοφόδια δεν είχε, ούτε άλλον ζαϊρέ όξω από κριθάρι μόνον. Χάθηκε ο ζαϊρές εξ αιτίας της ακαταστασίας των ανόητων. Κι’ αλοιφή και ξανθά δεν είχαμε τελείως. Κι’ όσοι πληγώνονταν πέθαιναν οι περισσότεροι, ότι βρωμούσαν· και μάλλωνε η ψείρα με το σκουλήκι. Τη βρώμα να υπόφερνε ο πληγωμένος, την ψείρα και πόνους ή την πείνα; Κι’ από αυτά πέθαιναν οι περισσότεροι. Εγώ τους έδινα ολίγον ζαϊρέ και κρασί να πλένουν τους γεράδες. Κι’ απολπίστηκαν όλοι.
  4. 4.Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου

    Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1892

    Also memory and family. A proud landowner keeps a private chapel, a broken marriage and a dead daughter; on the eve of the Assumption he waits for pilgrims and for the one reunion he can still hope for.

    Ὤ! ἄλλοτε, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν, πρὶν γεννηθῇ ἀκόμη ἡ Κούμπω ― ναί, ἡ Παναγία εἶχε δωρήσει τὸ ἁβρὸν ἐκεῖνο ἄνθος εἰς τὸν Φραγκούλην καὶ τὴν Σινιώραν, καὶ ἡ Παναγία πάλιν τὸ εἶχε δρέψει καὶ τὸ εἶχεν ἀναλάβει πλησίον της, πρὶν μολυνθῇ ἐκ τῆς ἐπαφῆς τῶν ματαίων τοῦ κόσμου… Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχε συμβῆ ὁ πρῶτος χωρισμός, τὸ πρῶτον πεῖσμα, τὸ πρῶτον κάκιωμα μεταξὺ τῶν συζύγων. Καὶ ὁ Φραγκούλης, θυμώδης, ὀξύχολος, δριμύς, εἶχεν ἀναβῆ, ὅπως τώρα, ἀπὸ τὴν πολίχνην τὴν κατοικημένην εἰς τὸ παλαιὸν χωρίον τὸ ἔρημον, τοῦ ὁποίου ἐσώζοντο τότε ἀκόμη ὀλίγισται οἰκίαι, καὶ δὲν ἦτο ἐρείπιον ὅλον, ὅπως σήμερον. Καὶ καθὼς τώρα, εἶχεν ἔλθει δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Πρέκλας, ἐκάθητο δὲ εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναΐσκου κ᾿ ἐκάπνιζε τὸ μακρὸν τσιμπούκι μὲ τὸ ἠλέκτρινον ἐπιστόμιον. Πλὴν τότε τὸ φέσι του ἦτο κατακόκκινον, καὶ τώρα ἐφόρει μαῦρον σκοῦφον…
  5. 5.Η πτώσις του Αρκαδίου

    Ιωάννης Κονδυλάκης, 1900

    Also war and grief. The siege of Arkadi, told forty years later from the mouths of survivors: not a monument but a night of wet dawn, wet powder and ordinary courage.

    Ἀλλὰ κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην καὶ οἱ ἐν τῷ μοναστηρίῳ εἶχον ἐτοιμασθῇ ν’ ἀντιστῶσι μέχρι θανάτου. Δὲν εἶχον πυροβολικὸν αὐτοί, ἀλλ’ εἶχον τὴν δύναμιν τῶν ἀσθενῶν, τὴν εἰς τὸν Θεὸν ἐλπίδα, καὶ εἰς αὐτὴν προσέτρεξαν. Συνελθόντες εἰς τὸν ναὸν ἐδεήθησαν τοῦ Θεοῦ νὰ τοὺς ἐνισχύσῃ εἰς τὸν ἄνισον ἀγῶνα καὶ διατηρήσῃ μέχρι τέλους τὴν εὐψυχίαν αὐτῶν, ἵνα ἀκλόνητοι, ὡς μάρτυρες, ἀποθάνωσιν ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος. Ἔπειτα ἐζήτησαν παρ’ ἀλλήλων συγχώρησιν καὶ προσελθόντες ἐκοινώνησαν τῶν ἀχράντων μυστηρίων ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ἡγουμένου Γαβριήλ. Τὶς δύναται νὰ περιγράψῃ τὸ μεγαλεῖον τῶν στιγμῶν ἐκείνων ἐν τῇ ἠρεμίᾳ τοῦ βροχεροῦ καὶ ὀμιχλώδους ὄρθρου; Ἀνὴρ ἐπιζήσας ἐκ τῶν ἐν Ἀρκαδίῳ τότε εὑρεθέντων μοῦ διηγεῖται ὅτι κάτι τί ἐκ τοῦ ἄλλου κόσμου ὑπῆρχεν εἰς τὰ πρόσωπα ὅλων. Γαλήνη μαρτυρικὴ, ἡ ἁγία καὶ φοβερὰ συγχρόνως γαλήνη τῆς αὐταπαρνήσεως τοὺς μετεμόρφωνε.
  6. 6.Το αμάρτημα της μητρός μου

    Γεώργιος Βιζυηνός, 1883

    Also grief and memory. A boy keeps vigil in a church to cure his dying sister; thirty years later he learns what his mother confesses into the dark. A story of a family's guilt, faith and stubborn love.

    Ἀπ’ ἐναντίας ἤτο πολὺ προσηνὴς πρὸς ἠμὰς καὶ μας ἠγάπα ὄλους μετὰ περιπαθείας. Και -πράγμα περίεργον- ἡ πρὸς ἡμὰς τρυφερότης τοῦ κορασίου, ἀντὶ νὰ ἐλαττούται προϊούσης τῆς ἀσθενείας του, ἀπεναντίας ηὔξανεν. Ἐνθυμοῦμαι τοὺς μαύρους καὶ μεγάλους αὐτῆς ὀφθαλμοὺς, καὶ τὰ καμαρωτὰ καὶ σμιγμένα της ὀφρύδια, τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο τόσῳ μᾶλλον μελανότερα, ὅσῳ ὠχρότερον ἐγίνετο τὸ πρόσωπον της. Πρόσωπον ἐκ φύσεως ρεμβῶδες καὶ μελαγχολικόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τότε μόνον ἐπεχύνετο γλυκειά τις ἰλαρότης, ὅταν μᾶς ἔβλεπεν ὅλους συνηγμένους πλησίον της. Συνήθως ἐφύλαττεν ὑπὸ τὸ προσκεφάλαιόν της τοὺς καρπούς, οὕς αἱ γειτόνισσαι τῇ ἔφερον ὡς ἀρρωστικόν, καὶ τοὺς ἐμοίραζεν εἰς ἡμᾶς, ἐπανελθόντας ἐκ τοῦ σχολείου. Ἀλλὰ τὸ ἔκαμνε πάντοτε κρυφὰ. Διότι ἡ μήτηρ μας ἐθύμωνε, καὶ δὲν ἔστεργε νὰ καταβροχθίζωμεν ἡμεῖς ὅ,τι ἐπεθύμει νὰ εἴχε γευθῇ κἂν ἡ ἀσθενής της κόρη.
  7. 12.Roughing It

    Mark Twain, 1872

    Also wonder and war. Twain goes west in 1861 to dodge the war and get rich: stagecoaches, con men, silver mines that pay nothing, and a coyote that outruns every dog.

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.