Ο ξενιτεμένος
Χρήστος Χρηστοβασίλης (1861–1937), 1892
A village mistakes a snowbound stranger for a ghost, argued out in vivid detail. Two old women and a tahunplounnand forty years of waiting, told in a language that still tastes of the mountains. The prose has a lyrical, melancholic pace, steeped in the atmosphere of remote Greek villages and deep memory.
Feels like melancholy and wonder. About home, memory and madness.
Who it’s for
You may like it if you are interested in Greek folklore and the unique rhythm of mountain life. Be aware that the writing uses a strong, spoken dialect which may be challenging.
Why read it
Read this to experience how local legends merge with harsh reality, revealing the quiet wonder found in the ordinary.
Pages from the book
How one village argues itself into believing a ghost is the devil himself.
Ὅλον τὸν νοῦ τους τὸν εἶχαν στὸ ἴσκιωμα καὶ πλειότερο ἐκεῖνες, ποῦ πῆγαν τὸ βράδυ στὸν ποταμὸ γιὰ νερὸ. Ἡ μιὰ ἔλεγε πῶς εἶδε, ὅτι τὸ ἴσκιωμα εἶχε γένεια μακρυά, ὣς τὰ γόνατα, ἡ ἄλλη, ὅτι εἶχε κἄτι νύχια, Παναγιά μου! μακρυὰ καὶ σουβλερά μιὰ πιθαμή μακρύτερα ἀπὸ τὰ δάκτυλά του, ἄλλην ὅτι τὸ μουλάρι δὲν εἶχε οὐρά, κι’ ἐκεῖνο τὸ πρᾶμμα, ποῦ φαίνονταν σἂν οὐρὰ εἶταν ἡ οὐρὰ τοῦ ἰσκιωματιοῦ. Ἄλλες πάλε ἔλεγαν ἄλλα, σὲ τρόπο, ποῦ μποροῦσε κανένας νὰ πιστέψῃ − ἂν πίστευε τὰ γυναικίσια λόγια − ὅτι τὸ ἴσκιωμα ἐκεῖνο εἶταν χίλιων λογιῶν, καὶ ὅτι εἶταν ὁ ἴδιος ὁ Ζερζεβούλης. She keeps one letter for forty years, not to reread its words, but to make someone else read it aloud.
Ἐπειδὴ εἶταν ὤμορφη, τίμια καὶ νοικοκυρά, πολλὲς φορὲς τὴ γύρεψαν νὰ τὴν πάρουν, ἀλλ’ ἐκείνη δέν θέλησε ν’ ἀκούσῃ γιὰ δεύτερη παντρειά. Πρόσμενε πάντα καὶ παρηγοροῦσε τὴν ἐρημιά της, μ’ ἕνα γράμμα, μοναχὸ γράμμα, ποῦ εἶχε στείλῃ ὁ Κώστας στοὺς γονεῖς του, ἅμα ἔφτασε στὰ Ξένα. Τὸ γράμμα αὐτὸ τὸ φύλαγε μέσα στὸ νυφικό της τὸ φέσι μὲ τὰ τέλια τὰ χρυσά, καὶ κάθε φορὰ ποῦ ἤκουεν ὅτι ἡ τάδε ἔλαβε γράμμα ἀπὸ τὸν ἄντρα της, ἔβγαζε κι’ αὐτὴ ἀπὸ τὴ χιλιοπλουμισμένη κασσέλλα της τὸ γράμμα αὐτὸ καὶ πήγαινε στὸν παπᾶ νὰ τῆς τὸ διαβάσῃ. Κατόπι τὸ δίπλονε πάλε μὲ μεγάλη ἔγνοια καὶ το ξανάβαζε στὴ μοσκομυρισμένη ἀγκαλιὰ τοῦ νυφικοῦ της φεσιοῦ μὲ τὰ χρυσὰ τὰ τέλια, ποὖχε μέσα στὴ χιλιοπλουμισμένη της τὴν κασσέλλα. A tall, dark man walks through the church door and everyone recognizes him as the ghost from the night before — until they see his mule.
Ἐνῷ ἡ Κώσταινα βρίσκονταν μοναχή της, μὲ τὲς σκέψεις της καὶ μὲ ὅσα τῆς θύμιζαν τὰ σαράντα χρόνια τοῦ ζωντανοῦ ξεχωρισμοῦ, κι’ ἡ λειτουργιὰ εἶταν στὸ «ἐξαιρέτως» ἀνοίγει ἀπ’ἔξω ἡ θύρα τῆς ἐκκλησιᾶς καὶ μπαίνει μέσα μὲ βαρυὰ πατήματα ἄνθρωπος ψηλὸς καὶ δασύς, ἡλικίας πενῆντα χρονῶν καὶ παραπάνω, μὲ φορέματα ξενιτεμένου, κι’ ἀπὸ τὴ θύρα πὤμενε πίσω του μισογυρισμένη μπῆκε καὶ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, ποῦ ἄρχισε νὰ ξανοίγῃ, κι’ ἀκούστηκε τὸ λάλημα τοῦ κυπριοῦ «τρίγκ…τρίγκ…τρίγκκκκ». Χρήστος Χρηστοβασίλης.Christovasilis, a folklorist from Evrytania, wrote in the spoken idiom at a time when prose was still mostly katharevousa. He collected some of these stories himself in the villages of Evrytania.
Books that feel like this
Where to get it
Some of these links earn us a small commission, at no cost to you. It keeps BookFeed free.
Questions readers ask
- Is Ο ξενιτεμένος for me?
- You may like it if you are interested in Greek folklore and the unique rhythm of mountain life. Be aware that the writing uses a strong, spoken dialect which may be challenging.
- What is Ο ξενιτεμένος like?
- The prose has a lyrical, melancholic pace, steeped in the atmosphere of remote Greek villages and deep memory. Feels like melancholy and wonder. About home, memory and madness.
- What should I read after Ο ξενιτεμένος?
- If you liked Ο ξενιτεμένος, try Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως (Γεώργιος Βιζυηνός), Τρελλὴ βραδυά (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης) and Αι εξοχαί των Αθηνών (Εμμανουήλ Ροΐδης).
A taste of the feed
An enemy spilled thirty barrels of wine, and the old man has forgiven him.
Καὶ ἤρχισε νὰ διηγῆται πῶς ἄγνωστος ἐχθρός, ἴσως κανένας βαλμένος ἀπ᾽ τοὺς δικούς του, ποὺ δὲν τὰ εἶχε καλὰ μαζί τους, εἶχεν εἰσχωρήσει διὰ νυκτὸς ὁ ἀπόκοτος εἰς τὴν αὐλὴν καὶ εἰς τὸ ἰσόγειον τῆς οἰκίας καὶ εἶχεν ἀνοίξει τὸν κρουνὸν τοῦ μεγάλου βαγενίου του κ᾽ ἐχύθηκαν τριάντα βαρέλες κρασί. Τώρα τοῦ ἔμενε μόνον αὐτὸ τὸ μεσακὸ βαρελάκι ποὺ τὸ κρασοπουλεῖ κι ἄλλα δύο ἢ τρία μικρότερα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκει ἡδονὴν νὰ λιανοπωλῇ μοναχός του, ὄχι τόσον διὰ τὰ λεπτὰ ποὺ θὰ μαζώξῃ, ὅσον διότι ἔρχονται, ἂς εἶναι καλά, τὰ παιδιὰ τοῦ χωριοῦ, τὰ λεβεντόπαιδα, καὶ τοῦ κάνουν συντροφιά, γιὰ νὰ περνᾷ κι αὐτὸς τὴν ὥραν του.
Τρελλὴ βραδυά · Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Why a nation that wrote odes to trees lets its forests burn.
Τὸ ὕδωρ ἀγοράζεται ἢ ἁρπάζεται ὑπὸ τῶν Ἀθηναίων, τὰ δὲ δάση κατατρώγουσιν οἱ αἶγες ἢ ἐρημοῦσιν αἱ ἀνὰ πᾶν ἔτος ἀναπτόμεναι πρὸς αὔξησιν τῆς βοσκησίμου ἐκτάσεως πυρκαϊαί, τῶν ὁποίων ἀδύνατον εἶναι νὰ εὑρεθῶσι καὶ νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ πασίγνωστοι αὐτουργοί, διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν ἔχουν ψήφους τὰ δένδρα καὶ ἔχουν ψήφους οἱ αἰγοβοσκοί.
Αι εξοχαί των Αθηνών · Εμμανουήλ Ροΐδης
The mountains renew themselves each spring; the speaker asks why he cannot.
Γεράματα δὲν ἔχετε καὶ χάρο δὲ φοβᾶστε· τὰ μεσημέρια ἁπλώνετε τὸν ἴσκιο στὸ διαβάτη, στὸ ζευγολάτη, στὸ βοσκό, στοῦ κοπαδιοῦ τὸν πλῆθο Τὴν νύχτα ὁλόρθα κι ἄγρυπνα πίνετε καὶ ροφᾶτε δροσιὰ βουνίσια ἀχόρταγα καὶ τὸ ταχύ, ὅταν φέγγη, ἐσεῖς παλάτια γίνεστε στὸν κότσυφα, στ’ ἀηδόνι. Ἐσᾶς σᾶς τρέφουν κρύα νερά, τὰ χιόνια σᾶς πλαταίνουν μωρὲ βουνά, ψηλὰ βουνά, ψηλὰ καὶ δασωμένα, τώρα ποὺ ὁ Μάης σᾶς γιόμωσε μ’ ἀνθούς, μὲ χλόη, μὲ νιάτα, γιατί δὲν ξανανιώνετε κι ἐσεῖς τὸ γέρο ἐμένα, σάμπως καινούργια γένονται καὶ σάμπως ξανανιώνουν τοῦτα τὰ χαμηλὰ κλαριὰ καὶ τὰ παλιὰ τὰ δέντρα, νὰ γίνω πάλι ὡς ἤμουν νιός, νὰ γίνω παλικάρι;
Έργα · Κώστας Κρυστάλλης
Read pages from books like this, one at a time
Keep reading in the feed