BookFeed Ελληνικά

Books like Χριστουγεννιάτικα διηγήματα

If Χριστουγεννιάτικα διηγήματα stayed with you, these share its feel: melancholy, family and tenderness. Each comes with a real page, so you can tell in a minute.

About Χριστουγεννιάτικα διηγήματα · Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

  1. 1.Παραμονή Χριστουγέννων

    Αχιλλέας Παράσχος, 1878

    Also faith and tenderness. On Christmas Eve, Christ and Peter walk the waking world, looking for the one door that will still open. A late-Romantic Greek Christmas vision, tender and sly.

    Ἐταξειδέψαν σὲ πολλὰ τοῦ κόσμου ἀκόμη μέρη·ὅλη τὴ νύχτα Δάσκαλος καὶ Μαθητὴς γυρνοῦσεκαὶ τόσους πόνους τοῦ Χριστοῦ ἐγιάτρεψε τὸ χέρι!Καὶ στὴν Ἑλλάδα βρέθηκε ποὺ τόσο ἀγαποῦσε·γιατὶ μονάχα ὁ Σταυρὸς καὶ τὸ δικό της χέρι,αὐτὰ τὰ δύο ἐδείξανε τῆς Βηθλεέμ τ’ ἀστέρι!Εἰς τὴν Ἀθήνα ἔφθασε τὸ ἅγιο τὸ Ζευγάρι·τοῦ Παρθενῶνα ὁ Χριστὸς ἐκύτταξε τὴ χάρι,κ’ εἶπε στὸν Πέτρο, δείχνοντας ἀργὰ τὰ λείψανά του·- Ὁ οὐρανός μου μοναχὰ περνᾷ τὴν εὐμορφιά του·εἴχανε μοῖρα οἱ θεοὶ οἱ ψεύτικοι μεγάλη·ποιὰ ἐκκλησιά μας ἠμπορεῖ μπροστά του νὰ προβάλῃ;Ἄ! καὶ νὰ ἤμουνα ἐκεῖ ὁποῦ ἐθεωροῦσετὸν Παρθενῶνα καὶ γι’ αὐτὸν στὸν Πέτρο ὡμιλοῦσε.
  2. 2.Αρφανούλα

    Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, 1900

    Also family and melancholy. In early-1900s Athens, a hardworking orphan builds a hat-making business while her indolent brother quietly dismantles it. A story about who gets to be called unfortunate.

    Οὕτω λοιπὸν ὁ Σπῦρος τοῦ γέρω−Λαχανᾶ, μὲ τὴν πονηρίαν του καὶ μὲ τὴν φυσικὴν ἀγαθότητα τῆς Ἀρφανούλας τὰ κατάφερε πάλιν· καὶ τὸν εἴδομεν τὴν παραμονὴν τῆς πρωτοχρονιᾶς πρωῒ − πρωΐ, παρὰ τὸ Ἅγιον Βῆμα τῆς Καπνικαρέας, ἐμπρὸς εἰς μίαν τράπεζαν γεμάτην ποικιλώτατα εὐθηνὰ ἀθυρμάτια, στρέφοντα, τῇ συμβουλῇ τοῦ θείου του, μίαν τεραστίαν ροκάναν, κρώζουσαν ἐκεῖ θρηνητικῶς, πρώτην − πρώτην αὐτήν, ὡς τὸ ἐγερτήριον τῆς μεγάλης ἐμπορικῆς ὁδοῦ, τὴν τρελλὴν ἐκείνην ἡμέραν.
  3. 3.Λόγια της Πλώρης

    Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1899

    Also death and nostalgia. Sailors, sponge-divers and captains tell of the sea's justice, its monsters and its dead, in stories that turn folk belief into salt-stung literature.

    Σύγνεφα μεγάλα, σταχτιά σαν βουνά αθάλης με χοντρά ισκιόφωτα, με λαγκαδιές πυκνοντυμένες, μ’ εξογκώματα εδώ που άστραφτε το αφράτο μάρμαρο, με κορυφές εκεί ψιλοπελεκημένες που έλαμπε το χρυσοβαμμένο κρύσταλλο, εδώ με ποτάμια πλατιά και κόκκινα, εκεί με καταρράχτες ψηλούς, ασημόχυτους, έφραζαν από άκρη σε άκρη της δύσις τα ουρανοθέμελα. Και απάνω στις ομάλιες είτε στις πλαγιές, χωριά έβλεπες με τ’ άσπρα τους σπιτάκια να κρέμωνται στην άβυσσο και παληκάρια με βιολιά και λαβούτα να μεθοκοπούν στους δρόμους και παρθένες βεργολυγερές να χορεύουν στις αυλές ανεμοπόδαρες. Μέσα στα ποτάμια έβλεπες καράβια ν’ αρμενίζουν με άξιους κ’ ευτυχισμένους ναύτες και στις λαγκαδιές βαθειά, ασπρόμαλλα κοπάδια να δροσολογιώνται τόσο, που επρόσμενες ώρα την ώρα ν’ ακούσης τα κυπριά να κουδουνίσουν και τη φλογέρα του βοσκού τους να γλυκολαλή.
  4. 4.Ποιήματα

    Ζαχαρίας Παπαντωνίου, 1934

    Also tenderness and melancholy. A gentle Greek poet of birds, donkeys and old women at the spindle — short poems that notice small lives and say a quiet, unsentimental goodbye to them.

    Κύριε, σὰν ἦρθεν ἡ βραδιά, σοῦ λέω τὴν προσευχή μου.Ἄλλη ψυχὴ δὲν ἔβλαψα στὸν κόσμο ἀπ᾿ τὴ δική μου.Ἐκεῖνοι ποὺ μὲ πλήγωσαν ἦταν ἀγαπημένοι.Τὴν πίκρα μου τὴ βάσταξα. Μοῦ δίνεις καὶ τὴν ξένη.Μ᾿ ἀπαρνηθῆκαν οἱ χαρές. Δὲν τὶς γυρεύω πίσω.Προσμένω τὰ χειρότερα. Εἶν᾿ ἁμαρτία νὰ ἐλπίσω.Σὰν εὐτυχία τὴν ἀγαπῶ τῆς νύχτας τὴ φοβέρα.Στὴν πόρτα μου ἄλλος δὲν χτυπᾷ κανεὶς ἀπ᾿ τὸν ἀγέρα.Δὲν ἔχω δόξα. Εἶν᾿ ἥσυχα τὰ ἔργα ποὺ ἔχω πράξει.Ἄκουσά τη γλυκιὰ βροχή. Τὴ δύση ἔχω κοιτάξει.Ἔδωκα στὰ παιδιὰ χαρές, σὲ σκύλους λίγο χάδι.Ζευγᾶδες καλησπέρισα ποὺ γύριζαν τὸ βράδυ.Τώρα δὲν ἔχω τίποτα νὰ διώξω ἢ νὰ κρατήσω.Δὲν περιμένω ἀνταμοιβή. Πολύ ῾ναι τέτοια ἐλπίδα.
  5. 5.Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα

    Κωνσταντίνος Θεοτόκης, 1922

    Also melancholy and death. The last night of a Corfiot peasant's wife, told with a tobacco pouch and a dying lamp: a strange, tender book about wanting to live.

    Κ’ ἡ κόκκινη φλόγα τοῦ λυχναριοῦ ἀνεβοκατέβαινε κ’ ἐκάπνιζε, κ’ ἔρριχνε τὸ τσιμπλιασμένο φυτίλι κάθε τόσο μικρὲς σπιθοῦλες καὶ κάθε τόσο ἐχαμήλωνε τὸ φῶς. Μία χοντρὴ καύτρα, σὰν ἀναμμένο κόκκινο κάρβουνο, εἶχε σταθεῖ πάνω στὸ φυτίλι, κ’ ἔκανε λιγώτερο λαμπρὴ τῆς φλόγας τὴ λάμψη. Καὶ κάθε φορὰ ποῦ τὸ φως ἐψήλαινε, κατέβαινε ἔπειτα περισσότερο, σὰ νἄθελε μονομιὰς νὰ σβήσει, κι’ ἀνέβαινε πάλι σὰ νὰ μὴν ἤθελε οὔτε κεῖνο νὰ πεθάνει. Κι’ ὁ Θωμᾶς, ποῦ ἐκάπνιζε πάντα τὸ τσιγάρο του, ὅλο ἀποφάσιζε νὰ σηκωθεῖ νὰ ξεφυτιλήσει τὸ λυχνάρι καὶ νὰ τοῦ δώσει λίγο λάδι, κι’ ὅλο ἀνάβαλλε τὴ στιγμή, κρίνοντας πῶς τὸ φῶς του ἠμποροῦσε ἀκόμα νὰ βαστάξει λίγη ὥρα, καὶ σὰ νὰ ἐφοβότουν μήπως μ’ αὐτὸ τὸ λάδι ἐμάκραινε καὶ τὴ ζωὴ τῆς ἑτοιμοθάνατης· καὶ τὰ μάτια του ὥς τόσο ἦταν βαρειὰ ἀπὸ τὸν ὕπνο, κ’ ἐκλειοῦσαν γλυκὰ ἀνάμεσα σὲ μία τραβηξιὰ καὶ σὲ μίαν ἄλλη.
  6. 6.1823-1833

    Διονύσιος Σολωμός, 1859

    Also melancholy and death. The poems Solomos wrote while inventing a Greek poetry that could carry a nation — fragments of longing, grief and resurrection, some never finished.

    Στὴν ἐκκλησίαν ὡστόσο ὁ Λάμπρος μένει,Ὅπου ἀνθρώπου πνοὴ δὲν ἀγροικιέται.Ἀπ᾿ ἕνα εἰς ἄλλο στοχασμὸ πηγαίνει·Εἶναι ὁ νοῦς του ἔρμος κόσμος ποῦ χαλιέται.Μέσ᾿ ἀπὸ τὸ στασίδι ἀγάλι βγαίνει,Καὶ ὀχ τὴ ψυχή του ὁ στεναγμὸς πετειέται·Μόνον οἱ σκόρπιαις δάφναις, ποῦ ἐμυρίζανἘκεῖ ποῦ αὐτὸς ἐπερπατοῦσε ἐτρίζαν.Καὶ τὸ πρόσωπο γέρνει ὡσὰν τὴ δειάφη,Καὶ χαμηλὰ τοῦτα τὰ λόγια ρίχτει:«Κουφοί, ἀκίνητ᾿ οἱ Ἁγίοι, καθὼς καὶ οἱ τάφοι·»Εἶπα κ’ ἔκραξα ὥς τ᾿ ἄγριο μεσανύχτι:
  7. 7.Ποιήματα

    Τέλλος Άγρας, 1940

    Also tenderness and melancholy. Poems of harbours, rainy neighbourhoods and unwalkable streets, written in the 1920s by a schoolteacher who loved other people's joy more than his own. Read them for their music: charted, warm, and quietly heartbroken. The poems stay close to small things — a bird on a broken branch, wet earth, a moon over a lane — and to an ear that never stops listening. Short, lyric, made for the afternoon. A fine doorway into a poet who is still not read as widely as he deserves. A window onto interwar Greece, with its poor neighbourhoods and songs. Poems of harbours and rainy neighbourhoods from a Greek poet who loved other people's joy more than his own. Read them aloud, and the rhyme does the work: charted, warm, and quietly heartbroken.

  8. 12.Συλλογές

    Κωστής Παλαμάς, 1886

    Also nostalgia and tenderness. The great popular poet of modern Greece: ballads, island legends and small elegies, in the language people actually spoke. Look for the human gesture inside the folk song. At his best there is no one warmer and more exact about the things he loved. Still, some verse is more pastiche than lived experience, but the ambition is real. But the book has real ballads and real feeling, and a warm, generous voice, and Palamaς is a key figure in Greek letters. Read him as a poet who came from the folk tradition. Read him for the ballads and the small elegies. In the end, you get a sense of the poet's world and a few lines to underline. That is the honest case for this book,

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.