BookFeed Ελληνικά

Books like Αντάρτης

If Αντάρτης stayed with you, these share its feel: war, unease and melancholy. Each comes with a real page, so you can tell in a minute.

About Αντάρτης · Κωσταντίνος Χατζόπουλος

  1. 1.Μετάφραση της Ιλιάδας στα Νέα Ελληνικά

    Αλέξανδρος Πάλλης, 1904

    Also war. A radical 1904 rendering of the Iliad into everyday Greek, full of sea-salt, market speech and sudden tenderness. Read it to hear Homer the way a fisherman might.

    Τότε έτσι εκείνος κοίταξε σωπώντας το παιδί τουμε θλιβερό χαμόγελο· κι’ η όμορφη Αντρομάχηήρθε κλαμένη, τούπιασε σφιχτά το χέρι κι’ είπε« Καημένε, αχ το φιλότιμο θα σ’ αφανίσει. Πες μου,» τ’ αθώο αφτό δεν το πονάς, δε λυπάσαι εμένα» που μάβρη χήρα κι’ έρημη σε λίγο θα μ’ αφήκεις ;» Τι γρήγορα όλοι οι Δαναοί θα τρέξουν να σε σφάξουν.» Μα αν είναι να σε στερηθώ, καλύτερα για μένα» να με σκεπάσει η μάβρη Γης! Γιατί άλλο πια αντιστύλι» δε θα μου μείνει, μόν καημοί, τα μάτια σα σφαλίσεις.» Μηγάρ πατέρα εγώ ’χω πια ή τη γλυκιά μου μάννα ;
  2. 2.Η ζωή του χωριού

    Κωνσταντίνος Θεοτόκης, 1914

    Also society and melancholy. A Corfiot village where a dance, a handkerchief and a rumour can decide a woman's whole life. Theotokis writes rural Greece without a trace of gloss.

    Το φεγγάρι είχε σηκωθεί καμπόσο, κι ακούστηκε τ’ αηδόνι να ψάλλει την αρμονικότατη μελωδία του. Αθέλητα την αφοκραστήκαν κι οι δυο τους με συγκίνηση· πόσο ήταν γλυκιά· απλή πρώτα πρώτα και λίγο λίγο ψιλότερη και στολισμένη· συργουλιστά υμνούσε τ’ ανοιξιάτικο τραγούδι του την ανάσταση της φύσης, τον πόθο που εφώλιαζε σ’ όλα τα πλάσματα, την επιθυμιά της δημιουργίας· κι ετρίλιζε κι εγουργουλούσε κι επαραπονιότουν· και οι αχοί που ανάδινε το μικρό λαρύγγι τούς εσάλευαν τα σπλάχνα, τούς έκαναν να λησμονούν το κορμί τους. Σε λίγο και τ’ άλλα πουλιά εβαλθήκαν να ψάλλουν· το χάραμα ερχότουν και οι αγαπημένοι εσηκωθήκαν να φύγουν.
  3. 3.Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, σχεδίασμα Β΄

    Διονύσιος Σολωμός, 1859

    Also war and nature. At the siege of Missolonghi, hunger and danger contend with spring’s beauty, remembered love and the will to remain free.

    Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,Κι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,Και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,Κι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·Το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο.Μάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη,Η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
  4. 4.Αθανάσης Διάκος

    Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, 1867

    Also war. A Romantic epic in demotic Greek verse where Athanasios Diakos lies down on the eve of his last battle — and nature, saints and the dead gather around him.

    «Ὅταν ἡ μαύρ᾿ ἡ μάνα μου, ἐμπρὸς σὲ μίαν εἰκόνα,Πλάστη μου, μ᾿ ἐγονάτιζε μὲ σταυρωτὰ τὰ χέριακαὶ μώλεγε νὰ δεηθῶ γιὰ κειοὺς ποὺ τὸ χειμῶνασὰ λύκοι ἐτρέχαν στὰ βουνά, μὲ χιόνια, μ᾿ ἀγριοκαίριαγιὰ νὰ μὴ ζοῦνε στὸ ζυγό, ἔνοιωθα τὴ φωνή μου,νὰ ξεψυχάει στὰ χείλη μου. ἐσπάραζε ἡ καρδιά μου,μοῦ ἐτρέμανε τὰ γόνατα, σὰν νἄθελε ἡ ψυχή μουνὰ φύγῃ μὲ τὴ δέηση ἀπὸ τὰ σωθικά μου.Ὕστερα μὤλεγε κρυφὰ νὰ σοῦ ζητῶ τὴ χάρηνὰ μ᾿ ἀξιώσῃς μία φορὰ ἕνα σπαθὶ νὰ ζώσωκαὶ νὰ μὴν ἔρθῃ ὁ θάνατος νὰ μ᾿ εὕρῃ, νὰ μὲ πάρῃπρὶν πολεμήσω ἐλεύθερος, γιὰ σὲ πρὶν τὸ ματώσω.Πατέρα παντοδύναμε! Ἄκουσες τὴν εὐχή μου.
  5. 5.Για την πατρίδα

    Πηνελόπη Δέλτα, 1909

    Also defiance and war. A Byzantine-era adventure of loyalty, courage and love, as two travelers carry a perilous message through enemy territory.

    Όταν μαθεύτηκε στη χώρα η επιστροφή του Σαμουήλ και η καταστροφή του στρατού του, η χαρά της παραμονής μεταστράφηκε σε θρήνο. Ποτάμια δάκρυα έπνιξαν τα τραγούδια. Δεν ήταν σπίτι όπου να μην έκλαιγαν ένα χαμένο γιο ή άντρα ή πατέρα.
  6. 6.Αυτόχειρ

    Μιχαήλ Μητσάκης, 1896

    Also melancholy and unease. A stranger shoots himself in a Patras hotel. A passer-by walks the simmering town at night, and the night turns the suicide into a mirror.

    Και ο νέος αστυνόμος, έβγαλε το πορτοφόλι του, το άνοιξε, ετράβηξε ένα χαρτάκι, διπλωμένο εις τα δύο, άπλωσε το χέρι του από πάν’ από τα πιάτα, και μου τώδωκε για να το διαβάσω. Ήτον το μισό κομμάτι μισής κόλλας του χαρτιού εκείνου του ταχυδρομείου, που μεταχειρίζονται συνήθως εις της επαρχίες, του ριγωμένου κατά πλάτος, με τα πράσινα ριγώματα, ζαρωμένο αρκετά, τσαλακωμένο, μ’ ορατά τα ίχνη δαχτυλιών, ως να επέρασε από διαφόρους χείρας, άγραφο όλο, και μονάχα εις την μίαν των γραμμών, την πρώτην, διεκρίνοντο, λεπτά-λεπτά γραμμένες, με μικρότατα ψηφία, πέντε λέξεις: «Αυτοκτονώ. Ας μην ενοχληθή κανείς». Και από κάτω το όνομα της πόλεως, η ημερομηνία και το έτος, και ολίγο παραπέρα, η υπογραφή του αυτοκτόνου. Τίποτ’ άλλο.

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.