BookFeed Ελληνικά

Books like Η πτώσις του Αρκαδίου

If Η πτώσις του Αρκαδίου stayed with you, these share its feel: war, awe and freedom. Each comes with a real page, so you can tell in a minute.

About Η πτώσις του Αρκαδίου · Ιωάννης Κονδυλάκης

  1. 1.Αθανάσης Διάκος

    Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, 1867

    Also awe and war. A Romantic epic in demotic Greek verse where Athanasios Diakos lies down on the eve of his last battle — and nature, saints and the dead gather around him.

    «Ὅταν ἡ μαύρ᾿ ἡ μάνα μου, ἐμπρὸς σὲ μίαν εἰκόνα,Πλάστη μου, μ᾿ ἐγονάτιζε μὲ σταυρωτὰ τὰ χέριακαὶ μώλεγε νὰ δεηθῶ γιὰ κειοὺς ποὺ τὸ χειμῶνασὰ λύκοι ἐτρέχαν στὰ βουνά, μὲ χιόνια, μ᾿ ἀγριοκαίριαγιὰ νὰ μὴ ζοῦνε στὸ ζυγό, ἔνοιωθα τὴ φωνή μου,νὰ ξεψυχάει στὰ χείλη μου. ἐσπάραζε ἡ καρδιά μου,μοῦ ἐτρέμανε τὰ γόνατα, σὰν νἄθελε ἡ ψυχή μουνὰ φύγῃ μὲ τὴ δέηση ἀπὸ τὰ σωθικά μου.Ὕστερα μὤλεγε κρυφὰ νὰ σοῦ ζητῶ τὴ χάρηνὰ μ᾿ ἀξιώσῃς μία φορὰ ἕνα σπαθὶ νὰ ζώσωκαὶ νὰ μὴν ἔρθῃ ὁ θάνατος νὰ μ᾿ εὕρῃ, νὰ μὲ πάρῃπρὶν πολεμήσω ἐλεύθερος, γιὰ σὲ πρὶν τὸ ματώσω.Πατέρα παντοδύναμε! Ἄκουσες τὴν εὐχή μου.
  2. 2.Απομνημονεύματα περί του γαλατικού πολέμου

    Ιούλιος Καίσαρ, -58

    Also war and awe. Caesar's own dispatch from the front: eight years of sieges, ships and betrayed tribes, written in the third person by the man commanding them.

    Ὡς δὲ προσαχθεισῶν τῶν στοῶν καὶ χώματος ἀνεγερθέντος εἶδον μακρὰν πύργον ἀνιδρυόμενον, τὸ μὲν πρῶτον κατεγέλων ἐκ τοῦ τείχους καὶ ἔσκωπτον διὰ λόγων, ὅτι τηλικαύτη μηχανὴ ἀπὸ τοσαύτης ἀποστάσεως ἀνηγείρετο: διὰ ποίων ἆρα χειρῶν ἢ διὰ ποίων δυνάμεων ἀνθρωπάρια μάλιστα τηλικαῦτα τὸ μέγεθος (διότι εἰς ἄνδρας Γαλάτας ὡς ἐκ τοῦ μεγέθους τῶν σωμάτων αὑτῶν ἡ βραχύτης ἡμῶν φαίνεται ἀξιοκαταφρόνητος) πιστεύουσι νὰ κινήσωσι πύργον τοσούτου βάρους;
  3. 3.Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, σχεδίασμα Β΄

    Διονύσιος Σολωμός, 1859

    Also war and awe. At the siege of Missolonghi, hunger and danger contend with spring’s beauty, remembered love and the will to remain free.

    Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,Κι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,Και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,Κι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·Το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο.Μάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη,Η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
  4. 4.Θάνατος Παλληκαριού

    Κωστής Παλαμάς, 1904

    Also grief and awe. A young sailor in a seaside village is admired for his courage and beauty; one injury puts both to the test.

    Ο Γιαννάκος ο Ταρνάναμας, ο Μάρκος ο Κανίνιας κ’ η Ταρία Ταρέλα, στοιχημάτιζαν με τάλλα τα παιδιά πως ήταν αντρειωμένος, πως γεννήθηκε με ουρά· την είδαν, έλεγαν. Αντρειωμένος ήταν· τον κίνδυνο δεν τον συνερίζονταν, την αρρώστια δεν την λαχτάριζε, το Χάρο δεν τον έτρεμεν. Ένας μόνο στοχασμός του έκοβε τα ήπατα, του πάγωνε το αίμα, τον εμαρμάρωνε. Δεν ήθελε να μείνη σημαδεμένος. Του ποδαριού του το χτύπημα του κόστιζε πιώτερο από κάθε συμφορά. Κάλλιο νάχανε βιος, κάλλιο να τον εύρισκαν χίλιων λογιών αρρώστιες, παρά ναπομείνη σημειωμένος. Καλήτερα ο θάνατος. Αν είναι να γιατρευτή, να γιατρευτή χωρίς να ταπομείνη σημάδι. Κι αν είναι να σηκωθή από το κρεββάτι, να μη σηκωθή στραβοπόδης· όλα κι όλα! Ο Μήτρος ο Ρουμελιώτης, χωρίς καλά καλά να το νοιώθη, μονάχα ένα θεόν ελάτρευε: την Εμορφιά, την άγια την Εμορφιά της λεβεντιάς και της υγείας, πόχει εκκλησιά της το κορμί.
  5. 5.Καλλίτσα

    Αργύρης Εφταλιώτης, 1923

    Also grief and war. A British traveller hunts for a Cretan village family, and finds the island's stories: the siege, the plague, the abducted children. Told at a fireside pace.

    — Είχαμε τότες θανατικό στο χωριό μας, λέει ο Προεστός. Τέσσερα από τα παιδιά μας τα είχε παρμένα Χάρος. Μας έμνησκαν τρία, η Καλλίτσα, ο Γιάννης, κι ο Κωστάκης, το βυζαστάρικό μας. Για να γλυτώσουμε τα δύο τα μεγαλύτερα από το θανατικό, τα βάζουμε σε παράμερο καλύβι λίγο έξω από το χωριό, κοντά σε μια γυναίκα που είχε και δικά της άλλα τρία παιδιά. Εμείς με το μικρό τον Κωστάκη μείναμε σπίτι. Τότες ήταν που ξέσπασε το κακό. Τις ακούγαμε από μακριά τις φωνές τους, και δίχως μήτε πόρτες να κλειδώνουν έφευγαν όλοι προς το βουνό. Εμείς όμως είχαμε και τ’ άλλα δυο τα μικρά να κοιτάξουμε, κι είπα της Φωτεινής να προσμείνει λιγάκι, να πάω να μιλήσω της γριάς στο καλύβι και να της πω να μη φοβάται.
  6. 6.Η πατρίδα

    Ανδρέας Καρκαβίτσας, 1893

    Also war and grief. Two old freedom fighters meet as strangers in an island shop and discover rival versions of what the Revolution cost them. Rugged demotic prose, dry wit, no sentimentality.

    Ο Ρουμελιώτης χολοταράχτηκε. Στην ορμητική κουβέντα του φίλου του είδε να συνεπαίρνονται όλα του τα αισθήματα, όπως κάτω από το κατρακύλημα του νερού ξεριζώνονται και τρίβονται και αφανίζονται τα δροσερά πολυτρίχια του βράχου. Και στη θέση τους ένιωσε να φυτρώσει και να τον ενοχλεί μια απορία πρωτόφαντη. Να αυτός, να κι ο φίλος του. Εκείνος αναπαύεται στους κόπους της νιότης του, τιμημένος από τον κόσμο, ευλογημένος από τους γονέους του, αγαπημένος από τους συγγενείς του. Προσμένει το θάνατο ήσυχος. Χέρια παιδιών θα του κλείσουν τα μάτια· μύριοι θα συναχτούν γύρω στο λείψανό του, να τον κλάψουν ειλικρινά και να βλογήσουν τη μνήμη του. Κι αυτός, που δεν αφιέρωσε ούτε ώρα της μακρινής ζωής του στη φροντίδα του εαυτού του, γυρίζει τώρα δίχως το τίποτε, περιφρονημένος από τον κόσμο, καταραμένος, βέβαια, από τους γονέους του, απορριμμένος από τους συγγενείς του.

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.