BookFeed Ελληνικά

Books like Θάνατος Παλληκαριού

If Θάνατος Παλληκαριού stayed with you, these share its feel: grief, awe and death. Each comes with a real page, so you can tell in a minute.

About Θάνατος Παλληκαριού · Κωστής Παλαμάς

  1. 1.Χάρος

    Γεράσιμος Μαρκοράς, 1898

    Also grief and death. Nineteenth-century Heptanesian poems on death, orphanhood and the dead we keep talking to — written by a poet who buried a brother and made elegy feel like tenderness.

    ΠΑΙΔΙ. Θέλω τὴ μάνα.ΠΑΤΕΡΑΣ. Ἐπέταξε καὶ στ’ ἄστρα πάει νὰ ζήσῃ.ΠΑΙΔ. Πῶς τόσο μάκρος ἄρρωστη δυνήθηκε νὰ σχίσῃ;ΠΑΤ. Ἔχουν φτερούγαις ἡ ψυχαίς.ΠΑΙΔ. Γιατὶ δὲν ταῖς ἁπλόνειΤότε ἡ δική μας, μὴν αὐτὴ τρέξῃ τ’ ἀστέρια μόνη;ΠΑΤ. Δὲν εἶναι μόνη· γύρω της φτεροκοποῦν ἀγγέλοι.ΠΑΙΔ. Ἄν ἄγγελό της μ’ ἔλεγε, κοντά της θὰ μὲ θέλῃ.ΠΑΤ. Ὤ! δίχως κάλεσμα Θεοῦ, ψηλὰ κἀνεὶς δὲν πάει.Κοιμήσου τώρα· ἡσύχασε.ΠΑΙΔ. Καὶ ποιός μοῦ τραγουδάει;ΠΑΤ. Ἐγώ, πουλάκι μου.ΠΑΙΔ. Ἐσὺ κλαῖς.ΠΑΤ. Ὄχι· ’ς ἐμὲ ἀπιθώσου.
  2. 2.Αθανάσης Διάκος

    Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, 1867

    Also awe and death. A Romantic epic in demotic Greek verse where Athanasios Diakos lies down on the eve of his last battle — and nature, saints and the dead gather around him.

    «Ὅταν ἡ μαύρ᾿ ἡ μάνα μου, ἐμπρὸς σὲ μίαν εἰκόνα,Πλάστη μου, μ᾿ ἐγονάτιζε μὲ σταυρωτὰ τὰ χέριακαὶ μώλεγε νὰ δεηθῶ γιὰ κειοὺς ποὺ τὸ χειμῶνασὰ λύκοι ἐτρέχαν στὰ βουνά, μὲ χιόνια, μ᾿ ἀγριοκαίριαγιὰ νὰ μὴ ζοῦνε στὸ ζυγό, ἔνοιωθα τὴ φωνή μου,νὰ ξεψυχάει στὰ χείλη μου. ἐσπάραζε ἡ καρδιά μου,μοῦ ἐτρέμανε τὰ γόνατα, σὰν νἄθελε ἡ ψυχή μουνὰ φύγῃ μὲ τὴ δέηση ἀπὸ τὰ σωθικά μου.Ὕστερα μὤλεγε κρυφὰ νὰ σοῦ ζητῶ τὴ χάρηνὰ μ᾿ ἀξιώσῃς μία φορὰ ἕνα σπαθὶ νὰ ζώσωκαὶ νὰ μὴν ἔρθῃ ὁ θάνατος νὰ μ᾿ εὕρῃ, νὰ μὲ πάρῃπρὶν πολεμήσω ἐλεύθερος, γιὰ σὲ πρὶν τὸ ματώσω.Πατέρα παντοδύναμε! Ἄκουσες τὴν εὐχή μου.
  3. 3.Μικρά έργα

    Διονύσιος Σολωμός, 1859

    Also awe and death. Songs, fragments and unfinished poems in which private grief, natural beauty and the struggle for freedom meet in startling images.

    Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,Κι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,Και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχουςΑνάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,Χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,Και παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους,Κι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,Τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.Αλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ’ναι κι άσπρο,Ακίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,Με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,Που ’χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
  4. 4.Η πτώσις του Αρκαδίου

    Ιωάννης Κονδυλάκης, 1900

    Also awe and freedom. The siege of Arkadi, told forty years later from the mouths of survivors: not a monument but a night of wet dawn, wet powder and ordinary courage.

    Ἀλλὰ κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην καὶ οἱ ἐν τῷ μοναστηρίῳ εἶχον ἐτοιμασθῇ ν’ ἀντιστῶσι μέχρι θανάτου. Δὲν εἶχον πυροβολικὸν αὐτοί, ἀλλ’ εἶχον τὴν δύναμιν τῶν ἀσθενῶν, τὴν εἰς τὸν Θεὸν ἐλπίδα, καὶ εἰς αὐτὴν προσέτρεξαν. Συνελθόντες εἰς τὸν ναὸν ἐδεήθησαν τοῦ Θεοῦ νὰ τοὺς ἐνισχύσῃ εἰς τὸν ἄνισον ἀγῶνα καὶ διατηρήσῃ μέχρι τέλους τὴν εὐψυχίαν αὐτῶν, ἵνα ἀκλόνητοι, ὡς μάρτυρες, ἀποθάνωσιν ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος. Ἔπειτα ἐζήτησαν παρ’ ἀλλήλων συγχώρησιν καὶ προσελθόντες ἐκοινώνησαν τῶν ἀχράντων μυστηρίων ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ἡγουμένου Γαβριήλ. Τὶς δύναται νὰ περιγράψῃ τὸ μεγαλεῖον τῶν στιγμῶν ἐκείνων ἐν τῇ ἠρεμίᾳ τοῦ βροχεροῦ καὶ ὀμιχλώδους ὄρθρου; Ἀνὴρ ἐπιζήσας ἐκ τῶν ἐν Ἀρκαδίῳ τότε εὑρεθέντων μοῦ διηγεῖται ὅτι κάτι τί ἐκ τοῦ ἄλλου κόσμου ὑπῆρχεν εἰς τὰ πρόσωπα ὅλων. Γαλήνη μαρτυρικὴ, ἡ ἁγία καὶ φοβερὰ συγχρόνως γαλήνη τῆς αὐταπαρνήσεως τοὺς μετεμόρφωνε.
  5. 5.Το αμάρτημα της μητρός μου

    Γεώργιος Βιζυηνός, 1883

    Also grief and tenderness. A boy keeps vigil in a church to cure his dying sister; thirty years later he learns what his mother confesses into the dark. A story of a family's guilt, faith and stubborn love.

    Ἀπ’ ἐναντίας ἤτο πολὺ προσηνὴς πρὸς ἠμὰς καὶ μας ἠγάπα ὄλους μετὰ περιπαθείας. Και -πράγμα περίεργον- ἡ πρὸς ἡμὰς τρυφερότης τοῦ κορασίου, ἀντὶ νὰ ἐλαττούται προϊούσης τῆς ἀσθενείας του, ἀπεναντίας ηὔξανεν. Ἐνθυμοῦμαι τοὺς μαύρους καὶ μεγάλους αὐτῆς ὀφθαλμοὺς, καὶ τὰ καμαρωτὰ καὶ σμιγμένα της ὀφρύδια, τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο τόσῳ μᾶλλον μελανότερα, ὅσῳ ὠχρότερον ἐγίνετο τὸ πρόσωπον της. Πρόσωπον ἐκ φύσεως ρεμβῶδες καὶ μελαγχολικόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τότε μόνον ἐπεχύνετο γλυκειά τις ἰλαρότης, ὅταν μᾶς ἔβλεπεν ὅλους συνηγμένους πλησίον της. Συνήθως ἐφύλαττεν ὑπὸ τὸ προσκεφάλαιόν της τοὺς καρπούς, οὕς αἱ γειτόνισσαι τῇ ἔφερον ὡς ἀρρωστικόν, καὶ τοὺς ἐμοίραζεν εἰς ἡμᾶς, ἐπανελθόντας ἐκ τοῦ σχολείου. Ἀλλὰ τὸ ἔκαμνε πάντοτε κρυφὰ. Διότι ἡ μήτηρ μας ἐθύμωνε, καὶ δὲν ἔστεργε νὰ καταβροχθίζωμεν ἡμεῖς ὅ,τι ἐπεθύμει νὰ εἴχε γευθῇ κἂν ἡ ἀσθενής της κόρη.
  6. 6.Ο φτωχός άγιος

    Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1901

    Also awe and death. Στις αρχές του 1900, ο Παπαδιαμάντης γράφει για έναν φτωχό τσοπάνο που σπεύδει να προειδοποιήσει το χωριό του· μια ιστορία θυσίας, πίστης και αγάπης για την πατρίδα.

    Ὁ βοσκὸς ἐστάθη ἐπὶ τοῦ ὄχθου τῆς γῆς, ἐφ’ οὗ εὑρίσκετο, ὑψηλός, εὐθυτενής, μὲ ἀγριόξανθον τραχεῖαν στοιβωτὴν κόμην, ἐστάθη ἀκουμβῶν ἐπὶ τῆς ράβδου του τῆς μακρᾶς καὶ ἤρχισε νὰ σκέπτηται, καὶ ὑποψίαι καὶ φόβοι τὸν ἐκυρίευαν. Κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἡ πρώτη ἀκτὶς τοῦ ἀνατέλλοντος ἡλίου ἐφώτισε τὸ προώρως ἐρρυτιδωμένον μέτωπόν του καὶ τοὺς χαρακτῆρας τοῦ ἰσχνοῦ προσώπου του, προσώπου μόλις τεσσαρακονταετοῦς καὶ ἡ μορφή του ἐφάνη μυστηριώδους θελγήτρου μετέχουσα καὶ δὲν ἐφαίνετο ἄμοιρος ψυχικοῦ ἤ καὶ αἰσθητοῦ κάλλους ὁ τραχὺς καὶ ἄξεστος τσόμπανος, ὁ ὑψηλὸς καὶ σκληραγωγημένος καὶ ἡλιοκαής, ὁ βόσκων τὰς ὀλίγας αἶγας του εἰς τὸ κατάμερον τῶν Τριῶν Σταυρῶν.
  7. 9.Σονέτα

    Λορέντζος Μαβίλης, 1915

    Also death and awe. A Greek patriot and translator of Heine, Mavilis wrote sonnets that praise the glorious and quarrelled with the chauvinists. Poems of beauty, of the dead, of love that slips away into the terrible falling dusk.

  8. 11.Ποιήματα

    Τέλλος Άγρας, 1940

    Also tenderness. Poems of harbours, rainy neighbourhoods and unwalkable streets, written in the 1920s by a schoolteacher who loved other people's joy more than his own. Read them for their music: charted, warm, and quietly heartbroken. The poems stay close to small things — a bird on a broken branch, wet earth, a moon over a lane — and to an ear that never stops listening. Short, lyric, made for the afternoon. A fine doorway into a poet who is still not read as widely as he deserves. A window onto interwar Greece, with its poor neighbourhoods and songs. Poems of harbours and rainy neighbourhoods from a Greek poet who loved other people's joy more than his own. Read them aloud, and the rhyme does the work: charted, warm, and quietly heartbroken.

Read pages from books like this, one at a time

BookFeed is a feed of real passages from real books. It learns what moves you and finds your next book.

Open BookFeed

Free, no sign-up.